Ένα όνειρο κακό: «Το ανέμελο άσπρο πρόβατο και το θανατικό των ανθρώπων»

Γράφει ο Κώστας Ε. Σκανδαλίδης

Είδα λέει τούτες τις ζοφερές νύχτες και τις αποφράδες ημέρες ένα όνειρο αλλόκοτο, τέτοιο που ποτέ στη ζωή μου δεν ματάδα.

Ήμουνα λέει σ’ ένα χωριό καμπίσιο στο πλάι της θάλασσας, που δεν είχα ξαναδεί όσα χρόνια ανοιγοκλείνω τα μάτια μου και θωρώ ετούτο τον κόσμο. Κι ήμουνα, λέει, εγώ ένα πρόβατο κάτασπρο σ’ ένα λιβάδι και πιο πέρα και γύρω ήταν σπίτια, πολλά σπίτια κι άνθρωποι, άνθρωποι μιλιούνια.

Κι άλλο τίποτα δεν έφτανε στ’ αφτιά μου παρά μόνο ένα κλάμα ανθρώπινο, ένας απέραντος βόγκος, ένας ρόχθος, μια κραυγή άναρθρη, ένας πόνος που έβγαινε θαρρείς από τα έγκατα της γης και των ανθρώπων τα σπλάχνα.

Έβοσκα λέει αμέριμνος, ως πρόβατο, στο πράσινο χορτάρι κι όλη τη νύχτα αναρωτιόμουνα τι άραγε να συμβαίνει στις πολιτείες των ανθρώπων γύρω τριγύρω μου. Κι εκεί μέσα στην αγωνία μου, σαν από μηχανής θεός εμφανίσθηκε, λέει, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος από την Πάτμο την πελαγινή κι άρχισε να φωνάζει πάνω από ένα όρος ψηλό, σαν μουεζίνης στο μιναρέ:

Δεν είναι δυνατόν να σωθεί κανείς, αν δεν κάνει τίποτα για τη σωτηρία του πλησίον του…

Τα πάθη που τυραννούν πιο πολύ τους ανθρώπους είναι η πλεονεξία και η ακολασία…

Τα αμαρτήματα είναι οι αιτίες όλων των κακών. Στα αμαρτήματα οφείλονται οι λύπες, στα αμαρτήματα οι ταραχές, οι πόλεμοι, οι αρρώστιες…

Τα λόγια του Αγίου ίσα που έφταναν στ’ αφτιά μου ανακατωμένα με τους ανθρώπινους γόους και τις προσευχές που έβγαιναν από στόματα γυναικεία και λαρύγγια παιδικά. Ακούστηκε τότε από τ’ άλλα πρόβατα να λένε πως είχε πέσει θανατικό στους ανθρώπους γύρω τριγύρω από το λιβάδι και πως κινδύνευαν, λέει, με αποδεκατισμό. Ήταν ζήτημα, λέγανε, αν θα μείνουν στη ζωή κάποιο νέοι και νέες για την αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους.

Και τότε με κυρίεψε, Θεέ μου συχώρα με, πανικός! Σκέφτηκα: Λες η αρρώστια των ανθρώπων να πιάσει κι εμάς τα άκακα αρνία; Ω, δεν θέλω να το σκέφτομαι! Και τι θα γίνει με όλα τα άλλα ζώα, τα μερμήγκια και τα μελίσσια;

Συνέχισα να βόσκω στο γρασίδι, όταν πήρε και πάλι το αφτί μου ανάμεσα στα γοερά κλάματα των γερόντων και των πασχόντων μια απόμακρη αλλόκοτη φωνή, θαρρείς του ορεσίβιου Προφήτη Ηλία,  να διηγάται πως κάποιοι λέει, σε κάποιο μυστικό καταχθόνιο εργαστήρι φτιάξανε κάποια λοιμώδη νόσο, κάτι σαν την πανούκλα, σαν τη λέπρα, για να μικράνει, λέει, ο πληθυσμός του πλανήτη, να ισορροπήσει η γη, να ξανάρθουν στα ίσια τους οι καιροί κι η τρύπα του όζοντος κι άλλα κι άλλα πολλά παράξενα που δεν τα καταλάβαινα, θαρρείς κι ήταν κάτι ανάμεσα σε κινέζικα, αμερικάνικα και ρώσικα και πια είπα κλείσε τ’ αφτιά σου, μην τους ακούς, άστους να πάθουν όσα τους αξίζουν! 

Δε λέω, άκακο αρνί είμαι, μα είναι φορές που δεν τους καταλαβαίνω τους ανθρώπους σε ποια γλώσσα μιλούν, μα ούτε και τους πολέμους τους και τις αρρώστιες τους μπορώ να εξηγώ και να ερμηνεύω. Στο κάτω-κάτω τι με νοιάζει εμένα με δαύτους που δεν τα βρίσκουν ούτε με τον εαυτό τους ούτε με το θεό τους!

Κι εκεί κατά πρώτο φως, ἅμα τῇ ἕῳ, κάθιδρος ξεσπάστηκα από τον βαθύ μου ύπνο κι είπα ν’ αποδιώξω από το ασυνήθιστο και ιδιόρρυθμο μυαλό μου και το υποσυνείδητό μου το κακό όνειρο που κόντεψε να μου σακατέψει τον νου και τις σκέψεις και να μου ραγίσει την καταπονημένη καρδιά μου.
Βρε μυστήρια πού ’ναι τα όνειρα των ανθρώπων!