Ρωσσέτος (Ρούσσος) Σταυλάς, ένας ήρωας από την Αστυπαλιά

Γράφει ο Γιάννης Σταυλάς

Ήταν Οκτώβρης του 1964. Κτυπήματα σκεπαρνιών στις σανίδες των καλουπιών του τότε νεοαναγειρόμενου ξενοδοχείου «Belvedere» διατάρασσαν την ησυχία στα «Ταμπάχανα» . Οι ήχοι ανακατεύονταν με μυρωδιές από τον ξυλόφουρνο του Νικολαΐδη κάτω από το παλιό Νοσοκομείο. Λίγο παρακάτω οι αγελάδες του Κεμάλ έβοσκαν ανέμελα στα χωράφια.

Η κυρά-Βασιλική (Καμπέρη), δεινή Σμυρνιά μαγείρισσα, φρόντιζε για το δεκατιανό. Συχνά μας γλύκαινε με ένα κομμάτι πάστα φλόρα. Τα απογεύματα στην αυλή μας, ακριβώς εκεί που σήμερα βρίσκεται το ξενοδοχείο «Rbodos Beach – Rhodos Horizon Resort», σχεδιάζαμε το προγραμματισμένο παιχνίδι/κυνήγι της φώκιας στην παραλία της Ψαροπούλας. Όλη μέρα σπρώχναμε αμμοχάλικο στη θάλασσα δημιουργώντας μικροσκοπικές προβλήτες, πρόκληση για τις φώκιες του «Μπρούσαλι» να σταθούν καμαρωτές εκεί.

Ο «μαστρο – Ρούσσος», έτσι τον αποκαλούσαν χριστιανοί και μουσουλμάνοι της γειτονιάς, πηγαινοέρχονταν από τη δουλειά του με ένα ποδήλατο “Legnano”. Μαραγκός – συντηρητής στο Νοσοκομείο, αλλά, όπως μου έλεγε, ήταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, μόνο εγχειρήσεις δεν έκανε...

Επί Χούντας απολύθηκε λόγω των πολιτικών του θέσεων και της συνδικαλιστικής του δράσης. Ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Νοσοκόμων Ρόδου, μαζί με τον Γαβριήλ Μίσιο, τον Ηλία Απόκοτο και τον Βασίλη Σταματιάδη.
Ανεργία και «τζάμπα» δουλειές τον οδήγησαν στην οικοδομή. Σύντομα έγινε μάστορας καλουπατζής. Τον θαύμαζα σκαρφαλωμένο στις τρομακτικές σκαλωσιές του «εικοσαόροφου» “Rodos Palace” το 1971-1973.

Θυμάμαι, κάποια απογεύματα, κατάκοπος, μετά το φαγητό, αποσύρονταν στον καναπέ της κουζίνας, ξάπλωνε μπρούμυτα και αναστενάζοντας από την κούραση μου έλεγε:
«Γιάννη, παιδί μου, μπορείς, σε παρακαλώ, να δεις την πλάτη μου…. κάτι με ενοχλεί»
Έβγαζε την «κανοτιέρα» του (φανελάκι), σκορπίζοντας άρωμα από ξύλο, τσιμέντο, σίδερο και ιδρώτα. Διατηρούσε καλλίγραμμο σώμα με αξιοζήλευτο μυϊκό σύστημα. Κάθε φορά δεν δυσκολευόμουν να εντοπίζω δυο-τρία μεγάλα πυώδη σπυριά.
«Σφίξ’τα δυνατά με τους αντίχειρες πρόσταζε ...με τόνο απελπισίας».

Με έκπληξη διαπίστωνα να πετάγονται μικροσκοπικά σιδεράκια μαζί με πύον από το δέρμα του. Θραύσματα από εκρήξεις όλμων και χειροβομβίδων, μου έλεγε. Είχαν σφηνωθεί στις σάρκες του κατά τις επιδρομές του Ιερού Λόχου στις μάχες της Βόρειας Αφρικής και της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας στο Ρίμινι κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν τόσο δυνατές οι εκρήξεις, που συχνά έχανε για αρκετή ώρα την ακοή και τον προσανατολισμό του. Έτρεχε, όμως, χωρίς να αισθάνεται πόνο, παρά μόνο το ζεστό αίμα να κυλά στην πλάτη του.

