Ο καφές από  τον Ανάργυρο,  στη Νέα Αγορά της Ρόδου!

Το καφεδάκι από τα χέρια του Ανάργυρου, στον 1ο όροφο της Νέας Αγοράς είναι σταθερή αξία.

Το γεύτηκα κι εγώ, πρώτη φορά, ένα βροχερό πρωινό λίγες μέρες πριν που πήγα να τον ρωτήσω για τα σαράντα πέντε  τόσα χρόνια  που τον ψήνει για τους πελάτες του, μερακλίδικο και καϊμακλίδικο για να τον σερβίρει ίδια κι απαράλλαχτα, μέσα στο κομψό φλιτζανάκι του παραδοσιακού καφενείου.

Ίδιος τσίγκινος στρογγυλός δίσκος- δύο έχει για ώρα ανάγκης- άλλοτε είχε και δύο βοηθούς, αλλά τότε κι ο όροφος και όλη η Νέα Αγορά, έσφυζαν από ζωή.

Σήμερα οι φίλοι συνεχίζουν να πηγαίνουν: οι Χαλκίτες οι συμπατριώτες του,  που ξεμπάρκαραν και περνούν εκεί την ώρα τους, οι ραφτάδες που βγήκαν στη σύνταξη αλλά εξακολουθούν  να προτιμούν το φίλο τους, οι εναπομείναντες στον 1ο όροφο  και στα κάτω μαγαζιά,  κι ο δικηγόρος Μανόλης Οικονόμου, θαμώνας απ’  ό,τι κατάλαβα από τις παλιές καλές εποχές που μου μίλησε και για τη διάταξη των τραπεζιών τα οποία  είναι τοποθετημένα κολλητά στον τοίχο για να ευνοείται η κουβέντα μεταξύ όλων.

Δημοσιογράφοι, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, καταστηματάρχες της Νέας Αγοράς, πρωί κι απόγευμα πριν ξεκινήσουν τη δουλειά από τον Ανάργυρο Σφυρίου  πέρναγαν, κι εκείνος εκεί, κερί αναμμένο μέχρι και σήμερα που η δουλειά λιγόστεψε κι αυτός μεγάλωσε, αλλά δεν γέρασε.

Από πότε είστε εδώ και ποιοι άλλοι έπιναν καφέ από τα χέρια σας;
Από το 1972 εδώ, με το φίλο μου τον κ. Ζαχαριάδη, τον Βαλέριο και μ’ όλους τους δημοσιογράφους της “Ροδιακής” και της “Προόδου” και με το Σάββα Τσοπανάκη και το Διαμαντίδη  που στεγάζονταν εδώ, κι έπιναν το καφεδάκι τους. Πενήντα τέσσερα γραφεία, μη βλέπεις τώρα. Δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, βιοτέχνες, ραφτάδες, μέχρι γουναράδικο είχε και τυπογράφο. Πέραν της “Ροδιακής” και της “Προόδου” ήταν και “ο Κήρυκας” που έβγαζε την εφημερίδα του και δύο φροντιστήρια Αγγλικών ο Στρατηγάκης και ο Μαυριός. Στον τρούλο ήταν ο δικηγόρος ο Κώστας Φραράκης που στα νιάτα του  έγραφε στο “Βήμα”. Δεν προλαβαίναμε να σερβίρουμε. Πόσοι ράφτες με τους πελάτες τους, πόσοι δικηγόροι με τους πελάτες τους, πόσοι συμβολαιογράφοι...  Κι ο δήμαρχος ο Φωταράς από τα Κοσκινού εδώ είχε το δικηγορικό του γραφείο, στο ξέφωτο.

Βλέπω συνεχίζετε να σερβίρετε τον καφέ σ’ αυτό το παραδοσιακό φλιτζανάκι  που χρησιμοποιούσατε και τότε!
Έχω ακόμα αχρησιμοποίητα από τότε, δύο δωδεκάδες, μέσα στα κουτιά. Μέχρι την Κατταβιά ήταν οι πελάτες μου. Ήμουν 4 η ώρα το ξημέρωμα ανοιχτός. Τα απορριμματοφόρα του Δήμου, πριν ξεκινήσουν τη βάρδια τους εδώ έρχονταν τα παιδιά και πίνανε καφέ.  Σαράντα χρόνων πελάτες, έρχονται για να με δουν μέχρι σήμερα. Να τη, η κυρία που μόλις έφυγε, πέρασε για την καλημέρα... Μα, επεράσαμε πολύ καλά. Εγώ δεν έκανα περιουσία, αλλά η περιουσία η δικιά μου είναι οι φίλοι μου.

