Λεξιστορείν: Καραβόλοι-Σαλιγκάρια-Χοχλιοί!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1155 ΦΟΡΕΣ
Η λέξη καράβολας είναι δάνειο από το ενετικό caraguol, που σημαίνει σαλιγκάρι ( caracol στα ισπανικά).
Η ονομασία σαλιγκάρι είναι υποκοριστικό της λέξης σάλιαγκας και σάλιακας και προέρχεται από τη σίελο, τα σάλια-βλέννα που αφήνει συχνά το σαλιγκάρι καθώς σέρνεται στην γη.
O xοχλιός, ονομασία που χρησιμοποιείται για το σαλιγκάρι σε ορισμένες διαλέκτους όπως η Κρητική, προέρχεται από το αρχαιοελληνικό κοχλίας (<κόχλος = ελικοειδές όστρακο) λόγω του ελικοειδούς σχήματος που είχε το κέλυφος του σαλιγκαριού.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News