«Πρέπει να γυρίσω στην πατρίδα μου, την Αστυπαλιά λεύτερη, σκέπτονταν. Πρέπει να πάρω πίσω το αίμα του αδελφού μου».

Η ιστορία του μικρού ήρωα πατέρα μου, «Σταυλά Ρωσσέτου του Θεοδώρου και της Ευφροσύνης» ή μαστο-Ρούσσου, όπως τον αποκαλούσαν, ξεκινά τον Νοέμβριο του 1943, σε ηλικία μόλις 20 ετών.
Λίγες μέρες πριν, στις 22 Οκτωβρίου, οι γερμανικές δυνάμεις, αποτελούμενες από τον 15ο Λόχο του 4ου Συντάγματος και τον 1ο Λόχο Αμφίβιων Καταδρομών (JAGER) του 1ου Συντάγματος Βραδεμβούργιων, κατέλαβαν την Αστυπάλαια.

Προσπαθούσαν από τον Σεπτέμβριο του 1943 να κάμψουν τη σθεναρή αντίσταση των Ιταλών. Η όλη επιχείρηση διήρκεσε λιγότερο από έξι ώρες, στη διάρκεια των οποίων συνελήφθησαν 627 Ιταλοί ναύτες και οπλίτες, είκοσι αξιωματικοί και επτά Βρετανοί. Αξιοσημείωτο είναι ότι μια μικρή ομάδα 150 περίπου Ιταλών στρατιωτών βρήκε καταφύγιο σε σπίτια Αστυπαλιτών και στη σπηλιά του Άη Γιάννη του Μακρή στη νότια πλευρά του νησιού.

Η γιαγιά μου Φροσύνη, χήρα με τρία από τα 8 παιδιά της, τον Γιάννη, τον Ρούσσο και τον Μιχάλη, ζούσε τότε στον «Μπαξέ» του Δημητρού στον Άη Κωνσταντίνο. Έχασε τον άντρα της Θοδωρή από περιτονίτιδα, σε ηλικία μόλις 46 ετών. Ήταν 3 του Νοέμβρη, όταν ο Γιάννης (23 ετών) με τον Ρούσσο (20 ετών) αποφάσισαν να επισκεφτούν την αδελφή τους Κυρανώ στο 3ο Μαρμάρι, 3,5 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της «Χώρας», όπως αποκαλούν την πόλη της Αστυπαλιάς. Η Κυρανώ, παντρεμένη με τον «Λοστρόμο», Γιώργο Δελμαδώρο επίσημα, προικίστηκε, σαν πρωτοκόρη, με χωράφια και Μπαξέ.

Έναν αληθινό παράδεισο, με σπίτι, αποθήκες και πηγάδι με στέρνα. Είχε απ’ όλα τα καλά. Κότες, κατσίκια, ζαρζαβατικά και φρούτα αρκετά για να ζήσει όλη η οικογένεια.
Λίγο πιο κάτω ήταν οι κύριες εγκαταστάσεις στρατωνισμού των Ιταλών στο Μαρμάρι. Τα τμήματα του Ιταλικού Στρατού αποτελούνταν κυρίως, από ένα λόχο Πολυβόλων του 10ου Συντάγματος πεζικού (Ταξιαρχία Ρεγγίνα). Σαν έδρα διοίκησης είχε το Μαρμάρι και μαζί με άλλες δυνάμεις ιταλικού Πεζικού έφθανε τους 300 άνδρες. Όλες οι υποδομές εγκαταλείφθηκαν αμέσως μετά την απόβαση των Γερμανών.

