Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Προύμνη η ήμερος, υποείδος δαμασκηνέα (Prunus domestica, ssp. damascena), κοινώς δαμασκηνιά

Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Προύμνη η ήμερος, υποείδος δαμασκηνέα (Prunus domestica, ssp. damascena), κοινώς δαμασκηνιά

Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Προύμνη η ήμερος, υποείδος δαμασκηνέα (Prunus domestica, ssp. damascena), κοινώς δαμασκηνιά

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 482 ΦΟΡΕΣ

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΡΩΜΑΤΙΚΑ ΦΥΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Γράφει ο Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης

Επίτιμος Έφορος Αρχαιοτήτων

Προύνος (Prunus)

Φυτό δικότυλο, της οικογενείας των Ροδιδών (Rosaceae), της υποοικογενείας των Προυνοειδών (Prunoideae), με είκοσι (20) περίπου είδη, τα οποία απαντούν κυρίως στις εύκρατες περιοχές του βορείου ημισφαιρίου της γης. Στο γένος Προύνος (Prunus), υπό τη στενή αυτού έννοια, υπάγονται μόνο τα με τα κοινά ονόματα γνωστά: δαμασκηνιά, κορομηλιά και τσαπουρνιά οπωροφόρα και κοσμητικά δένδρα και δενδρύλλια. Ενώ υπό την ευρύτερη έννοια υπάγονται περισσότερα είδη: θάμνοι, δενδρύλλια και δένδρα.

Πρόκειται για δένδρα ή θάμνους, συνήθως ακανθώδεις, φυλλοβόλους, με φύλλα περιελιγμένα στον οφθαλμό (μπουμπούκι), ωοειδή ή προμήκη, οδοντωτά ή πριονωτά, μετά παραφύλλων ευπτώτων. Άνθη λευκά, εκπτυσσόμενα προ των φύλλων, μονήρη, ανά δύο ή κατά δέσμες, επί κοινού ποδίσκου. Κάλυκας εύπτωτος, κωδωνοειδής, πεντάλοβος. Πέταλα πέντε. Στήμονες 15-30. Ωοθήκη επιφυής, με ένα στύλο. Καρπός δρύπη σφαιρική ή προμήκης, λεία, με γλαυκό, κηρώδες επίστρωμα, αρραγής, με ποδίσκο βραχύτερο, λείο ή τριχωτό. Ο πυρήνας είναι ωοειδής ή προμήκης, με πλευρές λείες ή ρικνές, με χείλη αυλακωτά. Σπέρματα (ψίχα) 1-2 κατά πυρήνα.

Στην Ελλάδα απαντούν ως αυτοφυή ή καλλιεργούμενα υπό πλείστες παραλλαγές τα κατωτέρω τέσσερα είδη, τα οποία διακρίνονται ως ακολούθως:

  1. Προύμνη η ακανθώδης (Prunus spinosa), κοινώς τσαμπουρνιά, σταφυλομπουρνελιά (Κρήτη)

Πρόκειται για θάμνο (ύψους περ. 0,50, μ.), με διακλαδώσεις λίαν ακανθώδεις, διεστώσες, καστανομελανές, οι αρτίβλαστες είναι χνουδωτές. Φύλλα μικρά, αντωοειδή – προμήκη ή λογχοειδή, λεπτοφυώς οδοντωτά – πριονωτά, πολυάριθμα, χνουδωτά στην αρχή, λεία βραδύτερο, με παράφυλλα χνουδωτά. Άνθη λευκά, τα οποία φύονται κατά τον Απρίλιο, μικρά, ως επί το πλείστο μονήρη, σπανίως ανά 2-3, συνήθως επί των ακανθών. Δρύπη μικρά, σφαιρική, ορθία, κυανομελανή, λεία, μεγέθους μεγάλου πιζελίου, ξινή, η οποία παραμένει συνήθως ανηρτημένη επί του φυτού μέχρι τον Δεκέμβριο. Απαντά σε θαμνότοπους, χαμηλά δάση φράκτες, της ηπειρωτικής Ελλάδας και των Ιονίων νήσων. Οι καρποί της είναι βρώσιμοι. Χρησιμοποιούνται για την παρασκευή μαρμελάδας, αλλά και ηδύποτου. Το αφέψημα των φύλλων αυτής χρησιμοποιείται σε ορισμένες χώρες για την παρασκευή τσαγιού.