Ανέβαιναν πάνω κι αυτοί που ήταν κάτω, οι μαγαζάτορες της  Νέας Αγοράς;
Βέβαια. Όλοι οι από κάτω καταστηματάρχες ο Νίκος Λουιζίδης ο χρυσοχόος, ο Βασίλης Φωτάκης ο φαρμακοποιός, ο Ανδρέας Χαραλαμπίδης με τα καλλυντικά, όλοι έρχονταν πάνω να πιούνε καφέ, εκτός κι αν είχαν δουλειά, κι  έστελναν τους υπαλλήλους τους.

Πόσο καφέ καταναλώνατε την ημέρα, μετρήσατε ποτέ;
 Ένα κιλό και ένα τέταρτο! Έδινα  120-130 καφέδες την ημέρα και έφευγαν και 15-20 κιβώτια λεμονοπορτοκαλάδες της ΜΑ.ΠΟ.ΛΕ.

Ο καφές ντόπιος,  εγχώριος;
Μοσχομύριζε, ντόπιος βέβαια. Ο Λουιζίδης στις 4 τα ξημερώματα άναβε το φούρνο και καβούρδιζε, εδώ μέσα ήταν στην Αγορά. Τον έπαιρνα φρέσκο-φρέσκο και του Χαρίτου ήταν εδώ κοντά και του Καμπέρη. Μοσχοβολούσε ο καφές, δεν μπορώ να σου περιγράψω. Όταν ερχόταν καΐκι από τη Χάλκη, την πατρίδα μου που είμαι γέννημα-θρέμμα, κι έρχονταν, δεν είχα μέρος να τους βάλω. Έρχονταν, αφήναν τα πράγματά τους εδώ, έκαναν τις δουλειές τους, κι έρχονταν να τα πάρουν για να φύγουν. Εμπιστοσύνη πάνω απ’ όλα.

Μου είπαν ότι το μεσημέρι τηγανίζατε και κανένα ψαράκι, με ουζάκι για τους καλούς πελάτες!
Όταν ήταν η ψαραγορά εδώ έπαιρνα και τηγάνιζα κανά ψαράκι για τους λίγους και το διαλύαμε πια αργά. Πέρασε πολύς κόσμος και καλός κόσμος.

Και στις εκλογές όπως είναι τώρα τι γινόταν εδώ, συζητήσεις, τσακωμοί;
Από το Βρούχο και μετά πέρασαν άλλοι οκτώ  δήμαρχοι. Έζησα εγώ εδώ μέσα…  Φωνάζανε, κάνανε, δείχνανε, την επόμενη μέρα πάλι εδώ, «καλημέρα» και συνέχεια της συζήτησης.

Παίρνατε μέρος εσείς;
Ο καφετζής δεν μιλά συνήθως. Δεν αναμειγνύεται. Ειδικά στα πολιτικά έβγαινα έξω. Αλλά, θυμάμαι μια φορά ήταν γεμάτο το μαγαζί, 39 καθίσματα μέσα και δύο τραπεζάκια έξω, κι ήταν ένας χωροφύλακας που ερχόταν και όποιος έβγαινε κάθε φορά πάνω,  μ’ αυτόν ήταν. Και μια μέρα δεν άντεξα, του λέω: «θα μας πεις τι είσαι εσύ τελικά, με όλους είσαι;»

Τι είναι ο κόσμος τελικά… Καταλήξατε τι είναι;
Υπάρχει κόσμος και ντουνιάς.  

Σήμερα έρχονται να πιουν σ’ εσάς καφεδάκι;
Σήμερα είναι διαφορετικά, αλλά έχω δέκα-είκοσι και παραπάνω φίλους που έρχονται και πίνουνε το καφεδάκι τους, και τα συζητάμε, περνά η ώρα μας. Λύνουμε και τα προβλήματα του τόπου…  (γέλια).  Αλλά ανοίγω στις έξι το πρωί, τα πόδια πια δεν κρατάνε.

Βλέπω μια μαντινάδα που έγραψε εδώ ο Χρήστος Χατζηγιάννης πάνω σε μια φωτογραφία σας!
«Ώσπου να ζω θα τον βαστώ, τούτονεά το δίσκο,
Γι’ αυτό δεν παίρνω σύνταξη
Γιατί μ’ αυτόν τη βρίσκω»…