Το σούρουπο, κατά την επιστροφή τους, ο Γιάννης και ο Ρούσσος, πήραν 5-6 κουβέρτες και μια βαλίτσα γεμάτη ρούχα από την εκεί εγκαταλελειμμένη ιταλική “καζέρνα”. Αγνόησαν τη εντολή των Γερμανών να μη αγγίξουν τίποτε, διαταγή που δεν έφτασε έγκαιρα στις «Μάντρες» και τα περιβόλια της αραιοκατοικημένης Αστυπαλιάς.

Για κακή τους τύχη, δεν διένυσαν 1,5 χιλιόμετρο όταν έπεσαν σε γερμανικό μπλόκο. Και δεν έφτανε αυτό, μέσα στη βαλίτσα βρέθηκε ένα πιστόλι “Beretta”. Η απόφαση των κατακτητών ήταν άμεση, οι νεαροί θεωρήθηκαν άκρως επικίνδυνοι, «καταδικάστηκαν» με συνοπτικές διαδικασίες σε θάνατο. Οδηγήθηκαν στην παραλία, και πριν στηθούν στο εκτελεστικό απόσπασμα, τους διέταξαν να σκάψουν το λάκκο τους.

Σε αντίθεση με τον μεγαλύτερο αδελφό του ο Ρωσσέτος διαισθάνθηκε τι επρόκειτο να ακολουθήσει, αντιλήφθηκε την κρισιμότητα των στιγμών, ο τόνος της φωνής των Γερμανών δεν άφηνε περιθώρια. Παρότρυνε τον Γιάννη να πέσουν στη θάλασσα. Το φως της ημέρας υποχωρούσε και μόνο με σύμμαχο το σκοτάδι θα υπήρχαν λιγοστές ελπίδες να επιβιώσουν.

Μα ο Γιάννης δεν πίστεψε ποτέ ότι η θηριωδία των Γερμανών θα έφτανε μέχρι εκεί. Αυτό ήταν το τραγικό λάθος του συγχωρεμένου θείου μου Γιάννη, που έχω το όνομά του. Εκτελέστηκε άδοξα. Ο πατέρας μου έπεσε στη θάλασσα και με μακροβούτι βρέθηκε στα βαθιά, κάποιες σφαίρες τρυπούσαν το νερό δίπλα του, γλίτωσε όμως. Ίσως οι στρατιώτες να μην σημάδευαν καλά, επρόκειτο για 20χρονο παιδί.

Αργά τη νύχτα βγήκε στον διπλανό κολπίσκο και με κάθε προφύλαξη έφτασε πάλι στην αδελφή του. Ήταν καταζητούμενος, έπρεπε να κρυφτεί ...Δεν είχε πολλές επιλογές, ή μάλλον μια και μοναδική, ...να χωθεί στη σπηλιά του Άη Γιάννη του Μακρή μαζί με Ιταλούς και λιγοστούς Άγγλους.

Δεν πέρασαν πολλές μέρες όταν τους παρέλαβε αγγλικό υποβρύχιο με προορισμό την Κύπρο. Εκεί κατατάχθηκε στο αγγλικό Πεζικό και μεταφέρθηκε με το λόχο του στον Λίβανο και από εκεί στο Κάιρο. Ατέλειωτες ιστορίες μας διηγούνταν από αυτά τα ταξίδια. Εντύπωση μου έκανε όταν προσπάθησε κάποτε να διώξει τις μύγες από τα μάτια ενός Αιγύπτιου και τον κυνήγησε με πέτρες ...ήταν χωρτάτες οι μύγες στα μάτια του, του εξήγησαν, και δεν ήθελε άλλες πεινασμένες.

Πρόλαβε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Βόρεια Αφρική, ενάντια στις στρατιά της «αλεπούς της ερήμου», Έρβιν Ρόμμελ. Ινδοί, Πακιστανοί και κάθε λογής άλλοι στρατιώτες ήταν στην πρώτη γραμμή μου έλεγε.