  1. Προύμνη η ήμερος (Prunus domestica)

Δενδρύλλιο ή δένδρο (ύψους 2,00-7,00 μ.), άοπλο. Φύλλα αντωοειδή ή προμήκη, πριονωτά – οδοντωτά, λεία ή τριχωτά κάτωθεν, με παράφυλλα χνουδωτά. Άνθη λευκά, μεγάλα, συνήθως ανά δύο, σπανίως περισσότερα, με ποδίσκους χνουδωτούς. Κάλυκας χνουδωτός ή τριχωτός εσωτερικά, ενίοτε λείος. Ο καρπός αυτής είναι δρύπη προμήκης, ωοειδής, ελλειψοειδής ή σφαιρική, ως επί το πλείστο κρεμαστή, αρκετά μεγάλη (μήκους ή διαμέτρου 0,02-0,04 μ.), κοκκινωπή, ιώδης, κιτρινωπή, χρυσόχρους, γλυκόχυμος. Ο πυρήνας του καρπού είναι επιμήκης, με πλευρές πεπλατυσμένες, ρικνές. Καλλιεργείται από πολύ παλαιά, αν και απαντά και σε αυτοφυή μορφή.

  1. Προύμνη η ήμερος, υποείδος εμβόλιμος (Prunus domestica ssp. insititia), κοινώς αγριοκορομηλιά

Πιθανώς πρόκειται για την προύμνη του Θεοφράστου του Ερεσίου. Στην Ελλάδα σήμερα είναι γνωστή με τα κοινά ονόματα: κορομηλιά, μπουρνελιά, τζανεριά, ερικιά ή ρικιά (Βόρειος Ελλάδα). Γνωστές μορφές αυτής είναι και οι εξής: μιραμπέλλα ή μπερικέτια, ήτοι ποικιλία μηλόμορφος, ρεγκλότες, κερεόλα, ποικιλία, η οποία καλλιεργείται υπό διάφορες μορφές ως: κιτρίνη, πρασίνη, ιώδης κ.λπ..

  1. Προύμνη η ήμερος, υποείδος Δαμασκηνέα (Prunus domestica, ssp. damascena),κοινώς δαμασκηνιά, βαρδασιά ή βαρδάτσα (κέρκυρα).

Πρόκειται πιθανώς για την κοκκυμηλέα του Θεοφράστου.

Σήμερα το υποείδος αυτό είναι γνωστό με το όνομα Αζέν, από το Γαλλικό Agen. Τα ξηρά δαμάσκηνα καταναλώνονται κατά διαφόρους τρόπους και χρησιμοποιούνται στην ζαχαροπλαστική και στην παρασκευή κομπόστας.

Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές του φυτού αυτού, γνωστές με διάφορα ονόματα, σχετιζόμενα με το χρώμα, το μέγεθος και τον τόπο προελεύσεως, ως δαμάσκηνα κίτρινα, κόκκινα, αγιορείτικα, ρετζίνα, Βιττόρια κ.λπ..

Η Προύμνη η οικιακή (Prunus domestica), κοινώς δαμασκηνιά είναι δένδρο (ύψους 4,00-7,00 μ.). Αυτή έχει φύλλα μεγάλα, πριονωτά, συνήθως χνουδωτά στην κάτω επιφάνεια αυτών. Τα άνθη της είναι λευκά ή ελαφρώς πρασινωπά, με ποδίσκους χνουδωτούς, πεντάλοβο κάλυκα, πέντε πέταλα, 15-30 στήμονες και ωοθήκη μεσοφυή. Ο καρπός είναι δρύπη αρωματική, σε διάφορα σχήματα, μεγέθη και χρώματα (κυανόμαυρο, ιώδες, κίτρινο, κιτρινοπράσινο, κόκκινο), σαρκώδης, χυμώδης και με κηρώδες επίστρωμα.

