Ένα σημαντικό βιβλίο  για την ιστορία της επιχείρησης ICARO

Ένα σημαντικό βιβλίο που αποτυπώνει ένα μέρος της ιστορίας του πολιτισμού και της καλλιτεχνικής δημιουργίας στη Ρόδο, αναμένεται να κυκλοφορήσει στο τέλος του μήνα.

Πρόκειται για ένα έργο ζωής του συμπατριώτη μας Γιώργου Αλ. Διακοσάββα με τίτλο: «I.C.A.R.O. (1927-1947)-ΙΚΑΡΟΣ (1948-1987)-60 χρόνια Καλλιτεχνικής Αγγειοπλαστικής Ροδιοανατολικής Τέχνης-Ιστορία, έργα, βιωματικές αναφορές των δημιουργών του». Το βιβλίο αφιερώνεται στη μνήμη: Του Κωνσταντίνου Δημητρίου Χατζηκωνσταντή και σ’ όλους όσοι έγραψαν την εξηντάχρονη λαμπρή ιστορία της κεραμουργίας με τα υπέροχα έργα τους.

Στο βιβλίο, ο συμπατριώτης μας Γιώργος Αλ. Διακοσάββας, ο οποίος εργάστηκε στο εργοστάσιο «ΙΚΑΡΟΣ» του Κ.Δ. Χατζηκωνσταντή ως υπεύθυνος λογιστηρίου, περιλαμβάνει αποσπάσματα από συνεντεύξεις που έδωσαν εργαζόμενοι του ΙΚΑΡΟΥ στον ίδιο ενώ στο πρώτο μέρος του βιβλίου αναφέρεται στην Εταιρεία I.C.A.R.O. (Industria Ceramiche Artistiche Rodio-Orientali), την περίοδο 1927-1947. Μεταξύ άλλων, κάνει αναφορά στην κεραμική τέχνη στη Ρόδο την αρχαία εποχή, καθώς και στην αγγειοπλαστική στη Ρόδο τον 20ο αιώνα μ.Χ.

Στοιχεία θα βρει κανείς στο βιβλίο για τους Αρχαγγελίτες κεραμοποιούς, για τα εισαγόμενα μη εγχώρια κεραμικά και το λινδιακό σπίτι. Και βεβαίως για τα περίφημα κεραμικά τύπου Iznik και Κιουτάχειας. Δεν θα μπορούσε, βέβαια, να μην περιλάβει τα πιάτα «της Ρόδου» ή «της Λίνδου».

Ένα εκτενές κομμάτι του βιβλίου αποτυπώνει αναλυτικά την ιστορία της I.C.A.R.O., από τα κίνητρα δημιουργίας της, το καταστατικό, τους μετόχους και τα οικονομικά στοιχεία και βέβαια όλη τη δραστηριότητά της μέσα από τις τρεις περιόδους λειτουργίας της. Αναφορά, βέβαια, γίνεται και στους πρωταγωνιστές οργάνωσης και λειτουργίας της I.C.A.R.O., τη βιομηχανία τέχνης που αναβιώνει στη Ρόδο, τα κεραμικά «της Λίνδου» αλλά και τις συλλογές έργων I.C.A.R.O. από Μουσεία και Ιδιώτες, όπως και τις διακοσμήσεις έργων I.C.A.R.O. σε κτήρια της Μεσαιωνικής Πόλης αλλά και σε κτήρια δημόσια και ιδιωτικά της Νέας Πόλης.

Ειδική αναφορά, μάλιστα, γίνεται σε κτήρια όπως η Ροδιακή Έπαυλη, το Δικαστικό Μέγαρο και το «Ξενοδοχείο των Ρόδων» αλλά και στις «Πηγές Καλλιθέας», το σιντριβάνι στο Παραδείσι, τη Μονή της Φιλερήμου, την Αφροδίτη της Ρόδου κ.α.
Μικρή αναφορά γίνεται και στους εργαζόμενους της I.C.A.R.O. αλλά και τις πόλεις που άσκησαν επιρροή στη διαμόρφωση μεταξύ των άλλων και της ροδιοανατολικής κεραμικής τέχνης με τις απομιμήσεις έργων τους από την I.C.A.R.O. και τον ΙΚΑΡΟ (Iznik-Νίκαια, Κιουτάχεια, Canakkale, Faenza, Vietri sul Mare).

