Οι λοιμώξεις της καρδιάς

Άρθρο του Δημήτρη Κρεμαστινού
Καθηγητή Καρδιολογίας, Μέλους της Ευρωπαϊκής  Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών στο “ΒΗΜΑ” της Κυριακής

 

Οι λοιμώξεις του ανθρώπινου οργανισμού προκαλούνται από μικροοργανισμούς που στην πράξη είναι τα μικρόβια και οι ιοί και που προσβάλλουν τα διάφορα όργανα. Μέσα στο πλαίσιο αυτό από λοιμώξεις  προσβάλλεται και η καρδιά.

Είναι γνωστές οι μυοκαρδίτιδες, οι ενδοκαρδίτιδες και οι περικαρδίτιδες. Πρόκειται για προσβολές από ιούς ή μικρόβια του μυοκαρδίου, του ενδοκαρδίου και του περικαρδίου. Με απλά λόγια είναι προσβολές του εσωτερικού τοιχώματος της καρδιάς (ενδοκάρδιο – μυοκάρδιο) και του υμένα που περιβάλλει την καρδιά δηλαδή του περικαρδίου. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι εάν έχουν επίδραση οι λοιμώξεις πάνω στις αρτηρίες της καρδιάς, δηλαδή τις στεφανιαίες αρτηρίες γιατί τα εμφράγματα προέρχονται από θρόμβωση των στεφανιαίων αρτηριών.

Κατά συνέπεια υπάρχει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την σχέση λοιμώξεων και εμφραγμάτων. Είναι γνωστό ότι όταν υπάρχει αθηροσκλήρωση το εσωτερικό τοίχωμα της αρτηρίας όταν υπάρχει αθηροσκλήρωση φλεγμένει άσηπτα, δηλαδή χωρίς την παρουσία μικροβίου ή ιού.

Εντούτοις έχει παρατηρηθεί από σειρά εργασιών ότι κατά τους χειμερινούς μήνες όταν υπάρχει έξαρση της γρίπης από ιούς παρατηρείται και αύξηση των εμφραγμάτων. Δηλαδή φαίνεται ότι μία γενικότερη λοίμωξη του οργανισμού διεγείρει τον μηχανισμό της φλεγμονής στο τοίχωμα των αρτηριών της καρδιάς.

Όμως το όλο θέμα ευρίσκεται υπό διερεύνηση.

Στην περίπτωση της μυοκαρδίτιδας κυρίως υπεύθυνοι είναι διάφοροι ιοί. Ο ιός επιτίθεται σε δύο φάσεις είτε κατά την περίοδο της ιαιμίας, δηλαδή όταν ο ιός κυκλοφορεί στο αίμα, είτε κατά την περίοδο της χρόνια φάσης οπότε ο ιός συνεχίζει την καταστροφική του προσπάθεια σιγά-σιγά και μακροχρόνια, υπό μορφή ανοσολογικής αντίδρασης. Τότε καταστρέφει το μυοκάρδιο και οδηγεί τον άρρωστο σε χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια συνήθως με την μορφή της μυοκαρδιοπάθειας διατατικού τύπου.

Ο ιός που προκαλεί μυοκαρδίτιδα σπανίως επιτίθεται στη φάση της ιαιμίας και δημιουργεί εικόνα οξείας καρδιακής ανεπάρκειας προκαλώντας οξεία μυοκαρδιτιδα που εξελίσσεται ταχύτατα μέσα σε λίγες μέρες και είναι ιδιαίτερα απειλητική για τη ζωή του αρρώστου. Το σύνηθες είναι να προκαλεί χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια που εξελίσσεται μέσα σε λίγους μήνες ή σε χρόνια.

Στα κλασικά συγγράμματα της Καρδιολογίας μέχρι και το 1950 η ενδοκαρδίτιδα κατατασσόταν στις θανατηφόρες παθήσεις της καρδιάς.  Η ανακάλυψη των αντιβιοτικών και η εξέλιξη της καρδιοχειρουργικής υπήρξαν δύο αποφασιστικές καταστάσεις της επιστήμης που έπληξαν την θανατηφόρα απειλή της ενδοκαρδίτιδας. 

Η πρόληψη, σε συνδυασμό με την πρώιμη διάγνωση με την βοήθεια των συγχρόνων απεικονιστικών μεθόδων όπως η ηχωκαρδιογραφία και η μαγνητική τομογραφία, συνέβαλε ουσιαστικά στην εντυπωσιακή ελάττωση της θνητότητας.