Καλλιέργεια

Από απόψεως κλίματος η δαμασκηνιά προσαρμόζεται εύκολα, τόσο στην υγρασία και την ξηρασία, όσο και στις χαμηλές και τις υψηλές θερμοκρασίες των πεδινών και των ορεινών περιοχών, ένεκα του οποίου και παρά την σχετικά πρώιμο άνθηση αυτής, σπανίως και μόνο σε περιπτώσεις οψίμων παγετών, υφίσταται μικρές ζημίες. Το επιπόλαιο ριζικό σύστημα του φυτού επιτρέπει την εγκατάσταση αυτού σε γαίες αβαθείς, αρκεί να είναι δροσερές, ελαφρές, κατά προτίμηση με υπέδαφος περατό, ασβεστολιθικό, αν και έχει επιτυχία και σε γαίες υγρές, επειδή οι επιπόλαιες ρίζες του δεν ενοχλούνται από την περίσσεια του ύδατος.

Με την ημιαυτοφυή άγρια μορφή της η δαμασκηνιά απαντά σε πολλά μέρη της Ελλάδας (Πίνδος, Παρνασσός, Μακεδονία κ.α.), ως προς την καταγωγή της οποίας ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν, ότι αυτή κατάγεται από την περιοχή, η οποία ευρίσκεται γύρω από τον Καύκασο και την Κασπία Θάλασσα, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι αυτή κατάγεται από την Δυτική Ασία.

Η καλλιέργεια αυτής ανεπτύχθη από πολύ παλαιά στην Συρία, από την πρωτεύουσα της οποίας, την Δαμασκό, έλαβε και την ονομασία δαμασκηνέα ή δαμασκηνή, κοινώς δαμασκηνιά. Από τον Διοσκουρίδη (περ. 90 μ. Χ.) και τον Αθήναιο (περ. 220 μ.Χ.), αναφέρονται τα δαμάσκηνα.

Τα δαμάσκηνα θεωρούνται τροφή με υψηλή διατροφική αξία, καθώς είναι πλούσια σε βιταμίνες, αντιοξειδωτικά και φυτικές ίνες, ενώ παράλληλα έχουν λίγες θερμίδες. Τα απολαμβάνουμε φρέσκα και σε χυμούς μέσα στο καλοκαίρι, αν και οι περισσότεροι τα καταναλώνουμε αποξηραμένα όλο τον χρόνο.

Ιδιότητες των δαμάσκηνων

Οι ιδιότητες των δαμάσκηνων περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων και τα εξής:

1) Θρεπτικά συστατικά: Περιέχουν πάνω από δεκαπέντε (15) διαφορετικές βιταμίνες και μέταλλα, όπως: ασβέστιο, φωσφόρο, κάλλιο και σίδηρο.

2) Αντιοξειδωτικά: Έχουν ισχυρές αντιοξειδωτικές ιδιότητες, οι οποίες βοηθούν στην προστασία των κυττάρων από το οξειδωτικό στρες.

3) Υγεία των οστών: Ενισχύουν τα οστά και βοηθούν στην παραγωγή κολλαγόνου.

4) Πρόληψη ασθενειών: Η τακτική κατανάλωση των δαμάσκηνων μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη σοβαρών ασθενειών, όπως είναι οι καρδιοπάθειες και ο διαβήτης.

5) Πηγή φυτικών ινών: Τα δαμάσκηνα είναι πλούσια σε φυτικές ίνες, οι οποίες συμβάλλουν στην καλή υγεία του πεπτικού συστήματος.

