Συγκλονιστικές αποκαλύψεις  για τη δολοφονία της Τοπαλούδη

Συγκλονίζει η μαρτυρία του ιατροδικαστή κ. Παναγιώτη Κοτρέτσου ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, αναφορικά με τα όσα βίωσε πριν το τραγικό τέλος η άτυχη φοιτήτρια Ελένη Τοπαλούδη.

«Δεν υπάρχει συναίνεση στον θάνατο» είπε ο ιατροδικαστής Παναγιώτης Κοτρέτσος, που παρέλαβε τη σορό της Ελένης Τοπαλούδη, όταν βρέθηκε να επιπλέει σε βραχώδη παραλία, αντικρούοντας τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων περί συναίνεσης του θύματος.

Ο ιατροδικαστής που διενέργησε νεκροψία-νεκροτομή στη σορό της φοιτήτριας, κατέθεσε στο δικαστήριο χθες ότι «βρήκαμε τραύματα που δεν δικαιολογούνταν από την πτώση» ενώ τόνισε πως η κοπέλα ήταν ζωντανή σε λιπόθυμη κατάσταση όταν την πέταξαν μέσα στη θάλασσα.

Ο μάρτυρας ανέφερε πως το γυμνό κορίτσι που έβγαλαν οι άντρες του Λιμενικού από τη θάλασσα, έφερε συγκεκριμένα τραύματα που τους οδήγησαν στο συμπέρασμα πως πριν βρεθεί στο νερό, είχε βασανιστεί. Έφερε προθανάτια τραύματα, χαρακιές στο λαιμό, που δήλωναν πως κάποιος είχε επιχειρήσει να την μαχαιρώσει, ενώ υπήρχαν, όπως είπε, σημάδια απόπειρας στραγγαλισμού με τα χέρια.

«Είχαμε καθαρά την εντύπωση της απειλής» είπε ο ιατροδικαστής, ο οποίος κατέθεσε πως ο στραγγαλισμός μπορεί να μην ήταν παρατεταμένος αλλά για το θύμα «η ασφυξία είναι απειλή μεγαλύτερη από το μαχαίρι γιατί ο κίνδυνος είναι άμεσος. Είναι πρωτόγνωρο ένστικτο, νιώθεις ότι πεθαίνεις» .

Απαντώντας σε ερώτηση από έδρας ότι οι δράστες, και ειδικά ο Ροδίτης, ισχυρίζονται ότι το θύμα συναίνεσε σε ερωτική πράξη, ο ιατροδικαστής τόνισε: «Δεν υπάρχει συναίνεση στον θάνατο. Για να κάνει κάποιος αυτά τα πράγματα δεν είναι μόνο ο δόλος του να κάνει σεξ. Είναι κάτι που εκφεύγει ακόμη και της ακραίας ανθρώπινης συμπεριφοράς. Μου δίνει την εντύπωση ότι ο δράστης το θεωρεί τη  σωστή πρακτική και δεν είναι κάτι που λέμε ότι έχει ξεφύγει».

Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι το σώμα της Ελένης δεν έφερε σημάδια που να καταδεικνύουν ότι η σορός της σύρθηκε για να μεταφερθεί. «Η μετακίνηση του σώματος (του θύματος) δεν θα ήταν ομαλή. Το σώμα της θα είχε προσκρούσει κάπου. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το σώμα μεταφέρθηκε βιαίως, δεν υπάρχει αυτό το…τραβολόγημα», ανέφερε, και εκτίμησε πως η μεταφορά του θύματος δεν μπορεί να έγινε από ένα άτομο.

Κατά τον κ. Κοτρέτσο, η φοιτήτρια θα είχε κάποιες ελπίδες να ανακάμψει, παρά τις βαρύτατες κακώσεις που έφερε, αν είχε μεταφερθεί σε νοσοκομείο.

Ο ιατροδικαστής ανέφερε επίσης πως η φοιτήτρια, όσο ήταν εν ζωή, δέχθηκε χτυπήματα στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού, ενώ βρέθηκε σχισμένο και το αυτί της, προκαλώντας το γοερό κλάμα του πατέρα της Ελένης Τοπαλούδη, ο οποίος μονολογούσε «το βασάνισαν το κοριτσάκι μου…Το βασάνισαν».    Το θύμα δέχθηκε χτύπημα στο κεφάλι που «ήταν πολύ βαρύ και προκάλεσε κάταγμα στο κρανίο και εγκεφαλική αιμορραγία» είπε ο μάρτυρας, ο οποίος προσδιόρισε τον πνιγμό ως αιτία θανάτου της Ελένης Τοπαλούδη.

