Ο παπα-Στέργος Μανώλακας: ένας γήινος και ταπεινός λευίτης που εξεμέτρησε τον βίο του πλήρης ημερών και ευτυχίας

Γράφει ο Κώστας Ε. Σκανδαλίδης

Είχα την τύχη προσωπικά να γνωρίσω το 1980 τον παπα-Στέργο Μανώλακα. Έναν παπά λεβέντη και αξιοσέβαστο. Έναν ιερωμένο που τα πόδια του πατούσαν στη γη και ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους. Έναν άνθρωπο που από τη στιγμή που τον γέννησε η μητέρα του, όλα τον οδηγούσαν στους αγιασμένους δρόμους ενός ταπεινού και χαρισματικού λευίτη.

Ξεκίνησε την πορεία του στα εγκόσμια, γεννημένος το 1921, ένα χρόνο πριν την Μικρασιατική Καταστροφή, καταμεσής της ιταλικής κατοχής, μένοντας ορφανός μόλις στα δυο του χρόνια για να τον υπερασπιστεί η χήρα μητέρα του, να φροντίσει να μάθει τα πρώτα του γράμματα στο δημοτικό σχολείο των Καλυθιών κι ύστερα παιδί πράμα να ριχτεί στη βιοπάλη της δύσκολης αγροτιάς, πότε ψαράς, πότε μπακάλης, πότε καφετζής και πότε εργάτης, να παντρευτεί τη συχωριανή του Δέσποινα Κοντού εκεί στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, το 1944, κόρη φτωχή που του συμπαραστάθηκε σ' όλα τα δύσκολα της ζωής και τού 'δωσε τέσσερα παιδιά, τρεις κόρες κι ένα γιο, όλα παιδιά που πήραν την ευλογία του πατέρα τους για να ευδοκιμήσουν και να γεμίσουν με καρπούς το δέντρο της ζωής τους.

Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, εκεί στα 1963, για να τον επιλέξει ο μακαριστός μητροπολίτης Ρόδου Σπυρίδων, να τον πείσει και να τον βάλει στον ευλογημένο δρόμο της ιεροσύνης. Μιας ιεροσύνης με έναν λιπόσαρκο και αεικίνητο ιερέα, χαρισματικό και γοητευτικό αφηγητή που συνάρπαζε τους γύρω τους και διαπερνούσε με το βλέμμα του τους πάντες και τα πάντα και χωνόταν ως μέσα στις σκέψεις και στα σπλάχνα σου για να σε πείσει με όσα σου πει κι εσύ να παραδίδεσαι αμαχητί σ' έναν ρασοφόρο που γνώρισε από τα γεννοφάσκια του να τιμά τη δουλειά και το λειτούργημά του και να προσφέρει στην κοινωνία ως τα βαθιά γηρατειά του. Ναι, ως εκεί στα 98 του χρόνια, όπου ακόμα εξομολογούσε στο δικό το σπίτι, όποιος κι όποια του το ζητούσε για να ξεφορτωθεί τις ανθρώπινες αμαρτίες.

Την περασμένη Κυριακή στις 7 του Απρίλη -λες και περίμενε την άνοιξη για να φύγει- κι αφού προετοιμάστηκε ο ίδιος και "ενημέρωσε" τους δικούς του, εγκατέλειψε τα εγκόσμια πλήρης ημερών και ευτυχίας. "Φεύγω καλά μου παιδιά ευτυχισμένος. Δεν έχω πλέον λόγους να ζω." Άλλωστε τους το έλεγε με δεκαπεντασύλλαβο εδώ και καιρό:
Χρόνια ενενήντα επτά σηκώνω στα πλευρά μου
ευχάριστα κι ακούραστα είναι τα γηρατειά μου.

Έτσι το βράδυ της Κυριακής, κι αφού τον ευλόγησε ο Θεός να παρακολουθήσει τους τρεις πρώτους χαιρετισμούς κάθε Παρασκευή από το κρεβάτι του, εκεί στις 11.30, άφησε ευτυχισμένος την τελευταία του πνοή, τριγυρισμένος από τα παιδιά του. Ήταν ένας θάνατος γλυκός, μελίρρυτος, σαν την αγιασμένη φωνή του.

Έφυγε ωραίος κι ευθυτενής, περήφανος και ταπεινός λευίτης συνάμα, λεβέντης και γήινος παπάς, ευγνώμων προς όσους τον φρόντισαν στα δύσκολά του, αλλά και προς όλους όσοι φρόντισαν την πατρίδα και την παιδεία. Και ιδιαίτερα την Εκκλησία, που της αφιερώθηκε ψυχή τε και σώματι, αλλά και ποτέ του δεν λησμόνησε πως Εκείνη ήταν που του αγόραζε τα βιβλία και τα τετράδιά του για να διδαχθεί στα κατοχικά ιταλικά χρόνια τα ελληνικά γράμματα.

Πάντα πάντα του άρεσε να λέει με στόμφο:
-Α δεν ήτον η Εκκλησία, εμείς θα 'μαστο γενίτσαροι..

Νιώθω, ειλικρινά, ευλογημένος, που μου έτυχε να τον βιογραφήσω και να του γράψω όλα όσα του αξίζουν.
Αύριο Δευτέρα 15 τ' Απρίλη, 4 το απόγευμα, θα τελεσθεί τρισάγιο στο Νεκροταφείο των Καλυθιών για τις εννιά μέρες από την εκδημία του.  

Ας είναι η μνήμη του απαλαίωτη.