Το πάχος και ο παχύς λαιμός

Γράφει ο Δημήτρης Κρεμαστινός
Καθηγητής


Δεν είναι αρκετό να είναι κάποιος απλά παχύς για να κινδυνεύει από στεφανιαία νόσο. Θα πρέπει το λίπος να αθροίζεται σε ορισμένες περιοχές του σώματος, για να αποτελεί κακό προγνωστικό σημείο. 

Παρατηρήθηκε ότι η συγκέντρωση του λίπους στη μέση ήταν κακό σημάδι. Συγκεκριμένα, μια σειρά μελετών έδειξε ότι εάν η διάμετρος της μέσης είναι άνω των 105cm για τους άνδρες και 85cm για τις γυναίκες, υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να προσβληθεί ο άνθρωπος από στεφανιαία νόσο με τις επιπλοκές της με βασικότερη το έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Παράλληλα, με την περίμετρο της μέσης τα αποτελέσματα της μεγαλύτερης επιδημιολογικής μελέτης στον κόσμο της μελέτης Framingham έδειξαν ότι οι άνδρες που είχαν περίμετρο λαιμού μεγαλύτερη από 40,5 cm και οι γυναίκες άνω των 34,2 cm όλοι ηλικίας άνω των 51 ετών είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν στεφανιαία νόσο καθόσον η καλή χοληστερίνη τους ήταν χαμηλή. Η υψηλή τιμή της καλής χοληστερίνης (HDL) προστατεύει τις αρτηρίες, ενώ η υψηλή τιμή της κακής (LDL) τις καταστρέφει.

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της συγκεκριμένης μελέτης που μέτρησε την περίμετρο του λαιμού ήταν ότι αυτοί που είχαν παχύ λαιμό ήταν επιρρεπείς να προσβληθούν από αθηροσκλήρωση των αρτηριών καίτοι δεν είχαν αυξημένη περίμετρο μέσης. Όμως εάν είχαν επιπρόσθετα και αυξημένη περίμετρο μέσης τότε ο κίνδυνος ήταν ακόμα μεγαλύτερος για αυτούς τους ανθρώπους.

Οι ερευνητές αυτής της μελέτης υποστηρίζουν ότι όταν ο λαιμός είναι παχύς το λίπος του λαιμού υποδηλώνει ότι υπάρχει γενικότερα αυξημένη εναπόθεση λίπους στο άνω μέρος του σώματος, όπου βρίσκονται η καρδιά και το ήπαρ (συκώτι), οπότε αναμένεται να υπάρχει αυξημένο λίπος στην καρδιά και το ήπαρ. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι ο άνθρωπος αυτός είναι επιβαρυμένος και δεν βοηθιέται μόνο από τη δίαιτα.

Ο σωστότερος τρόπος για να απαλλαγεί ο άνθρωπος από αυτό το λίπος είναι η γυμναστική και όχι μόνον η δίαιτα. Κατά συνέπεια, ένας που έχει παχύ λαιμό πρέπει να υποβάλλεται σε πλήρη καρδιολογικό έλεγχο με στόχο την αναζήτηση τυχόν υπαρχόντων καρδιακών προβλημάτων που δεν έχουν ακόμα εκδηλωθεί κλινικά.