Περασμένα μεγαλεία...  Η πορεία του Γιώργου Αχιολά

Γράφει ο ο Δημήτρης Δραγάτης

Έβλεπε με μεγάλη ευκολία τα αντίπαλα δίχτυα αν και κατά τη διάρκεια της θητείας του αγωνίστηκε και ως λίμπερο και μάλιστα για μια περίοδο περίπου 6 ετών. Μπορούσε να παίξει με ευκολία και σε άλλες θέσεις όπως αυτή του κεντρικού χαφ αλλά και του δεξιού μπακ χαφ στις οποίες επίσης χρησιμοποιήθηκε.

Ο λόγος για τον Γιώργο Αχιολά, ένα από τα «ιερά τέρατα» του Δωδεκανησιακού μας ποδοσφαίρου ο οποίος φόρεσε τις ιστορικές φανέλες τόσο της Ρόδου όσο και του Διαγόρα. Το 1978 που τα «ελάφια» βγήκαν για πρώτη φορά στην Α’ Εθνική Κατηγορία, αυτός πήρε τη δύσκολη απόφαση να αποχωρήσει για χάρη του Διαγόρα ο οποίος έπαιζε μερικές κατηγορίες πιο κάτω, στην Εθνική Ερασιτεχνική. Αλλά και αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του 1980 όταν ο «γηραιός» κέρδισε το πολυπόθητο εισιτήριο της ανόδου στη «μεγάλη» κατηγορία, εκείνος είχε ήδη πάρει την απόφαση να αποσυρθεί από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Έτσι δεν μπόρεσε να παίξει στην Α’ Εθνική, κάτι που για πάρα πολλούς δεν συνάδει με το ταλέντο και τις ικανότητες του. Είχε τεράστιες δυνάμεις και οι παλιότεροι θυμούνται πολύ καλά που συνέχεια θύμιζε έφηβο. Ακόμα και μετά τα 40 του έπαιξε με τον Δωριέα σε Εθνική Κατηγορία.

Ο Γιώργος Αχιολάς γεννήθηκε στις 7 Οκτωβρίου του 1947 στη Ρόδο. Η αλάνα στην οποία έπαιζε μπάλα μαζί με τα άλλα παιδιά ήταν στην πλατεία του Αγίου Νικολάου. Στην οικογένειά του υπήρχε μια μεγάλη μορφή του ποδοσφαίρου. Ήταν ο θείος του, ο Λευτέρης ο Αχιολάς. Πρόκειται για ένα από τα πολύ βαριά ονόματα του Δωδεκανησιακού ποδοσφαίρου. Ποδόσφαιρο έπαιζε και ο πατέρας του αλλά δεν ήταν και τόσο «μεγάλος» παίκτης. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι υπήρχε αυτό που λέμε …φλέβα στην οικογένεια ήταν κάτι που βοήθησε και τον ίδιο να αναδειχθεί, Κυρίως, βέβαια το ότι οι γονείς του, όταν ήταν μικρός δεν του έφερναν αντιρρήσεις στο να βγει έξω στη γειτονιά και να παίξει. Το πρώτο του δελτίο το έκανε στην Αθλητική  Ένωση Παναγιαννών στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Ήταν πάρα πολύ μικρός αλλά μπήκε απευθείας στα βαθιά καθώς λόγω των ικανοτήτών του τον χρησιμοποιούσαν και στην ανδρική ομάδα.

Το ντεμπούτο στη Β’ Εθνική
Κάπου στα 1963 έκανε το ντεμπούτο του στη Β’ Εθνική Κατηγορία. Η ΑΕΠ είχε μετονομαστεί σε Ροδιακό με τη φανέλα του οποίου αγωνίστηκε. Ήταν ένα παιχνίδι απέναντι στον Ατρόμητο Αθηνών στο τότε Εθνικό Στάδιο της πόλης μας. Ήταν 16 ετών, πολύ μικρός δηλαδή. Δεν ήταν στην ενδεκάδα αλλά στον πάγκο. Τότε δεν υπήρχαν και αλλαγές κατά τη διάρκεια του αγώνα. Όσοι ξεκινούσαν τελείωναν τον αγώνα. Στο ζέσταμα όμως τραυματίστηκε ο Γιάννης Παυλίδης. Ο προπονητής του Μάκης Γερμενής του έκανε νόημα να μπει. Αγωνίστηκε στη θέση του δεξιού εξτρέμ δίπλα στον Σάββα Ζούνη. Ο Ροδιακός επικράτησε με 2 – 0 με δυο τέρματα δικά του. Ήταν ένα ονειρεμένο ντεμπούτο. Καλύτερο δεν θα μπορούσε να φανταστεί.

