Δύο παράλληλοι κόσμοι στο Μαράθι

Της
Μάχης Χριστοφορίδου
στο Humanstories.gr

 

Το νησί, με τους πέντε μόνιμους κατοίκους που το χειμώνα γίνονται τρεις. Στο Μαράθι, κάποτε ζούσαν μόνιμα εξήντα κάτοικοι. Το Μαράθι είναι ένα νησάκι 335 στρεμμάτων. Αποτελεί σύμπλεγμα των Αρκιών και νησίδα των Δωδεκανήσων. Βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τον οικισμό των Αρκιών. Σε απόσταση μόλις 5 λεπτών με βάρκα. Σήμερα έχει ένα μικρό οικισμό δίπλα στο λιμάνι. Παλαιότερα όμως, η Λεωφόρος του Αγίου Νικολάου, όπως ονόμασαν οι ντόπιοι τον μοναδικό τους δρόμο, οδηγούσε στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου και στον παλαιό πετρόκτιστο οικισμό. Ο πετρόκτιστος οικισμός σιγά σιγά εγκαταλείφθηκε. Μέχρι που την δεκαετία του 1970 ερημώθηκε εντελώς.  Το μόνο που έμεινε για να μας θυμίζει εκείνο τον καιρό, είναι τα ερείπια των σπιτιών  και το λευκό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου με τον μπλε τρούλο. Η θέα από αυτό το σημείο του νησιού, είναι πανοραμική. Από εκεί, κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει το βλέμμα σου στο απέραντο γαλάζιο.
  
Για περισσότερα από οκτακόσια χρόνια, η οικογένεια Κάβουρα ζούσε στο Μαράθι. Σήμερα αποτελούν και τους τρεις μόνιμους κατοίκους του. Η Πόπη, η μικρότερη αδελφή της οικογένειας, ο Δημήτρης και ο Μιχάλης Κάβουρας. Τα τρία αδέλφια προτίμησαν να ζήσουν μόνιμα σε αυτό. Οι γονείς τους έζησαν και πέθαναν στο νησί. Το ίδιο κι ο προπάππος τους έως την ηλικία των 105 ετών. Τα 24 παιδιά του, από τρεις γυναίκες, όταν ήταν μικρά έζησαν όλα τους εδώ. Πενήντα χρόνια πριν, ζούσαν στο Μαράθι.

Τον Αύγουστο του 1977, ύστερα από 15 χρόνια στην Αυστραλία. Έκανε την εμφάνισή της στο νησί μια ακόμα οικογένεια. Η οικογένεια του Παντελή Αιμιλιανού. Ο Παντελής είχε καταγωγή από τη Σάμο και  από το 1957 μένει στους Αρκιούς μέχρι και σήμερα. Στο Μαράθι αγόρασε ένα οικόπεδο και σιγά σιγά το 1978 με πολύ προσωπική δουλειά, άνοιξε μια ταβερνούλα.

Τα επόμενα χρόνια, μόνος του έκτισε και ενοικιαζόμενα δωμάτια. Όλα τα υλικά και το νερό ακόμη, τα κουβάλησε στον ώμο. Τα έφερνε μ’ ένα καϊκάκι. Δέκα ολόκληρα χρόνια χρειάστηκαν για να ολοκληρωθεί η προσπάθειά του. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που τότε τον χλεύαζαν. Ο Παντελής, μαζί με την οικογένειά του τότε, άνοιξε το δρόμο να ασχοληθούν κι άλλοι με το χώρο της εστίασης και του τουρισμού στο μικρό Μαράθι.


Οι κολόνες της ΔΕΗ μπήκαν στο νησί τα τελευταία χρόνια. Παρόλα αυτά το νησί αντιμετωπίζει συχνά προβλήματα ηλεκτροδότησης λόγω κωλυσιεργίας της τοπικής αρχής.  Ο χειμώνας είναι δύσκολος στη μικρή βραχονησίδα. Γι’ αυτό άλλωστε και οι μόνιμοι κάτοικοι είναι μόνο τρεις. Η Πόπη Κάβουρα έζησε για δεκαπέντε χρόνια στη Ρόδο και την Πάτμο, όπως και τα υπόλοιπα αδέλφια…. Όμως επέστρεψαν στο νησί χωρίς να το καταλάβουν.

Αυτό όμως που εντυπωσιάζει στο Μαράθι είναι ότι όσο κι αν φαίνεται περίεργο, σε αυτή τη μικρή κουκκίδα συναντάς την απλότητα αλλά και την πολυτέλεια. Από τη μια συναντάς την απλότητα, στην ταβέρνα του Πειρατή Μιχαλιού, του Δημήτρη και της Πόπης Κάβουρα και από την άλλη πλευρά συναντάς την glamour ατμόσφαιρα στην ταβέρνα του Παντελή. Τα τελευταία χρόνια οι θαλαμηγοί, τα φουσκωτά και τα ιστιοπλοϊκά πλημμυρίζουν το Μαράθι.  Άνθρωποι που αναζητούν την ηρεμία, τον ήλιο του Αιγαίου και τη θάλασσα, μακριά από τα φώτα και την πολυκοσμία.

Γνωρίζουν καλά ότι στο Μαράθι κανείς δεν θα τους ενοχλήσει. Μάλιστα τα δύο τελευταία χρόνια η οικογένεια του Παντελή κατασκεύασε στο νησί συγκρότημα πολυτελών κατοικιών. Ανεβάζοντας πολύ ψηλά τον πήχη στη μικρή βραχονησίδα.

 Όταν όμως και οι τελευταίοι τουρίστες φύγουν από το νησί, η μοναξιά, ο δύσκολος χειμώνας, η απομόνωση  γι’ αυτούς που μένουν πίσω, την Πόπη, τον Δημήτρη και τον Μιχάλη, κυριαρχούν. Τότε τους ξεχνούν όλοι. Μένουν μόνοι. Μεγάλος απών για άλλη μια φορά το κράτος.