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στον ΙΚΑΡΟ Κεραμουργία Ροδιοανατολικής τέχνης Κ. Δ. Χατζηκωνσταντή την περίοδο 1948-1987. Αυτό, ανάμεσα σε άλλα, περιλαμβάνει και πορτρέτο του Χατζηκωνσταντή  όπως και αναφορά στις δραστηριότητές του. Συγκεκριμένα, εκτενής αναφορά γίνεται από την πολύτιμη παρουσία του Σπύρου Οικονομική μέχρι τα κεραμικά της πρώτης περιόδου λειτουργίας του, τη νέα κτηριακή συγκρότηση, τις τεχνικές, τον εξοπλισμό, τις νέες παρεμφερείς κεραμικές βιοτεχνίες, τη γκάμα κεραμικών προϊόντων.

Μεταξύ άλλων, παρατίθενται οι διακοσμήσεις αξιόλογων έργων ΙΚΑΡΟΣ, γίνεται αναφορά στην EMERY Ποτοποιία Τριανταφύλλου, σε παράσταση στην εκκλησία της Αγίας Αναστασίας αλλά και στις κοινωνικές σχέσεις του προσωπικού μέσα και έξω από τον ΙΚΑΡΟ. Τέλος, γίνεται μία μικρή αναφορά σ’ αυτούς που έγραψαν την ιστορία του ενώ περιλαμβάνεται και ο κατάλογος των εργασθέντων από το 1948 έως το 1987 και στα έργα παραγωγής ΙΚΑΡΟΥ.
Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, ο κ. Διακοσάββας αφηγείται στιγμιότυπα από την ενασχόλησή του στον ΙΚΑΡΟ και γλαφυρές αφηγήσεις συναδέλφων του.

Πρόλογοι
Γνωστοί συμπολίτες μας προλογίζουν το βιβλίο του κ. Διακοσάββα. Γράφει, μεταξύ άλλων, ο κ. Σπύρος Συρόπουλος, Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας του Τμήματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου: «…Ο Γιώργος Διακοσάββας δεν είναι ιστορικός. Τουλάχιστον όχι με την έννοια του επαγγελματία ή επαγγελματικά εκπαιδευμένου ερευνητή της ιστορίας. Αναμφίβολα, όμως, διαβάζοντας το βιβλίο του, εκτιμά κανείς τις δεξιότητες εκείνες που κατοχυρώνουν την εγκυρότητα της έρευνας και παρουσίασής του.

Ο Γιώργος Διακοσάββας είναι, αν μη τι άλλο, ήδη έμπειρος και προφανώς άοκνος μελετητής της τοπικής ιστορίας. Η προηγούμενη συνθετική δουλειά του για την Αρνίθα της Ρόδου αποτελεί δείγμα ενδελεχούς μελέτης πολλαπλών πηγών και επιβεβαιώνει ότι η πρόθεση του συγγραφέα έχει ως αφετηρία όχι απλά την αγάπη για τον τόπο στον οποίο ζει, αλλά την ανάγκη του να τον αποτυπώσει σε κάθε έκφανση της ιστορικής διαδρομής του. Αν κάτι του δίδαξε η πολυετής πορεία του ως δάσκαλος κλασικής κιθάρας, αυτό είναι σίγουρα η δημιουργική έκφραση μέσω της τήρησης του μέτρου. Νηφάλιος και προσεκτικός, περιγραφικός και ουσιαστικός, συγκεντρώνει στοιχεία και τα παρουσιάζει ταξινομημένα με απόλυτη σαφήνεια λόγου και διάταξης…».

Αναφέρει σε κάποιο σημείο του προλόγου του ο Κώστας Ε. Σκανδαλίδης ο οποίος είναι φίλος με τον συγγραφέα από τα μεταπτυχιακά τους χρόνια: «…Αυτός είναι ο Γιώργος Διακοσάββας και ο κόσμος του. Ένας κόσμος γεμάτος τέχνη και αγάπη για την ιδιαίτερη πατρίδα. Μετροφυλλώντας το νέο πόνημα του Γιώργου, εξακοσίων σελίδων, ειλικρινά ζήλεψα και θαύμασα τις συγγραφικές του αρετές. Πρώτα για το θέμα που επέλεξε, γιατί θεωρώ κι εγώ πως ήταν ένα χρέος τιμής όχι μόνον του συγγραφέα, αλλά ολόκληρης της Ρόδου απέναντι σε έναν άνθρωπο που υπηρέτησε τόσο πιστά τη ροδιακή κεραμουργία με βαρύτιμη ιστορία στις πλάτες της και έγινε ένας από τους καλύτερους πρεσβευτές του νησιού μας σε όλο τον πλανήτη.

