Στις 19 Σεπτεμβρίου η δίκη του πρώην διευθυντή του Κτηματολογίου

Την προσεχή εβδομάδα προσδιορίστηκε για να εκδικαστεί από το Τριμελές Εφετείο επί Κακουργημάτων Δωδεκανήσου η υπόθεση υπαλλήλου του Κτηματολογίου Ρόδου που κατηγορείται για υπεξαγωγή εγγράφου και έχει ήδη τεθεί σε αργία.

Όπως είναι γνωστό, σε βάρος του κατηγορουμένου έχουν ασκηθεί ποινικές διώξεις για τα αδικήματα: υπεξαγωγή εγγράφων κατ’ εξακολούθηση από υπάλληλο ήταν εμπιστευμένα και προσιτά λόγω της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλους αθέμιτο όφελος και να προξενήσει παράνομα αντίστοιχη ζημία σε άλλον η οποία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και των 150.000 ευρώ σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και απάτη κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.

Για αυτές θα κληθεί να δώσει εξηγήσεις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου επί Κακουργημάτων Δωδεκανήσου στις 19 Σεπτεμβρίου.
Αφορμή για να πάρει η υπόθεση το «δρόμο» της δικαιοσύνης και να ασκηθούν οι ποινικές διώξεις αποτέλεσε η αναφορά που κατέθεσε στις 5 Αυγούστου 2016 ο τότε Κτηματολογικός Δικαστής (υπηρετούσε ως Πρωτοδίκης στο Πρωτοδικείο της Ρόδου) με θέμα «Αναφορά ευρέσεως πλαστού παραχωρητήριου, φερομένου ως απωλεσθέντος».

Ακολούθησε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης στο πλαίσιο της οποίας ο πρώην προϊστάμενος του Κτηματολογίου κατέθεσε ανομωτί και μετά την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής εξέτασης ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του και ζητήθηκε από τον Ειδικό Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ρόδου η διενέργεια κύριας ανάκρισης.

Η δε παραπομπή του πρώην προϊσταμένου σε δίκη έγινε με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου σύμφωνα με το οποίο ο πρώην προϊστάμενος του Κτηματολογίου κατηγορείται ότι στη Ρόδο το χρονικό διάστημα από τις 14 Μαρτίου 2007 έως τις 14 Ιουνίου 2010, με πρόθεση και κατ’ εξακολούθηση υπεξήγαγε έγγραφο που του ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας του με σκοπό να βλάψει παράνομα το Ελληνικό Δημόσιο.

Συγκεκριμένα, λόγω της ιδιότητάς του κατηγορείται ότι είχε τη δυνατότητα πρόσβασης στην αίθουσα του «Αρχείου Καταχωρημένων Πράξεων» του Κτηματολογίου Ρόδου, από όπου ενεργώντας με πρόθεση και πλήρη γνώση, αφαίρεσε κρυφά και παράνομα και εν αγνοία των υπηρετούντων εκεί υπαλλήλων, το χρονικό διάστημα από τις 14 Μαρτίου 2007 έως τις 26 Σεπτεμβρίου 2007, πράξη του τότε (Αύγουστος 1996) του Κτηματολογικού Δικαστή που αφορά μερίδα γης στη Λαχανιά η οποία είχε μεταγραφεί με πλαστή απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου.

Σύμφωνα με το ίδιο παραπεμπτικό βούλευμα ο πρώην υπάλληλος φέρεται να έκρυψε στη συνέχεια την απόφαση αυτή στο γραφείο του όπου είχε πρόσβαση μόνο ο ίδιος και μάλιστα κατηγορείται ότι την είχε τοποθετήσει επιμελώς μεταξύ άλλων δεκάδων υπηρεσιακών εγγράφων.