Στις περιπτώσεις της ενδοκαρδίτιδας προϋπόθεση για την εκδήλωση της είναι η μικροβιαιμία. Η είσοδος ενός μικροβίου στο αίμα προκαλεί μικροβιαιμία.  Η ενδοκαρδίτιδα ανήκει στις λοιμώξεις της καρδιάς και χαρακτηρίζεται από την εγκατάσταση ενός μικροβίου που κυκλοφορεί στο αίμα στον εσωτερικό χιτώνα της καρδιάς δηλαδή το ενδοκάρδιο ή τις βαλβίδες της. Συχνότερα προσβάλλονται η βαλβίδα της αορτής και η μιτροειδής βαλβίδα.

Η ενδοκαρδίτιδα συνήθως προσβάλλει περιοχές της καρδιάς που παρουσιάζουν κάποια βλάβη όπως π.χ. στένωση ή ανεπάρκεια των βαλβίδων της, μεσοκοιλιακή επικοινωνία κ.τ.λ.  Πάνω στη βλάβη δημιουργούνται νεκρωτικές μάζες που περιέχουν μικρόβια, αιμοπετάλια, ερυθρά αιμοσφαίρια και ονομάζονται εκβλαστήσεις.

Εάν η ενδοκαρδίτιδα δεν αντιμετωπισθεί σωστά με το κατάλληλο αντιβιοτικό,  μπορεί τμήματα της εκβλάστησης να αποσπαστούν και να δημιουργήσουν σηπτικές εμβολές με μικρόβια σε διάφορα όργανα π.χ. τον εγκέφαλο ή την καρδιά και να προκαλέσουν εγκεφαλικό επεισόδιο ή έμφραγμα αντίστοιχα. Η ενδοκαρδίτιδα εκδηλώνεται συνήθως με πυρετό και ρίγος, κακουχία, καταβολή δυνάμεων και αναιμία. Το μικρόβιο που προκαλεί την ενδοκαρδίτιδα προσδιορίζουν οι καλλιέργειες αίματος και αντιμετωπίζεται με τον κατάλληλο συνδυασμό αντιβιοτικών.

Εάν αποτύχει η θεραπεία , τότε ο άρρωστος υποβάλλεται σε καρδιοχειρουργική επέμβαση της πάσχουσας βαλβίδας. Πρωταρχικό ρόλο στην ελαχιστοποίηση του κινδύνου για ενδοκαρδίτιδα έχει η πρόληψη. Η χημειοπροφύλαξη με αντιβίωση σε ασθενείς υψηλού κινδύνου είναι επιβεβλημένη όταν πρόκειται να υποβληθούν σε οποιαδήποτε αιματηρή επέμβαση και ιδιαίτερα οδοντιατρική στο στόμα.

 Όσον αφορά την περικαρδίτιδα, η περικαρδίτιδα κατά κανόνα θεωρείται καλοήθης νόσος συγκριτικά με τις μυοκαρδίτιδες και τις ενδοκαρδίτιδες. Μόνο ένα μικρό ποσοστό (15%) των περικαρδίτιδων συνυπάρχει με μυοκαρδίτιδα ενώ 1-2% των περικαρδίτιδων εξελίσσεται σε συμπιεστική περικαρδίτιδα όπου παρατηρείται πάχυνση του περικαρδίου και σε πολλές περιπτώσεις εναπόθεση ασβεστίου, οπότε μπορεί να κριθεί αναγκαίο να αφαιρεθεί το περικάρδιο με χειρουργική επέμβαση που λέγεται περικαρδιεκτομή.

Περικαρδίτιδα, με ταχεία αναπαραγωγή του περικαρδιακού υγρού όταν το υγρό συμπιέζει και παρεμποδίζει την λειτουργία της καρδιάς αφαιρείται με παρακέντηση. Περικαρδίτιδα είναι δυνατόν να παρατηρηθεί σε γενικότερες παθήσεις όπως είναι οι παθήσεις του ανοσοβιολογικού συστήματος και οι διάφορες μορφές καρκίνου πρωτοπαθούς ή μεταστατικού. Όμως το ποσοστό αυτών  των περικαρδίτιδων είναι ευτυχώς χαμηλό.

Γενικότερα η περικαρδίτιδα θεωρείται καλοήθης νόσος γιατί συνήθως δεν οδηγεί σε καρδιακή ανεπάρκεια όπως συμβαίνει με την μυοκαρδίτιδα και την ενδοκαρδίτιδα. Κατά κανόνα είναι εύκολα διαγνώσιμη, σχετικά εύκολα θεραπεύσιμη και ασφαλώς δεν συγκαταλέγεται στις επικίνδυνες παθήσεις της καρδιάς.