Κατά δεύτερο λόγο γιατί με στοιχεία την υπομονή, την επιμέλεια, την ευταξία και τη σωστή χρήση της ελληνικής γλώσσας, πραγματοποίησε μια δύσκολη έρευνα, έχοντας ως πολύτιμους συμπαραστάτες το πλούσιο αρχειακό υλικό, την έγκυρη και επίσης πλούσια βιβλιογραφία, τους καλούς αφηγητές και τέλος τους 1.133 φωτογραφικούς θησαυρούς που κοσμούν τις σελίδες του βιβλίου…».

Γράφει η προϊσταμένη των Γενικών Αρχείων του Κράτους Νομού Δωδεκανήσου κα Ειρήνη Τόλιου: «…Ο καθηγητής-ερευνητής Γιώργος Αλ. Διακοσάββας όχι μόνο αξιοποίησε με αξιοθαύμαστη τεκμηρίωση το ερευνητικό μέρος αλλά το πλαισίωσε και με βιωματικές αναφορές των δημιουργών του ΙΚΑΡΟΥ.

Οι πηγές που αποτέλεσαν ενδιαφέρον για έρευνα μέσα από τον ιστορικό πλούτο που φυλάσσονται και αποθησαυρίζονται στα Γ.Α.Κ. Ν. Δωδεκανήσου αντλήθηκαν από τα διασωθέντα αυτούσια ιταλικά αρχεία, περιόδου 1912-1945, καθώς και της Ελληνικής περιόδου. Τα έγγραφα παρατίθενται αυτούσια με τη συνοδεία μετάφρασης από την εκλεκτή κυρία Σαντίνα Στεργιάδη, στην οποία οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ…».

Ο γιος του Χατζηκωνσταντή, κ. Δημήτρης Κωνσταντίνου Χατζηκωνσταντής Ph. D., αναφέρει σε κάποιο σημείο του προλόγου του:…«Διαβάζοντας το βιβλίο ένιωσα να γυρίζω πίσω σα παιδικά μου χρόνια και να ξαναζώ όλες τις σκηνές και τα γεγονότα που περιγράφονται στις σελίδες του, να ξαναβλέπω το γραφείο του πατέρα μου, την αίθουσα ζωγραφικής, τον κλίβανο με τα δύο κανάλια που τότε μου φαινόταν τεράστιος και φυσικά τους ανθρώπους που εργάζονταν εκεί, που δεν μου χάλασαν ποτέ χατίρι, που μου έδειχναν πως να φτιάχνω και εγώ τα δικά μου βαζάκια, που έκρυβα τις αταξίες μου και που αργότερα με αντιμετώπιζαν σαν ένα μέλος της μεγάλης τους οικογένειας. Σήμερα, λοιπόν, μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου, τους ευχαριστώ ολόψυχα για όλη την πορεία τους δίπλα στον πατέρα μου και πέρα και πάνω από όλα, γιατί διατηρούν στη μήνη τους ζωντανά τα χρώματα του ΙΚΑΡΟΥ…».

Τέλος, γράφει στο εισαγωγικό του σημείωμα ο συγγραφέας: «…Έγραψα αυτό το βιβλίο-ιδίοις εξόδοις χωρίς να αποσκοπώ σε κέρδος-για να αποδώσω φόρο τιμής σ’ έναν άνθρωπο που υπήρξε για μένα μέντορας στα πρώτα  βήματα της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας. Εργάστηκα κοντά του, τύχη αγαθή, ως υπεύθυνος λογιστηρίου για έξι χρόνια και απέκτησα γνώσεις και κοινωνική καταξίωση που μου μετέδωσε με την τεράστια κατάρτισή του που διέθετε σε οικονομολογικά-λογιστικά θέματα, μοναδική για την εποχή εκείνη, συνδυασμένη με σοφία, πραότητα, μεγαλοψυχία, τιμιότητα, πατριωτισμό και πάνω απ’ όλα αξιοπρέπεια και επαγγελματική συνείδηση.

Πρόκειται για τον «Κύριο Κώστα», όπως τον αποκαλούσε όλη η Ρόδος, γιο του Δημήτρη Χατζηκωνσταντή, συμπατριώτη μας από το Γεννάδι, ιδιοκτήτη της κεραμουργίας ροδιοανατολικής τέχνης «ΙΚΑΡΟΣ» που συνέχισε μεταπολεμικά την εικοσαετή λειτουργία της προκατόχου Εταιρείας “I.C.A.R.O.”  για σαράντα ακόμη ολόκληρα χρόνια ως το 1987 που έφυγε από τη ζωή. Το όνομά του συνδέθηκε στενά με την τοπική κοινωνία με την απορρόφηση σημαντικού εργατικού δυναμικού και την παραγωγή κεραμικών καλλιτεχνικών προϊόντων τα οποία αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής κατά το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα…».