Μαίρη Η. Παπανδρέου για το πάρκο του Ροδινού: Μια επιστολή από το 2001 που μοιάζει να γράφτηκε σήμερα
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 242 ΦΟΡΕΣ
Είκοσι πέντε χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευσή της στις σελίδες της «ΡΟΔΙΑΚΗΣ», η επιστολή της συμπολίτισσάς μας, κοινωνικής λειτουργού Μαίρης Ηλία Παπανδρέου, επιστρέφει στη δημοσιότητα με πρωτοβουλία της ίδιας. Το κείμενο, που γράφτηκε τον Αύγουστο του 2001, αποτελεί μια συγκινητική κατάθεση μνήμης για το Πάρκο του Ροδινιού, όπως το γνώρισαν οι παλαιότερες γενιές, αλλά και μια διαχρονική υπενθύμιση της ανάγκης προστασίας και ανάδειξης ενός από τους σημαντικότερους φυσικούς και ιστορικούς χώρους της Ρόδου.
Δυστυχώς, παρά το πέρασμα ενός τετάρτου του αιώνα, οι σκέψεις και οι προβληματισμοί που διατυπώνονται παραμένουν επίκαιροι. Ακολουθεί αυτούσια η επιστολή της:
"To Ροδίνι του Χθες
Συχνά, πυκνά, διαβάζομε στον ημερήσιο τύπο, για τις εργασίες αποκατάστασης που έγιναν στο Πάρκο του Ροδινιού και πόσο έχουν στοιχίσει. Υπέρογκα ποσά έχουν δαπανηθεί βέβαια, αλλά τίποτε δεν μπορεί να ξαναδώσει στο Ροδίνι την παλιά του αίγλη.
Την παραμυθένια ομορφιά και την εξωπραγματική γοητεία, που ακτινοβολούσε τη δεκαετία του 1950 και 1960, μέχρι που η δικτατορία των συνταγματαρχών, άρχισε να καταστρέφει. Τις δεκαετίες του 50 και 60, όταν οι κάτοικοι της Ρόδου, Ροδίτες και μη, γνώριζαν να γλεντούν με λιγότερα έξοδα και χωρίς επιθυμία προβολής, γι αυτό και διασκέδαζαν πραγματικά, συντροφικά, αυθόρμητα, αληθινά.
Εκεί που σήμερα προβάλλει τον ακαλαίσθητο όγκο του, το κτήριο «πολλαπλών χρήσεων» του Ροδινιού, ήταν ένα ταπεινό μικρό κτίσμα, και μπροστά του βρισκόταν η περίφημη λίμνη, κάτω από την πυκνή φυλλωσιά φίκων νομίζω, έχουν περάσει 42 ολόκληρα χρόνια και η μνήμη διατηρεί πιο έντονα το χρώμα και τον ήχο του νερού, την καθαρότητα της ατμόσφαιρας, τη διαύγεια των αισθημάτων, παρά τις επουσιώδεις λεπτομέρειες του είδους του φυλλώματος. Η ορχήστρα, κάτω από τα δέντρα, έπαιζε ακούραστη, πότε ρομαντικούς ρυθμούς και πότε ξέφρενους, όπως το σουίνγκ που ήταν τότε στη μόδα.
Η εκπληκτική και ανεπανάληπτη πίστα για τους χορευτές, βρισκόταν πάνω στη λίμνη, στηριγμένη σε άδεια βαρέλια που επέπλεαν. Όλοι οι παλαιοί Ροδίτες θα το θυμούνται με νοσταλγία, όπως και γω. Στην πίστα πήγαιναν τα ζευγάρια, από δύο μικρά γεφυράκια, μόλις που χωρούσε στο φάρδος ένα άτομο. Κι όταν ανέβαιναν πολλοί, η πίστα βούλιαζε από το βάρος των χορευτών έτσι και τόσο, που βούλιαζε και οι χορευτές πλατσούριζαν λίγο ή πολύ, χωρίς καθόλου να χάνουν το κέφι τους.
Απεναντίας, παρέες γλεντζέδων, συνεννοούνταν και όλοι μαζί πήγαιναν στη μία πλευρά που βούλιαζε περισσότερο από την άλλη, επέστρεφαν στην απέναντι, σαν ανερμάτιστη βάρκα η πίστα, και διασκέδαζαν και οι χορευτές και οι απέξω! Αρκετές φορές, χορευτές στο τσακίρ κέφι, έκαναν και μια βουτιά στα δροσερά νερά με τα κοστούμια τους.
Από τους παλιούς γνήσιους γλεντζέδες που άφησαν εποχή ως έξοχοι χορευτές και πειραχτήρια, ήταν ο κύριος και κυρία Δημήτρης και Κορνιλία Δημητριάδη, το ζεύγος Αλέκου Τσιριγώτη, οι Πολιτικοί Μηχανικοί Νικολαϊδης και Χαρίτος με τις συζύγους τους και πολλοί ακόμα.
Οι λίμνες του Πάρκου του Ροδινιού τότε, ήταν γεμάτα νούφαρα και χρυσόψαρα. Οι πάπιες πολλές περισσότερες, κι ο γέρο πλάτανος στη βρύση του, έδινε ένα ξεχωριστό μεγαλείο, καθώς όλοι πίστευαν, ότι όποιος ξένος πιει νερό από εκεί, θα δενόταν συναισθηματικά με τη Ρόδο, που θα επέστρεφε αργά ή γρήγορα. Ώρες περπατούσαμε μέσα στο καταπράσινο και ανθισμένο πάρκο, και τα απογεύματα, όταν άρχιζε να γέρνει ο ήλιος, στο καφενεδάκι, δίπλα στην λίμνη με την πρωτότυπη πίστα, παίρναμε το αναψυκτικό ή τον καφέ.
Αναψυκτικό ντόπιας κατασκευής, Αγιακάτσικα, με εκλεπτυσμένη και ξεχωριστή γεύση, με φρέσκα και αγνά υλικά. Όσο για τον καφέ, παραδοσιακά φτιαγμένο, με το πυκνό καϊμάκι του, και το άρωμα που πρόσθεται στην ευχαρίστηση της γεύσης. Μοναδικές ώρες και βραδιές, που, εμείς οι παλιοί, ζήσαμε. Είναι λυπηρό, να χάνεται τόση ομορφιά, που αποτελεί, τροφή του συναισθήματος.
Μαίρη Η. Παπανδρέου
( 25 Αυγούστου 2001 )

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News