Με τον Γιώργο Δεληκάρη στο Εθνικό Στάδιο
Με τον Γιώργο Δεληκάρη στο Εθνικό Στάδιο

Ο δρόμος άνοιξε διάπλατα…
Από εκεί και πέρα, ο δρόμος άνοιξε διάπλατα για τον Γιώργο Αχιολά καθώς μπόρεσε να ξεδιπλώσει το μεγάλο του ταλέντο. Ακολούθησαν και άλλα, πολλά γκολ όπως με την Ελευθερούπολη και τη Δόξα Βύρωνα όπου σκόραρε από δυο τέρματα. Εκείνη την εποχή, ο Ροδιακός διέθετε μια πολύ αξιόλογη ομάδα η οποία διέθετε ποδοσφαιριστές – κεφάλαια του ποδοσφαίρου μας. Οι αδελφοί Παυλίδη, ο Σάββας Ζούνης, ο Γερμενής, ο Λάζαρος Βεργίδης, ο Μπετσικώκος, ο Παπακαλοδούκας και άλλοι. Η Β’ Εθνική ήταν ένα πολύ δυνατό και σκληρό πρωτάθλημα. Ο κόσμος το παρακολουθούσε πάρα πολύ. Σε όλα τα γήπεδα, οι αγώνες παρουσίαζαν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.

Η συνέχεια στη Ρόδο
Ουσιαστικά, από τον Ροδιακό δεν έφυγε ποτέ. Συνέχισε να αγωνίζεται μέχρι και τη γνωστή συγχώνευση του 1967 όπου προέκυψε η Ρόδος. Με την «πράσινη» φανέλα έκανε πολύ καλές εμφανίσεις και σίγουρα βοήθησε τα μέγιστα για να ανέβει η ομάδα το 1978 στην Α’ Εθνική. Η αλήθεια είναι ότι η άνοδος αυτή θα μπορούσε να είχε έρθει και νωρίτερα, μιας και εκείνα τα χρόνια της Β’ Εθνικής η Ρόδος είχε ένα καλοδουλεμένο σύνολο, με ισχυρή διοίκηση και μεγάλο ενθουσιασμό. Διάφοροι λόγοι όμως δεν επέτρεψαν στο να υλοποιηθεί το μεγάλο όνειρο, κάτι που έγινε το 1978.

Η μεταγραφή στον Διαγόρα
Ο ίδιος πάντως, δεν έμεινε για να παίξει στα σαλόνια του Ελληνικού Ποδοσφαίρου. Ο Διαγόρας τον είχε πλησιάσει και του έκανε μια πολύ καλή πρόταση με πολλά χρήματα για τα δεδομένα της εποχής. Αρχικά, οι παράγοντες της Ρόδου δεν ήθελαν ούτε να ακούσουν αλλά βλέποντας και την επιθυμία του ίδιου να αποχωρήσει, συναίνεσαν. Έτσι κατέληξε στον «γηραιό» στον οποίο πρόεδρος εκείνα τα χρόνια ήταν ο Αντώνης Γεωργιάδης ο οποίος πλαισιωνόταν από τον Παντελή Χαπίπη, τον Στέργο Μητσοστέργιο και τον Χρήστο Δελαπόρτα. Οι «κυανέρυθροι» είχαν δημιουργήσει ένα άκρως οικογενειακό κλίμα και συμμετείχε στην Εθνική Ερασιτεχνική, τη μετέπειτα Δ’ Εθνική. Ένα χρόνο μετά, κέρδισαν την άνοδο στην Β’ Εθνική. Έμεινε μέχρι το 1984, δυο χρόνια πριν την άνοδο του Διαγόρα στην Α’ Εθνική. Στην ηλικία των 37-38 ετών πήρε την απόφαση να αποσυρθεί από τις Εθνικές και επαγγελματικές κατηγορίες.