Αρνείται τις κατηγορίες
Απολογούμενος ο  υπάλληλος, συνοδευόμενος από τους συνηγόρους του κ.κ. Κώστα Σαρρή, Μανώλη Κουτσούκο και Βασίλη Καβουριού, σύμφωνα με πληροφορίες, αρνήθηκε τα όσα του καταλογίζονται και χαρακτήρισε ως «αβάσιμη και προϊόν υπερβολικής ποινικής δίωξης» την κατηγορία που του έχει απαγγελθεί.

Πιο συγκεκριμένα, ο υπάλληλος είπε μεταξύ άλλων πως για αυτόν όλη η ταλαιπωρία ξεκίνησε όταν του ζητήθηκε από την ανακρίτρια Ρόδου να της προσκομίσει μία πράξη, που ήδη είχε μεταγραφεί από το 1996 και αφορούσε παραχώρηση τμήματος κτηματομερίδας στη Νότια Ρόδο. Ο υπάλληλος είπε πως βάσει της ακολουθούμενης διαδικασίας όλες οι πράξεις καταλήγουν να φυλάσσονται στον «φάκελο» του κάθε ακινήτου, όμως στην προκειμένη περίπτωση όταν αναζήτησε τον  σχετικό φάκελο του ακινήτου ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου η πράξη δεν ήταν μέσα σε αυτόν. Άμεσα κινητοποίησε και τους συναδέλφους του,  όμως παρά τις όποιες έρευνες που έγιναν, η πράξη δεν βρέθηκε.

Ο υπάλληλος εξήγησε αναλυτικά την κατάσταση που επικρατεί στο Κτηματολόγιο της Ρόδου από το 1929, έτος ίδρυσής του, έως και σήμερα όπου φυλάσσονται σε φυσικό αρχείο περί τις 900.000 καταχωρημένες πράξεις, χωρίς ποτέ να έχει γίνει μέχρι σήμερα απογραφή των πράξεων αυτών και ως εκ τούτου δεν υπάρχει θετική γνώση είτε για αυτές που έχουν ενδεχομένως χαθεί η καταστραφεί είτε για αυτές που πιθανόν να φυλάσσονται σε λάθος θέση, με αποτέλεσμα να μην βρίσκονται. Ο ίδιος πρόσθεσε πως σε αυτές τις πράξεις, έχουν δικαίωμα πρόσβασης οι υπάλληλοι της υπηρεσίας του Κτηματολογίου, οι δικηγόροι, οι συμβολαιογράφοι, οι δικαστικοί επιμελητές, οι υπάλληλοι υπηρεσιών κ.α. ενώ ο έλεγχος γίνεται με την περιέλευση της πράξης στα χέρια του ενδιαφερομένου και την επανατοποθέτηση της στη θέση της με αριθμητική σειρά.

Επιπλέον, ο υπάλληλος επεσήμανε πως το Κτηματολόγιο Ρόδου λειτουργεί χωρίς μηχανοργάνωση παρά τις όποιες προσπάθειες που  έχουν γίνει προς την κατεύθυνση αυτή. Σημειώνεται δε πως πριν μερικά χρόνια είχε ξεκινήσει η σάρωση εγγράφων του Κτηματολογίου αλλά τελικά το 2012 σταμάτησε με εντολή της διοίκησης έχοντας σαρωθεί ως τότε περί τις 20 εκατ. σελίδες.
Ωστόσο η όλη αυτή κατάσταση έχει ως αποτέλεσμα οι εκατοντάδες χιλιάδες πράξεις να βρίσκονται αφύλακτες στα αρχεία του Κτηματολογίου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Ο υπάλληλος εξήγησε ότι είναι ανθρωπίνως αδύνατο να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή πού μπορεί να βρίσκεται η κάθε πράξη, καταχωρημένη ή ακαταχώρητη, και φυσικά πως όλη αυτή η κατάσταση δεν δημιουργήθηκε το διάστημα που εκείνος υπηρετούσε στην υπηρεσία, αλλά προϋπήρχε. Ο ίδιος ανέφερε χαρακτηριστικά πως όταν ανέλαβε καθήκοντα στην υπηρεσία το 2002 υπήρχαν περισσότερες από 100.000 ακαταχώρητες πράξεις και εκατοντάδες άλλες προς αναζήτηση. Η εκκρεμότητα τόσων χιλιάδων ακαταχώρητων και ανέλεγκτων νομικά και τεχνικά πράξεων είχε ως παράπλευρο πρόβλημα την αδυναμία ενημέρωσης των αλφαβητικών ευρετηρίων με αποτέλεσμα για να βρεθεί κάποιο συγκεκριμένο ακίνητο να έπρεπε να ήταν γνωστός ο αριθμός της Κτηματομερίδας.

