Οι έπαινοι και οι κόκκινες κάρτες  των ξένων τουριστών στην Ελλάδα

Του Παναγιώτη Δ. Υφαντή στο euro2day.gr

Τα κριτήρια με τα οποία οι ξένοι τουρίστες αξιολογούν στις μέρες μας τη συνολική εμπειρία που είχαν στο ταξίδι τους αποτελεί, ίσως, το σημαντικότερο εύρημα της μελέτης με τίτλο «Αξιολόγηση του brand Ελλάδα και σύγκριση με τον ανταγωνισμό στη Νότια Ευρώπη βάσει της εμπειρίας των τουριστών», η οποία εκπονήθηκε από την TCI Research για λογαριασμό του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ).

Κι αυτό καθώς ένα από τα -θεωρητικά τουλάχιστον- ισχυρότερα «ατού» του ελληνικού τουρισμού, δηλαδή οι εμπειρίες παραλιών που προσφέρει, εμφανίζεται να αποτελεί μόλις το όγδοο κριτήριο των ξένων επισκεπτών με τα οποία αξιολογούν τη συνολική τους ταξιδιωτική εμπειρία.

Ήταν ίσως το εύρημα που προκαλεί τη μεγαλύτερη έκπληξη καθώς η νότια Ευρώπη προσελκύει κυρίως επισκέπτες κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, αναζητώντας κυρίως τον ήλιο και τη θάλασσα που προσφέρουν.

Ας σημειωθεί πως η μελέτη της TCI Research συγκρίνει την Ελλάδα με προορισμούς της νότιας Ευρώπης στους οποίους συμπεριλήφθηκαν η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Μάλτα, η Κροατία και η Τουρκία.

Κορυφαίο κριτήριο με το οποίο αξιολογούν την εμπειρία τους στο ταξίδι οι ξένοι επισκέπτες είναι η φιλοξενία των κατοίκων. Την πεντάδα των βασικών κριτηρίων για τους ξένους τουρίστες συμπληρώνουν η διαμονή, το αίσθημα ασφάλειας, το καλό φαγητό και η ομορφιά των τοπίων.
Σημαντικότερες από τις παραλίες εμφανίζονται να θεωρούν οι ξένοι τουρίστες τις αγορές και τα κέντρα πληροφόρησης.

Η Ελλάδα φέρεται να καταγράφει υψηλότερο σκορ από τον μέσο όρο των ανταγωνιστών της στη νότια Ευρώπη και στα πέντε βασικά κριτήρια με τα οποία οι τουρίστες αξιολογούν την εμπειρία των διακοπών τους.

Με κριτήριο τη συνολική εκπλήρωση των προσδοκιών που είχαν για το ταξίδι τους οι τουρίστες, η επίδοση της Ελλάδας διαμορφώθηκε στο 207 έναντι 188 του μέσου όρου των ανταγωνιστών της στη νότια Ευρώπη. Σε ό,τι αφορά τη σχέση ποιότητας/τιμής στις υπηρεσίες διαμονής η Ελλάδα συγκέντρωσε 192 μονάδες έναντι 171 του μέσου όρου των ανταγωνιστών της.

Όταν φθάνει η στιγμή του «δια ταύτα», ωστόσο, η Ελλάδα εμφανίζεται να… χάνει ύψος. Πιο συγκεκριμένα, παρά τη συνολική θετική εμπειρία που είχαν στη χώρα μας, οι 7 στους 10 (70%) θα πρότειναν την Ελλάδα για διακοπές.

Σκορ που κινείται ακριβώς στα επίπεδα που επιτυγχάνουν και οι ανταγωνιστές της. Κι, εντέλει, 1 στους 3 (36%) εκφράζει την πρόθεσή του να επαναλάβει το ταξίδι του στην Ελλάδα, ενώ σχεδόν οι μισοί τουρίστες (46%) που επισκέπτονται κάποια από τις ανταγωνίστριες χώρες της Ελλάδας δηλώνουν πως θα ξαναταξιδέψουν εκεί.


Οι ξένοι τουρίστες δίνουν υψηλότερο βαθμό στην Ελλάδα σε σύγκριση με τους άμεσους ανταγωνιστές της σε πέντε κατηγορίες: τις παραλίες, το φαγητό, τις μαζικές μεταφορές, την αίσθηση ασφάλειας και τη φιλικότητα της εξυπηρέτησης. Αντίθετα η χώρα μας παίρνει χαμηλότερο βαθμό από τους ανταγωνιστές της σε ό,τι αφορά τις υποδομές μεταφορών, τη σήμανση, το πολιτιστικό προϊόν (ποικιλία και εγκαταστάσεις), την καθαριότητα και την εικόνα των πόλεων αλλά και την πληροφόρηση.

Για όσους θεωρούν πως οι παραλίες και το περιβάλλον αποτελούν κύρια όπλα της Ελλάδας στη μάχη με τους ανταγωνιστές της, τα ευρήματα της μελέτης θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ως… διάδρομος προσγείωσης σε μια διαφορετική πραγματικότητα.

