Η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδος, μονόδρομος εξόδου από την κρίση

Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος

Η οικονομική ανάπτυξη, είναι ο σημαντικότερος μακροχρόνιος στόχος όλων των κρατών και έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας.

Ο όρος οικονομική ανάπτυξη, αναφέρεται στην αύξηση της πραγματικής παραγωγής των προϊόντων και των υπηρεσιών σε μία οικονομία και υπολογίζεται συνήθως στο τέλος κάθε έτους, ως ποσοστιαία ετήσια μεταβολή του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ).

Επομένως, η οικονομική ανάπτυξη εκφράζεται διαχρονικά, και περιλαμβάνει την αύξηση του εισοδήματος των νοικοκυριών και τη μείωση της φτώχειας των κοινωνιών. Κατά συνέπεια, η οικονομική ανάπτυξη πρέπει να επιδιώκεται από κάθε χώρα, γιατί, εφόσον επιτυγχάνεται, ικανοποιεί τις περισσότερες υλικές ανάγκες και επιλύει τα βασικά οικονομικά προβλήματα των κοινωνιών.

Η οικονομική ανάπτυξη είναι η φιλοσοφία της δημιουργικότητας, της υγιούς επιχειρηματικότητας και της ποιότητας των αγαθών και υπηρεσιών. Είναι οι παραγωγικές άμεσες επενδύσεις, οι οποίες δημιουργούν νέες δουλειές και νέες θέσεις εργασίας. Η οικονομική ανάπτυξη προέρχεται κυρίως, από την αύξηση της παραγωγικότητας, δηλαδή από την αύξηση της παραγωγής, μέσω των καινοτομιών, μέσω της βελτίωσης των υπαρχουσών μεθόδων παραγωγής και μέσω της εξωστρέφειας και συνεργασίας με ξένους επιχειρηματικούς ομίλους, οι οποίοι κατέχουν και προσφέρουν την υψηλή τεχνογνωσία.

Ο συνδυασμός, μάλιστα, με τις άμεσες ξένες επενδύσεις, αποτελεί έναν από τους πολλούς τρόπους, όπου μπορούν οι χώρες να λαμβάνουν νέες τεχνολογίες, οι οποίες αυξάνουν την παραγωγικότητα και μεταδίδουν την τεχνογνωσία και σε άλλους παραγωγικούς κλάδους. Εξάλλου, οι δράσεις έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας, αποτελούν στις ανεπτυγμένες χώρες τον κορμό της αναπτυξιακής τους πολιτικής. 

Κλειδιά στη σύγχρονη αναπτυξιακή διαδικασία, πέραν των επενδύσεων και ιδιαίτερα των ξένων άμεσων επενδύσεων αποτελούν η σύγχρονη εκπαίδευση και η επαγγελματική κατάρτιση, τόσο των στελεχών όσο και του υπαλληλικού-εργατικού δυναμικού, η αποτελεσματική ανταγωνιστική και απελευθερωμένη αγορά, το αποτελεσματικό κοινωνικό και εποπτικό κράτος, η γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης, το σταθερό και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα, κ.ά.

Στην πατρίδα μας, η οποία δεν υστερεί σε επιστήμονες — που πολλοί εξ αυτών είναι παγκοσμίως γνωστοί — ούτε σε σωστούς επιχειρηματίες ούτε σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, που να μην μπορούν να προσφέρουν γνώσεις και να μορφώνουν τους νέους, υπάρχουν πολλές υγιείς επιχειρήσεις με αξιοζήλευτες επιδόσεις, οι οποίες μπορούν να ανταγωνιστούν και να συνυπάρξουν με ομοειδείς επιχειρήσεις του εξωτερικού. Ωστόσο, οι επιδόσεις της χώρας μας στους τομείς έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας είναι αρκετά χαμηλές και υπολείπονται αισθητά εκείνων, των ανεπτυγμένων χωρών.

Είναι γενικά παραδεκτό ότι ο δυναμικότερος τομέας της οικονομίας κάθε χώρας που διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στην ανάπτυξη, είναι η βιομηχανική της παραγωγή, η οποία δυστυχώς, υστερεί σημαντικά στον τόπο μας. Έτσι, η σημερινή παραγωγική βάση της οικονομίας μας δεν είναι επαρκώς ευρεία, ώστε να δημιουργηθεί ικανός αριθμός νέων θέσεων εργασίας και να καταπολεμηθεί η ανεργία, η οποία τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης είχε αναρριχηθεί στο 26% περίπου και συνεχίζει να παραμένει υψηλή.