Λιμενικός: «Συνεργάσιμος
μόνο ο ένας από τους
δύο κατηγορούμενους»

Συνεργάσιμο χαρακτήρισε τον αλλοδαπό κατηγορούμενο αλλά όχι και τον Ροδίτη συγκατηγορούμενό του, ο λιμενικός  ο οποίος είχε διερευνήσει την υπόθεση και είχε προχωρήσει στη σύλληψη των κατηγορουμένων.

Η εκδίκαση της υπόθεσης συνεχίστηκε χθες με την εξέτασή του από τους δικηγόρους πολιτικής αγωγής αλλά και της υπεράσπισης.

«Είναι σχετικά ερημική περιοχή, ιδιαίτερα εκείνη την εποχή και ώρα. Το σπίτι είναι μικρό και οι χώροι κοντινοί. Ένας άνθρωπος που ακούει σωστά θα έπρεπε να ακούσει τις φωνές της Ελένης» κατέθεσε για τη γιαγιά του κατηγορουμένου από τη Ρόδο, ο λιμενικός.

Ο ίδιος δήλωσε ότι ο ήταν ο ένας εκ των κατηγορουμένων που υπέδειξε τον δρόμο που ακολούθησαν για να πετάξουν την Ελένη στα βράχια. «Αν δεν είσαι από εκεί, δεν τον ξέρεις» είπε χαρακτηριστικά. Για να πάμε στο σημείο από το οποίο φέρονται να έριξαν την Ελένη στη θάλασσα, υπάρχει ένα κοινό δρομολόγιο, βατό από όλους και ένα που το ξέρουν μόνο ντόπιοι. Η κάμερα έχει καταγράψει το πέρασμα του αυτοκινήτου δύο φορές» δήλωσε.
Ερωτηθείς για τα αντικείμενα που βρέθηκαν, ο κ. Θωμάς Ζόβας είπε ότι «το εσώρουχο της κοπέλας ήταν σκισμένο στο πλάι, κατ’ εμέ κάποιος το είχε τραβήξει, δεν μπορεί κάτι τέτοιο να συνέβη από τα βράχια».

Σε ερώτηση από την πλευρά της υπεράσπισης του 23χρονου Ροδίτη για τον δρόμο αν αποκλείεται να τον γνωρίζει ο λιμενικός ξεκαθάρισε ότι πρέπει ή να ζει κανείς στο νησί ή να κινείται στην περιοχή. «Η υπόθεση πήρε πολύ μεγάλη έκταση και οι αστυνομικοί που ήρθαν στο νησί μας ρωτούσαν αν ξέραμε τους κατηγορούμενους και αν είχαν δημιουργήσει προβλήματα στο νησί. Πολλοί είχαν αναφέρει ότι είχαν καβγαδίσει μαζί με τον κατηγορούμενο από τη Ρόδο» είπε ο λιμενικός εξηγώντας τον χαρακτηρισμό «έντονο χαρακτήρα» που είχε αποδώσει στον 23χρονο κατηγορούμενο στην πρώτη κατάθεσή του.

«Όταν έφτασα στο σημείο και ρώτησα τον πατέρα πού είναι ο γιος του, δεν μου απαντούσε ευθέως και ακόμα και όταν επέμενα με ερωτήσεις μου, μού απαντούσε με γενικότητες» απάντησε σε ερώτηση της υπεράσπισης για τον όρο «κρύβεται» που χρησιμοποίησε για τον κατηγορούμενο 23χρονο στην πρώτη του κατάθεση.
«Όταν ήρθε ο 23χρονος δεν ήταν συνεργάσιμος, δεν απαντούσε στις ερωτήσεις μου. Έλεγε “δεν ξέρω τίποτα”,  “δεν έχω κάνει τίποτα”» εξήγησε ο λιμενικός για το ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν «συνεργάσιμος».