Ενδεικτικό είναι το γεγονός πως σε ό,τι αφορά την ομορφιά του τοπίου, οι ξένοι τουρίστες θεωρούν, περίπου, πως… υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν (εξίσου ωραία τουλάχιστον) πορτοκάλια καθώς η Ελλάδα συγκεντρώνει 258 μονάδες θετικής αξιολόγησης. Όσους ακριβώς και ο μέσος όρος των άμεσων ανταγωνιστών της.


Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα παίρνει βαθμό κάτω της βάσης σε ό,τι αφορά την καθαριότητα στις πόλεις και στις περιοχές έξω από αυτές αλλά και την αρχιτεκτονική και τη συνολική κατάσταση των πόλεων. Στοιχείο, ωστόσο, που δεν αποτυπώνεται στη σημαντική ανάπτυξη των ταξιδιών city break σε πόλεις όπως οι Αθήνα και Θεσ/νίκη.

Όσο για τις ελληνικές παραλίες, οι ξένοι τουρίστες φέρονται να δίνουν υψηλό βαθμό στην Ελλάδα σε ό,τι έχει να κάνει με την ομορφιά τους, την ποικιλία τους και την ασφάλεια κολύμβησης.

Αντίθετα, η Ελλάδα αξιολογείται από τους ξένους όπως ακριβώς και οι ανταγωνιστές της για τις δραστηριότητες στη θάλασσα ενώ παίρνει πολύ χαμηλότερο βαθμό από τους ανταγωνιστές της για την καθαριότητα των παραλιών της.

Η αξιολόγηση των μέσων μαζικής μεταφοράς και των ταξί από τους ξένους που ήρθαν στη χώρα μας θα μπορούσε να θεωρηθεί μίνι έκπληξη, τουλάχιστον με βάση την εντύπωση που είχε δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια από ευρήματα άλλων ερευνών. Η τιμή των εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς στην Ελλάδα πέτυχαν την υψηλότερη αξιολόγηση από τους τουρίστες σε σχέση με τους ανταγωνιστές της Ελλάδας. Η μεγάλη έκπληξη, όμως, έχει «χρώμα κίτρινο», αφού αφορά τις υπηρεσίες ταξί, οι οποίες αξιολογήθηκαν με 118 μονάδες έναντι 88 που συγκέντρωσαν τα ταξί στους ανταγωνιστές της Ελλάδας.

Παρά τα όσα καταγράφονται κάθε καλοκαίρι, το φαγητό και οι υπηρεσίες που συνδέονται με αυτό επιβεβαιώνεται πως αποτελούν ένα από τα ισχυρότερα πλεονεκτήματα του ελληνικού τουρισμού. Ιδιαίτερα η εξυπηρέτηση του προσωπικού στους χώρους εστίασης και η σχέση τιμής/ποιότητας παίρνουν ιδιαίτερα ψηλό βαθμό στις αξιολογήσεις των ξένων.

Σε ό,τι αφορά τη μελέτη της TCI Research για λογαριασμό του ΙΝΣΕΤΕ, ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθούν δύο θέματα. Το πρώτο αφορά το γεγονός πως η σύγκριση της Ελλάδας με τους ανταγωνιστές της δεν είναι αναλυτική, ώστε να καταγράφεται το «σκορ» που επιτυγχάνει η Ελλάδα σε σύγκριση με κάθε έναν από τους ανταγωνιστές της. Αντίθετα όλοι οι ανταγωνιστές της καταγράφονται ως ενιαίο σύνολο.

Κι αυτό παρά το γεγονός ότι για τη μελέτη χρησιμοποιήθηκε η μεθοδολογία TRAVELSAT, η οποία βραβεύτηκε το 2011 από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού για την καινοτομία και αριστεία της κι έχει εφαρμοστεί σε 100 αντίστοιχες έρευνες στις πέντε ηπείρους.

Για τις ανάγκες της μελέτης χρησιμοποιήθηκαν ταξιδιώτες οι οποίοι πραγματοποίησαν τουλάχιστον μια διανυκτέρευση, τα στοιχεία αφορούσαν όλες τις εποχές του χρόνου απ’ όλες τις αγορές κι έγινε στάθμιση του δείγματος βάσει του μείγματος τουριστών που επισκέπτονται κάθε χώρα (market mix).

Θα πρέπει να σημειώσουμε πως το δείγμα σε ό,τι αφορά την Ελλάδα προέκυψε από 654 συνεντεύξεις (19% Αθήνα, 50% νησιά, 25% Βόρεια Ελλάδα και 6% Πελοπόννησος) ταξιδιωτών που ήρθαν στη χώρα μας την περίοδο 2015-2017.

Ένα δείγμα, δηλαδή, που προέκυψε στη διάρκεια μιας διετίας (και όχι την ίδια χρονιά) και αφορούσε 654 συνεντεύξεις, όταν οι ξένοι τουρίστες στην Ελλάδα έχουν ξεπεράσει προ πολλού τα 30 εκατ. ταξιδιώτες.
Το αντίστοιχο δείγμα από το σύνολο των άλλων προορισμών της νότιας Ευρώπης προήλθε από 6.543 συνεντεύξεις.