Αλλά και ο πρωτογενής μας τομέας (αγροτική παραγωγή) — που θεωρείται η ψυχή της παραγωγής — έχει τις τελευταίες δεκαετίες συρρικνωθεί σημαντικά, ενώ ο τριτογενής τομέας (εμπόριο-υπηρεσίες) βρίσκεται σε στασιμότητα και αβεβαιότητα, με μόνη εξαίρεση τον τουριστικό κλάδο, ο οποίος προσδίδει ένα σημαντικό δυναμισμό στο ΑΕΠ και την απασχόληση.

Γι’ αυτό, δεν πρέπει να απορρίπτουμε τις άμεσες ξένες επενδύσεις, οι οποίες σε συνδυασμό με τους δυναμικούς τομείς της οικονομίας μας, μαζί με τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, δηλαδή, όλα τα διεθνώς ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες, είναι αυτά που αυξάνουν την πίτα και επομένως, αποτελούν τις βασικές ατμομηχανές και τους καθοριστικούς παράγοντες της οικονομικής μας ανάπτυξης.

Μία από τις δημοσιευμένες εκθέσεις της Κομισιόν, υποστήριζε ότι η ελληνική οικονομία είχε θετική πορεία ανάπτυξης το 2014, όμως η μη ολοκλήρωση του δεύτερου προγράμματος από την τότε κυβέρνηση (συγκυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ), το δημοψήφισμα που ακολούθησε τον Ιουλίου του 2015, καθώς και τα capital controls με τους περιορισμούς κεφαλαίων της επόμενης κυβέρνησης (του ΣΥΡΙΖΑ), αύξησαν την αβεβαιότητα και επιδείνωσαν την προοπτική της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας.

Το αποτέλεσμα ήταν— όπως υποστήριζε η έκθεση στις προβλέψεις της — οι αρνητικές επιπτώσεις από το κλίμα αβεβαιότητας που δημιουργήθηκαν το 2015 να διαρκέσουν και το 2016, γεγονός το οποίο πραγματικά συνέβη. Ωστόσο, τα επόμενα έτη 2017 και 2018, ξεκίνησε δειλά-δειλά μία αναπτυξιακή πορεία με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ, με ποσοστά που κυμάνθηκαν στο 1,4% και 1,9%, κυρίως, χάρη στο δυναμισμό του τουρισμού και των εξαγωγών.

Θα χρειαζόταν, ίσως, η Ελλάδα να μιμηθεί το παράδειγμα της Ιρλανδίας, η οποία μόλις δύο χρόνια από την ολοκλήρωση του πακέτου διάσωσης ύψους 67 δισ. ευρώ, επανήλθε σε γοργούς ρυθμούς ανάπτυξης, και αναδύθηκε ξανά ως μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είναι αναγκαίο, λοιπόν, να γίνει κατανοητό ότι μόνο με την οικονομική ανάπτυξη — η οποία επιτυγχάνεται μέσω των επενδύσεων και της παραγωγής — και την αναβάθμιση του υγιούς επιχειρηματικού περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με τον εποπτικό ρόλο του κράτους και την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας — η οποία δυστυχώς αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη —, θα αυξηθεί το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ), θα βελτιωθεί το εισόδημα και η ευημερία των εργαζομένων, θα μειωθεί το δημόσιο χρέος, και προπαντός, θα αυξηθεί η απασχόληση και, κατά συνέπεια, θα περιορισθεί η πολύ μεγάλη ανεργία και η φτώχεια.

Δυστυχώς, όσο και να το ψάξουμε, στην οικονομική επιστήμη άλλες… μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν.
Συμπερασματικά, η Ελλάδα, χωρίς ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και με τα δεδομένα της κρίσης, θα ζει σε μία οικονομία υφεσιακή και σε μία κοινωνία εξαρτημένη, που θα βρίσκεται μονίμως στο έλεος των δανειστών.

*Σημείωση: Αποτελεί Κεφάλαιο του νέου μου βιβλίου με τίτλο: 
«ΑΠΛΑ ΘΕΜΑΤΑ ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΜΕ ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» (διατίθεται στα βιβλιοπωλεία «ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ» και «ΑΚΑΔΗΜΙΑ»).