Εκεί συναντήθηκε με τον «Ιερό Λόχο» όπου με διαμεσολάβηση του Πάπα και Πατριάρχη Αλεξανδρείας Χριστόφορου του Β’ εντάχθηκε σε αυτόν κάτω από τις εντολές του συνταγματάρχη Τσιγάντε. Στη συνέχεια ακολούθησε την 3η Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία υπό τον συνταγματάρχη Θρασύβουλο Τσακαλώτο και πολέμησε στις Μάχες του Ρίμινι και Ρουβικόνα στην Ιταλία (υπό τη Διοίκηση του 1ου Καναδικού Σώματος). Η εμπλοκή της «Ταξιαρχίας Ρίμινι», όπως τιμητικά αποκαλέστηκε η 3η Ορεινή Ταξιαρχία, πραγματοποιήθηκε με προσωπική εντολή του Τσώρτσιλ.

Στις 20 Οκτωβρίου του 1944 σε Ειδική Ημερήσια Διαταγή του αντιστράτηγου Sir Bernard Freyberg, Διοικητού της 2ης Νέο- Ζηλανδικής Μεραρχίας, εκθειάζεται η μαχητικότητα και γενναιότητα των Ελλήνων στρατιωτών στο Ιταλικό πεδίο μάχης.

Αργότερα τον Απρίλη του 1945 απονέμεται στον επιδείξαντα εξαίρετον διαγωγήν ως μαχητή Σταυλά Ρωσσέτο του Θεοδώρου εξ Αστυπαλαίας

- Ο σταυρός του Ευαγγελιστού Μάρκου, υπό του Πατριάρχου Αλεξανδρείας, συμφώνως της υπ’ αριθ. 7223/3-ΧΙ-44 Διαταγή ΙΙΙ

- Το μετάλλιον εξαιρέτων πράξεων, δυνάμει της υπ’ αριθ. 72/5-ΧΙ-44 Δ.Υ.Σ.

Ο μαστρο-Ρούσσος δεν ήταν υποχρεωμένος να υπηρετήσει στον Ελληνικό Στρατό. Η Δωδεκάνησος τότε ήταν υπό Ιταλική κατοχή. Ήθελε όμως να παίξει ενεργό ρόλο, να δηλώσει παρών στον διεξαγόμενο αγώνα. Ζούσε την κρισιμότητα των στιγμών, αλλά διαισθανόταν ότι με αυτό τον τρόπο θα συνέβαλε στην Ελευθερία της Ελλάδας και θα κατέθετε φόρο τιμής στον αδελφό του Γιάννη, που εκτελέστηκε από τους κατακτητές Γερμανούς.

Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι όταν επέστρεψε στην Ελλάδα φυλακίστηκε για ένα διάστημα μέχρι εξακρίβωσης των στοιχείων του. Το όνομα Ρούσσος δεν άρεσε, μπορούσε να έχει σχέση ή με κομμουνιστές ή με τον Γεώργιο Ρούσσο, ηγέτη των φιλελευθέρων στην Αίγυπτο και προσωπικό φίλο του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Επίσης η οικογένειά του δεν γνώριζε επί 7 χρόνια την ύπαρξή του. Θεώρησαν ότι δεν κατάφερε τελικά να επιζήσει από το κυνήγι των Γερμανών. Έτσι κάθε χρόνο στις 3 του Νοέμβρη τον μνημόνευαν μαζί με τον αδικοχαμένο αδελφό του.

Ένιωσα την ανάγκη να γράψω δυο λόγια στη μνήμη του αγαπητού μου πατέρα. Έναν άνθρωπο που πέρασε τα ωραιότερα χρόνια της ζωής του στα πεδία των μαχών της Αφρικής και Ιταλίας. Έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να αποφύγει όλες τις κακουχίες αλλά δεν λιποψύχησε. Έναν Έλληνα που έβαλε την πατρίδα του πάνω από τη ζωή του.

 

Ρούσσος Σταυλάς
Ρούσσος Σταυλάς

 

Γερμανοί κατακτητές στο Στενό Αστυπάλαιας
Γερμανοί κατακτητές στο Στενό Αστυπάλαιας