Παρενέργειες

Οι συνήθεις παρενέργειες του χυμού των δαμάσκηνων είναι οι εξής: Διάρροια, αέρια και φούσκωμα. Ένεκα των λόγων αυτών θα πρέπει κάποιος, ο οποίος αντιμετωπίζει σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, φλεγμονώδη νόσο του εντέρου ή άλλα γαστρεντερικά προβλήματα, να συμβουλευθεί τον θεράποντα Ιατρό του, προτού καταναλώσει δαμάσκηνα ή παράγωγα αυτών.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία

Α) Θεόφραστος Μελάντα, Ερέσιος ( 371 – 287 π.Χ.)

1. «Ομοίως δε και επί των καρπών. Οι μεν γαρ εκ σαρκός και ινός, οι δε εκ σαρκός μόνον, οι δε και εκ δέρματος σύγκεινται. Το δε υγρόν ακολουθεί και τούτοις. Εκ σαρκός μεν και ινός ο των κοκκυμήλων και σικύων, εξ ινός δε και δέρματος ο των συκαμίνων και της ρόας. Άλλοι δε κατ΄ άλλον τρόπον μεμερισμένοι, πάντων δε ως ειπείν το μεν έξω φλοιός, το δ΄ εντός σαρξ, των δε και πυρήν».

(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 10, 10).

2. «Οι μεν ουν περί Αρκαδίαν ούτω λέγουσιν. Οι δ΄ εκ της Ίδης βαθυρριζότερον ελάτης, δρυός, αλλ΄ ελάττοις έχειν και ευθυρριζοτέραν είναι. Βαθυρριζότατον δε και την κοκκυμηλέαν…».

(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 3, 6, 5).

3. «Εν Αιγύπτω δ΄ έστιν έτερον η περσέα καλουμένη, τη μεν προσόψει μέγα και καλόν, παραπλήσιον δε μάλιστα τη απίω και φύλλοις και άνθεσι και ακρεμόσι και τω όλω σχήματι… έχει δε εντός κάρυον, ώσπερ το κοκκύμηλον, πλην έλαττον πολύ και μαλακώτερον».

(Θεόφραστος, περί φυτών ιστορίας 4, 2. 5).

Β) Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος ή Αναζαρβεύς (περ. 7 μ.Χ. – 90 μ.Χ.)

«121. Κοκκυμηλέα, δένδρον εστί γνώριμον, ου ο καρπός εδώδιμος, κακοστόμαχος, κοιλίας μαλακτικός. Των δε Συριακών και μάλιστα των εν Δαμασκώ γεννωμένων ο καρπός ξηρανθείς, ευστόμαχος και κοιλίας σταλτικός. Το δε αφέψημα των φύλλων εν οίνω σκευαζόμενον και αναγαργαριζόμενον κιονίδα και ούλα και παρίσθια ρευματιζόμενα στέλλει. Τα δε αυτά παρέχει και ο των αγρίων κοκκυμήλων καρπός πέπειρος ξηρανθείς, εψηθείς δε μετά εψήματος ευστομαχώτερος και σταλτικώτερος κοιλίας γίνεται. Το δε κόμμι της κοκκυμηλέας εστί κολλητικόν, λίθων θρυπτικόν πινόμενον συν οίνω, συν όξει δε επιχριόμενον λειχήνας τους επί παιδίων θεραπεύει».

(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 1, 121).

Γ) Αθήναιος ο Ναυκρατίτης (περ. 150-230 μ.Χ.)

Ο Αθήναιος ο Ναυκρατίτης μνημoνεύει τα κοκκύμηλα, ήτoι τα δαμάσκηνα.

(Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί 49 D).

Δ) Λοιποί

Επίσης τα κοκκύμηλα μνημονεύονται και στα επόμενα έργα:

Αρχίλοχος 162, Ιππώναξ 47, Αλέξανδρος Τραλλιανός, Αέτιος κλπ.