Η προπονητική και ο Δωριέας…
Μετά τον Διαγόρα ακολούθησε για λίγο το δρόμο της προπονητικής. Πέρασε από τον Κλεάνθη Παραδεισίου, τον Ιάλυσο και την Αναγέννηση Ρόδου. Η μεγαλύτερή του επιτυχία όμως είναι ότι μπόρεσε να βγάλει τον Δωριέα στη Γ’ Εθνική στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Μάλιστα έπαιξε για λίγο και σαν παίκτης. Αυτό που έμεινε στην ιστορία όμως είναι ότι έπαιζε …χωρίς δελτίο. Για κάποιο λόγο δεν ήταν στις σχετικές λίστες αθλούμενων μελών! Στα μέσα της σεζόν μετά από ένα παιχνίδι με τον Ηλυσιακό, έγινε ένσταση και τελικά ο Δωριέας έχασε το παιχνίδι στα χαρτιά. Αυτό ήταν ουσιαστικά και το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας…

Ένα πολυσύνθετο ταλέντο…
Ο Γιώργος Αχιολάς ήταν πράγματι ένα πολυσύνθετο ταλέντο, καθώς μπορούσε να αγωνιστεί με επιτυχία σε πάρα πολλές θέσεις. Ξεκίνησε ως σέντερ φορ στο Ροδιακό και μάλιστα μια χρονιά βγήκε και πρώτος σκόρερ πετυχαίνοντας 28 γκολ. Στη συνέχεια έπαιξε για μια πενταετία στη θέση του κεντρικού χαφ. Ο αείμνηστος Κοσμάς Σφυρίου πάντως τον είχε καθιερώσει για κάποιο διάστημα στη θέση του μπακ χαφ. Το αποκορύφωμα ήταν ότι τόσο στη Ρόδο όσο και στον Διαγόρα έπαιξε και λίμπερο!

Από μικρός έδειχνε μεγάλο ζήλο για να παίξει ποδόσφαιρο. Ο ίδιος πριν κάποια χρόνια σε συνέντευξή του στον γράφοντα αυτού του αφιερώματος είχε πει:
«Γυμναζόμουνα δυο φορές την ημέρα. Μετά τον αγώνα της Κυριακής, η προπόνησή μας ήταν την Τρίτη αλλά εγώ τη Δευτέρα το πρωί ήμουν στο γήπεδο. Όταν τελείωνε η σεζόν, τον ενάμιση μήνα που είχαμε άδεια, εγώ δεν καθόμουνα. Γυμναζόμουν μόνος μου. Όσο περνούσαν τα χρόνια και μεγάλωνα, ήξερα ότι θέλω πιο πολύ προπόνηση. Έτρεχα με τον 23αρη και τον 24αρη και δεν μπορούσε να με περάσει στην ταχύτητα. Είχα πάρα πολύ μεράκι».

Σχετικά με την καλύτερη και τη χειρότερή του στιγμή, είχε πει:
«Καλές στιγμές υπήρχαν πάρα πολλές και μπορώ να πω περισσότερος από τις κακές. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποια. Η χειρότερη όμως ήταν όταν παίζαμε με τη Ρόδο απέναντι στον Ατρόμητο Πειραιώς στο Εθνικό Στάδιο. Ήταν το τελευταίο ματς της περιόδου και για εμάς ήταν βαθμολογικά αδιάφορο ενώ αυτοί ήθελαν μια ισοπαλία για να σωθούν. Ήμασταν ισόπαλοι μέχρι και το 89΄όπου κερδίσαμε πέναλτι. Όλοι φοβόντουσαν να το εκτελέσουν και πήγα εγώ. Η μπάλα όμως πήγε έξω. Καταλαβαίνεις τώρα τι σχόλια ακούστηκαν...»

Όσο για τα παιχνίδια που δεν θα ξεχάσει ποτέ…
«Δεν θα ξεχάσω κατ’ αρχήν όταν το 1966 με τα χρώματα του Ροδιακού αντιμετώπισα στο Εθνικό Στάδιο τον Ολυμπιακό σε φιλικό παιχνίδι. Ήταν μεγάλη στιγμή καθώς έπαιζα δίπλα στους πρωταθλητές Ελλάδας οι οποίοι τότε λατρεύονταν από τον κόσμο. Επίσης θυμάμαι όταν παίξαμε με τον Διαγόρα στη Δράμα για το κύπελλο. Η Δόξα ήταν πολύ μεγάλη τότε και μετά από έξι αγωνιστικές στην Α’ Εθνική ήταν πρώτη. Κερδίσαμε 1 – 0 και πραγματικά είχα κάνει ένα καταπληκτικό παιχνίδι. Προπονητής μας ήταν ο Ανδρέας Σταματιάδης».