Ο υπάλληλος αναφέρθηκε και στην άριστη συνεργασία που είχε με την ΚΥΔ και τις διωκτικές αρχές της περιοχής μας για την υπόθεση παραχώρησης δημοσίων κτημάτων με πλαστές Νομαρχιακές αποφάσεις, υπόθεση για την οποία «σε κανένα από  τα πρόσωπα που με την υπογραφή τους προκάλεσαν βλάβη σε βάρος του Δημοσίου δεν καταλογίστηκε καμία απολύτως ευθύνη ακόμη και σε διοικητικό επίπεδο».

Σε ό,τι αφορά τους φακέλους και έγγραφα που υπήρχαν στο γραφείο του, ο υπάλληλος είπε πως επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος φύλαξης τους, όσα έγγραφα ήταν προς διεκπεραίωση και υπήρχε κίνδυνος αλλοίωσης ή απώλειας τα έβαζε για λόγους ασφαλείας στο γραφείο του στο οποίο πρόσβαση είχε μόνο ο ίδιος και το προσωπικό του Κτηματολογίου και όχι τρίτοι. Οι φάκελοι δε που λάμβανε το Κτηματολόγιο από τη Δ.Ο.Υ. σχετικά με αιτούμενη πληροφόρηση για την περιουσιακή κατάσταση σε σχέση με την ακίνητη περιουσία οφειλετών, δεν υπήρχε δυνατότητα να απαντηθούν καθώς στο Κτηματολόγιο της Ρόδου δεν τηρούνται ονομαστικά ευρετήρια και ως εκ τούτου είναι αδύνατος ο έλεγχος και συνεπώς η απάντηση επί των συγκεκριμένων αιτήσεων. Ο υπάλληλος είπε πως αρκετές φορές είχε ενημερώσει για το θέμα αυτό την Εφορία για την αδυναμία ικανοποίησης των αιτημάτων της, όμως συνέχισαν να αποστέλλουν ερωτήματα σε μία υπηρεσία που δεν υφίσταται μηχανοργάνωση. Ο υπάλληλος πρόσθεσε επίσης πως η ίδια πρακτική τηρούνταν και από τους προκατόχους του οι οποίοι μάλιστα δεν έθεταν ούτε πρωτόκολλο στα εισερχόμενα έγγραφα!

Ο υπάλληλος επεσήμανε επίσης πως ουδέποτε καταστράφηκαν ή απεκρύβησαν από μέρους του έγγραφα ή αιτήματα υπηρεσιών που μπορούσαν να απαντηθούν. Η κατηγορία – είπε – που του έχει απαγγελθεί αφορά αιτήσεις από οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) για εγγραφή υποθήκης στην ακίνητη περιουσία οφειλετών του Δημοσίου, επιστολές τις οποίες αγνοούσε ότι υπήρχαν και οι οποίες βρέθηκαν στο γραφείο του χωρίς ποτέ να γίνει επίσημη απογραφή των εγγράφων που υποτίθεται ότι βρέθηκαν σε αυτό.
Τέλος, ο ίδιος τόνισε ότι το Δημόσιο δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε βλάβη από τις ενέργειές του και πως δεν υπάρχει κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο ότι έχει ενεργήσει με δόλο.