«Αναζητώντας τα Μυστικά της Καρδιάς»: Η ζωή μετά το έμφραγμα

Του καθηγητή Δ. Κρεμαστινού

Το έμφραγμα του μυοκαρδίου συνήθως εμφανίζεται ξαφνικά, χωρίς κανένα προειδοποιητικό ενόχλημα. Στις περισσότερες, μάλιστα, περιπτώσεις, ο ασθενής για πρώτη φορά βλέπει καρδιολόγο. Η κλασική ερώτηση του ασθενούς όταν φεύγει από το νοσοκομείο είναι: «Γιατρέ μου, τι ακριβώς έπαθε η καρδιά μου και πώς θα λειτουργεί από ‘δω και πέρα;»

Στην καρδιακή προσβολή, που λέγεται έμφραγμα του μυοκαρδίου, ένα μέρος της καρδιάς καταστρέφεται, επειδή η αιμάτωση του μυοκαρδίου διακόπηκε απότομα και το τμήμα αυτό του μυοκαρδίου νεκρώθηκε και αντικαταστάθηκε από μια ουλή, όπως συμβαίνει σε κάθε τραυματισμό (ουλώδης ιστός).

Αυτή τη βλάβη που παθαίνει η καρδιά ο γιατρός είναι σήμερα σε θέση να την αναγνωρίσει με σύγχρονες μεθόδους όπως το ηχωκαρδιογράφημα, η αξονική και μαγνητική τομογραφία, το σπινθηρογράφημα και το ηλεκτροκαρδιογράφημα 24ωρης καταγραφής (τύπου Holter). Οι εξετάσεις αυτές προσδιορίζουν την έκταση της βλάβης καθώς και την εξωθητική δύναμη της καρδιάς.

Ειδικότερα, το σπινθηρογράφημα του μυοκαρδίου σε συνδυασμό με τη δοκιμασία κοπώσεως, καθορίζει ποιες περιοχές της καρδιάς ισχαιμούν (δηλαδή δέχονται λιγότερο από το απαιτούμενο αίμα) με τη νέα κατάσταση που έχει δημιουργηθεί μετά το έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Η εκτίμηση του βαθμού της ισχαιμίας είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί καθορίζει το κατά πόσον ο ασθενής χρειάζεται επεμβατική θεραπεία, δηλαδή εγχείρηση bypass.

Εάν οι καρδιολογικές εξετάσεις προδιαγράψουν ότι η καρδιά λειτουργεί μέσα σε φυσιολογικά όρια, τότε η ζωή μετά το έμφραγμα συνεχίζεται κανονικά.
 

Η ζωή μετά το έμφραγμα πρέπει να είναι φυσιολογική.  Το βάδισμα θεωρείται το πρώτο συστατικό της φυσιολογικής ζωής
Η ζωή μετά το έμφραγμα πρέπει να είναι φυσιολογική. Το βάδισμα θεωρείται το πρώτο συστατικό της φυσιολογικής ζωής


Παρ’ όλα αυτά είναι αναμενόμενο ύστερα από ένα σοβαρό έμφραγμα του μυοκαρδίου, οι άρρωστοι να ρωτούν τι είναι καλύτερο: να συνταξιοδοτηθούν και να μην εργάζονται ή να συνεχίζουν να εργάζονται;

Η συνταξιοδότηση χωρίς καμία άλλη απασχόληση όχι μόνο δεν ωφελεί αλλά αντίθετα βλάπτει. Αυτό αποδεικνύεται από τις μέχρι σήμερα πολυκεντρικές μελέτες που έχουν δημοσιευθεί. Η αποχή από την εργασία αποτελεί λάθος. Η συνεχής παραμονή στο σπίτι, με την επακόλουθη ελάττωση της σωματικής δραστηριότητας του ασθενούς, έχει αποδειχθεί ότι ελαττώνει την επιβίωσή του.

Η ανάπαυση τουλάχιστον για μία ώρα το απόγευμα είναι ωφέλιμη για τον καρδιοπαθή, ιδιαίτερα μάλιστα εάν συνοδεύεται με απογευματινό ύπνο μισής έως μίας ώρας. Η ανάπαυση είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τη ζωή ενός εργαζόμενου καρδιοπαθούς και είναι κατά κανόνα αναγκαία.