Αντιθέτως, ο ίδιος χαρακτήρισε περισσότερο συνεργάσιμο τον έτερο 21χρονο κατηγορούμενο και υποστήριξε ότι εκείνος δεν ήξερε τη διαδρομή την οποία ακολούθησαν οι δύο για να πετάξουν την Ελένη Τοπαλούδη στα βράχια. Σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης του 21χρονου αλλοδαπού αν θεωρεί ότι ο εντολέας του προσποιήθηκε ότι δεν ήξερε ή όντως δεν ήξερε να τον οδηγήσει στο σημείο, επέμεινε ότι θεωρεί ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν ήξερε τη διαδρομή.
Τέλος, υποστήριξε ότι η δολοφονία της Ελένης ξεκίνησε από το υπνοδωμάτιο και υπήρχαν αίματα σε όλο το σπίτι, στους διαδρόμους και στο μπάνιο.

Η κλήτευση ψυχιάτρου
Αξίζει να σημειωθεί πως η δεύτερη ημέρα της δίκης ξεκίνησε με το αίτημα της υπεράσπισης για κλήτευση ψυχιάτρου στο δικαστήριο.
Αρχικά η εισαγγελέας δήλωσε ότι δεν κρίνεται απαραίτητο καθώς υπάρχουν πολυσέλιδες αναφορές των δύο κατηγορουμένων και ακολούθως ο συνήγορος της οικογένειας Τοπαλούδη, Αλέξης Κούγιας, τόνισε ότι δεν υπήρξε πρότερο αίτημα για την κλήτευση ψυχιάτρου και θύμισε ότι ο πραγματογνώμων κ. Παπαθανασίου απεφάνθη ότι οι δράστες ενήργησαν με πλήρη συνείδηση.

Η εισαγγελέας απαντώντας στους συνηγόρους υπεράσπισης δήλωσε ότι απορρίπτει το αίτημα κλήτευσης εκτός και αν έχουν αλλάξει υπερασπιστική γραμμή.
Παίρνοντας τον λόγο ο κ. Μαντάς, εκ των συνηγόρων υπεράσπισης του 23χρονου κατηγορούμενου από τη Ρόδο, αντέτεινε στην εισαγγελέα ότι δικονομικά η κλήτευση του ειδικού μπορεί να διατυπωθεί μέχρι και την ολοκλήρωση της απολογίας του κατηγορούμενου. Ο κ. Μαντάς επανέλαβε ότι ο εντολέας του αρνείται τον βιασμό αλλά αποδέχεται ότι είχε συμμετοχή στο φόνο της Ελένης Τοπαλούδη.

Για την ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, ο κ. Μαντάς, αποδέχτηκε ότι δεν το ζήτησαν στο πρώτο στάδιο της διαδικασίας αλλά κρίνει ότι θα συμβάλλει στη διασαφήνιση του εγκλήματος. «Τον θέλουμε πιο πολύ εμείς» σχολίασε ο κ. Κούγιας και αναφέρθηκε στην αναφορά του κ. Παπαθανασίου: «προσποιούνται τους ψυχασθενείς» Το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να απαντήσει στο αίτημα.

«Πρέπει να καταδικαστούν
και για τον βασανισμό»

Την προσεχή Παρασκευή 31 Ιανουαρίου θα συνεχιστεί από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών η δίκη για τη στυγερή δολοφονία της 21χρονης φοιτήτριας Ελένης Τοπαλούδη. Αμέσως μετά τη διακοπή ο πατέρας της νεαρής κοπέλας σχολιάζοντας τα όσα είχαν προηγουμένως ακουστεί στη δικαστική αίθουσα δήλωσε στους δημοσιογράφους:

«Ο ιατροδικαστής έλεγε με… κομψό τρόπο ότι είχε σημάδια από μαχαίρι στο λαιμό, σημάδια απόπειρας στραγγαλισμού. Όλα αυτά έγιναν με σκοπό να τη βιάσουν. Βασανίστηκε, οπότε πρέπει να καταδικαστούν και γι’ αυτό. Και βασανισμός και βιασμός και αποτρόπαια δολοφονία…», δήλωσε χαρακτηριστικά ο πατέρας της Ελένης Τοπαλούδη.
Από την πλευρά του, ο συνήγορος της οικογένειας, Αλέξης Κούγιας, δήλωσε μεταξύ άλλων:

«Οι πράξεις έχουν αποδειχθεί και δεν επιδέχονται καμίας αμφισβητήσεως. Και οι δύο κατηγορούμενοι έχουν διαπράξει και το αδίκημα του βιασμού, με συνέπεια και τον θάνατο του θύματος, που τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, αφού και οι δύο, όπως απεδείχθη, την μετέφεραν μέχρι να την πετάξουν στα βράχια και από εκεί να βρεθεί στη θάλασσα, όπου πέθανε από τον πνιγμό…».