Λαϊκή Ιατρική

«Περί μαλαγκονίας (μελαγχολίας) και ολιγοψιχίας από χολήν

Τους καρπούς της μακεδενίας, ήγουν της δαμασκηνέας ξέρανε και κάμετζι σκόνην και όταν θέλεις να κινήσις κοιλίαν αυτά ποίησον με σισαμόλαδον, χωρίς ξύδι ή πιάσε αυτήν την σκόνην και ανάλησέ την ως καθώς λιόνης το άλας με το σισαμόλαδον και άλλον τίποτας μη βάλεις, ίδε βούλη, βάλε μέλι με την σκόνην και ανακάτοσον με κρασί, δος πιείν και ευθίς κινεί».

(Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα (Ρέθυμνο 2001), σ. 87-88.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Π. Γ. Γενναδίου, Λεξικόν Φυτολογικόν, Εκδοτικός οίκος ΔΑΜΙΑΝΟΣ (Αθήναι 1915-1916), σ. 818-819

Δ. Σ. Καββάδας, Εικονογραφημένον Βοτανικόν-Φυτολογικόν Λεξικόν, Εκδόσεις ΠΗΓΑΣΟΣ, τ. 7 (Αθήνα αν. χρ. εκδ.), σ. 3275-3280.

Μυρσ. Λαμπράκη, Τα Χόρτα (Αθήνα 2000).

Εγκυκλοπαιδεία ΝΕΑ ΔΟΜΗ, τ. 7 (Αθήνα, αν. χρ. εκδ.), σ. 373-374.

-Δ. Ν. Παπαγιαννόπουλος, ΜΕΕ, τ. ΚΑ ΄(Αθήναι, αν. χρ. εκδ.), σ. 106-107.

Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα (Ρέθυμνο 2001).

Ευ. Κ. Φραγκάκι, Η Δημώδης Ιατρική της Κρήτης (Αθήναι 1978).

Φυτολογία, Εκδοτική Αθηνών (Αθήναι 1990), σ. 92-93

Η. Baumannn, Die Griechische Pflanzenwelt (Muenchen 1999).

Koenemann, Botanica. Das Abc der Pflanzen. 10.000 Arten in Text und Bild (Koeln 1997).

R. Scheppelmann, Flora Graeca. Sibthorpiana, Volksausgabe, Edition Kentavros, (Hamburg 2017).

Fr. W. Sieber, Ταξίδι στη νήσο Κρήτη του Ελληνικού Αρχιπελάγους κατά το έτος 1817, Λειψία 1823. Μετάφραση από τα Γερμανικά στα Ελληνικά υπό Δρ. Ιω. Ηλ. Βολανάκη, Αρχαιολόγου, (Αθήναι 2022).

J. Pitton de Tournefort, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700-1702, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (Ηράκλειο 2003).

Διαβάστε ακόμη

Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της Ελλάδας: Πτελέα η πεδινή (Ulmus campestris)

Ιωάννης Βολανάκης: Φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της Ελλάδας

Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Εχίνωψ ο ακανθότατος (Echinops spinosissimus), κοινώς σκαντζόχοιρος, κατσοχοίρι, κατσοχοιράκι

Δρ. Ιω. Ηλ. Βολανάκης: ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΡΩΜΑΤΙΚΑ ΦΥΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Άκανθα η απαλή (Acanthus mollis), κοινώς άκανθα, αγκάθι

Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Ελμινθία η εχινοειδής (Helminthia echinoeides), κοινώς σόγχος, τσόχος, ζοχός

Δρ. Ιωάννης Βολονάκης | Φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της Ελλάδας: Ζίζυφος ο εδώδιμος

Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Κιτρέα η σινική (Citrus sinensis), κοινώς πορτοκαλιά

Ιω. Ηλ. Βολανάκης: ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΡΩΜΑΤΙΚΑ ΦΥΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ: Ακακία η φαρνεζιανή (Acacia farnesiana), κοινώς γαζία