Μετά την ανάπαυση, ο κάθε καρδιοπαθής μπορεί να επαναδραστηριοποιηθεί εργασιακά και κοινωνικά σε διάφορες άλλες εκδηλώσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Η καθημερινή δραστηριότητα ενός καρδιοπαθούς και η φύση της εργασίας στην οποία θα απασχοληθεί μετά το έμφραγμα εξαρτώνται από τις εφεδρείες της καρδιάς του, οι οποίες προσδιορίζονται με τη δοκιμασία κοπώσεως στην οποία πρέπει να τον υποβάλει ο γιατρός του.

Η άσκηση για τον εμφραγματία είναι επιβεβλημένη. Η πιο απλή και ουσιώδης άσκηση στην οποία πρέπει να υποβάλλεται καθημερινά ο καρδιοπαθής είναι το βάδισμα. Ο ασθενής πρέπει να βαδίζει τουλάχιστον μισή ώρα κάθε μέρα σε επίπεδο δρόμο και όχι σε ανήφορο.

Ένας απλός τρόπος για να αναγκασθεί ο ασθενής να βαδίζει καθημερινά είναι να παρκάρει το αυτοκίνητό του 2 χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο εργασίας του. Έτσι, είναι υποχρεωμένος να βαδίζει 2 χιλιόμετρα για να φτάσει στη δουλειά του και 2 χιλιόμετρα για να πάρει το αυτοκίνητό του από το πάρκινγκ. Έτσι, υποχρεωτικά εισάγεται το βάδισμα στην καθημερινότητα του ασθενούς. Το ίδιο, βέβαια, είναι δυνατόν να επιτευχθεί στο σπίτι με τη χρήση του κυλιόμενου τάπητα ή στο γυμναστήριο με τη βοήθεια εξειδικευμένου γυμναστή.
 

Η ανάπαυση, και ιδιαίτερα μετά το μεσημέρι, είναι  απαραίτητη για τον ασθενή που πέρασε έμφραγμα
Η ανάπαυση, και ιδιαίτερα μετά το μεσημέρι, είναι απαραίτητη για τον ασθενή που πέρασε έμφραγμα


Το σύνηθες ερώτημα που υποβάλλουν οι ασθενείς σχετίζεται με την ωφελιμότητα και τη σκοπιμότητα της άσκησης. Πολλοί πιστεύουν ότι η άσκηση σχετίζεται με την ευκινησία και την ευεξία που αποκτά κάθε ασκούμενος, όμως αυτό είναι το ελάχιστο. Η τεράστια συμβολή της άσκησης στη μακροβιότητα του ασθενούς έχει σχέση με τη βιολογική της δράση.

Με το βάδισμα ή τη γυμναστική κινητοποιείται όλο το μυϊκό σύστημα, καθώς και το ενδοθήλιο των αρτηριών, το οποίο απελευθερώνει ουσίες που παρεμποδίζουν την υπερπηκτικότητα του αίματος και αποτρέπουν τη δημιουργία θρόμβου μέσα στις αρτηρίες. Παράλληλα, απελευθερώνονται αντιφλεγμονώδεις και αντιαυξητικοί παράγοντες, οι οποίοι παρεμποδίζουν την αύξηση του μεγέθους και τη ρήξη (σπάσιμο) της αθηροσκληρωτικής πλάκας μέσα στην αρτηρία.

Τέλος, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί η τεράστια σημασία του νυκτερινού ύπνου προκειμένου να συμπληρωθεί η φυσιολογική συμπεριφορά ενός καρδιοπαθούς με έμφραγμα του μυοκαρδίου. Ο ύπνος πρέπει να είναι ήρεμος και βαθύς, ούτως ώστε να διασφαλίζει στον ασθενή τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει το πρόγραμμα της επόμενης ημέρας.

Συμπερασματικά, η ζωή μετά το έμφραγμα κατά κανόνα πρέπει να είναι φυσιολογική, ενώ άσκηση και ανάπαυση πρέπει να συνυπάρχουν ως ενιαίο σύνολο στη ζωή κάθε καρδιοπαθούς ασθενούς.