Οι ρυθμίσεις δεν είναι λύση

Του Γιώργου Κύρτσου
ευρωβουλευτή της ΝΔ

Μια ματιά στα επίσημα στοιχεία για το 2017 οδηγεί σε ιδιαίτερα αρνητικά συμπεράσματα για τη δημοσιονομική και την ασφαλιστική πολιτική που εφαρμόζονται.

Αύξηση οφειλών
Παρατηρείται μία διαρκής αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών των πολιτών και των επιχειρήσεων προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία. Ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατεί είναι το γεγονός ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την Εφορία αυξάνονται τους περισσότερους μήνες με ρυθμό της τάξης του 1 δισ. ευρώ.

Με βάση τα στοιχεία για τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού και των ασφαλιστικών ταμείων, οι εισπράξεις από τις ληξιπρόθεσμες οφειλές ξεπέρασαν κατά εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ τους στόχους και έτσι βοήθησαν να καλυφθούν διάφορες δημοσιονομικές και ασφαλιστικές τρύπες.

Εάν κρίνουμε από όσα συνέβησαν το 2017 η πολιτική της υπερφορολόγησης και της αύξησης των ασφαλιστικών κρατήσεων για πολλές κατηγορίες εργαζομένων και επιχειρήσεων προκαλεί σημαντικές οικονομικές δυσλειτουργίες οι οποίες καταλήγουν στην αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Πολλές επιχειρήσεις προσπαθούν να επιβιώσουν δημιουργώντας δαπανηρές εκκρεμότητες έναντι του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων και πολλοί πολίτες και νοικοκυριά αδυνατούν να εκπληρώσουν τις αυξημένες υποχρεώσεις τους.

Η οικονομική πολιτική που ακολουθείται δεν είναι βιώσιμη γιατί οδηγεί στην αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών και στη συνέχεια στην κάλυψη των αναγκών του Δημοσίου και του ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού συστήματος μέσα από ένα διαρκή καταναγκασμό για την είσπραξη των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Μεγάλα προβλήματα
Δημιουργούνται έτσι νέα προβλήματα στη λειτουργία των επιχειρήσεων και της οικονομίας. Για παράδειγμα, πολλοί αποφεύγουν τις τράπεζες στις οικονομικές συναλλαγές τους για να μην χάσουν τον έλεγχο όσων μετρητών τους απέμειναν για να συνεχίσουν τη λειτουργία της επιχείρησής τους ή να καλύψουν τις ανάγκες του νοικοκυριού τους.

Στην κρίση του 2012 παρατηρήθηκε μαζική φυγή καταθέσεων, μόλις όμως ελέγχθηκε η κατάσταση οι περισσότερες καταθέσεις επέστρεψαν στις τράπεζες. Αντίθετα, στην κρίση του 2015 μειώθηκαν οι καταθέσεις κατά 40 δισ. ευρώ και από αυτό το ποσό λιγότερο από το 10% έχει επιστρέψει στις τράπεζες.

Ο κόσμος δεν φοβάται τόσο μια νέα κρίση στο τραπεζικό σύστημα όσο τη δέσμευση των μετρητών που έχει στη διάθεσή του για την αναγκαστική εξυπηρέτηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών που έχουν δημιουργηθεί. Με τόσο χαμηλό επίπεδο τραπεζικών καταθέσεων θα γίνει εξαιρετικά σκληρή η διαχείριση των κόκκινων δανείων και πολύ δύσκολη η επαρκής χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

Πρόσθετες υποχρεώσεις
Για να αντιμετωπιστεί η αξιοπερίεργη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, πρέπει να υπάρξει μία κυβέρνηση η οποία θα προχωρήσει σε στοχευμένο περιορισμό των δημόσιων δαπανών, σε μείωση των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών και σε βελτίωση του οικονομικού και επενδυτικού κλίματος για να υπάρξει σταθερή και δυναμική ανάπτυξη που δεν θα επηρεάζεται από την εποχικότητα του τουρισμού.

Το πρόβλημα είναι ότι η επιλογή της κυβέρνησης Τσίπρα υπέρ μιας μη ρεαλιστικής πολιτικής που στηρίζεται στην αδυναμία ελέγχου συγκεκριμένων δημοσίων δαπανών και στην υπερφορολόγηση αντιμετωπίζεται από τους Ευρωπαίους εταίρους και πιστωτές σαν μη βιώσιμη, με αποτέλεσμα να ζητούν πρόσθετες εγγυήσεις για την εκπλήρωση των τοκοχρεολυτικών υποχρεώσεων του ελληνικού Δημοσίου.

Οι εγγυήσεις αυτές έχουν τη μορφή πρόσθετων μέτρων για το 2018, μείωση των παλαιών κύριων συντάξεων το 2019 με στόχο την εξοικονόμηση 3,5 δισ. ευρώ και δραστικής μείωσης του αφορολόγητου ορίου για το ετήσιο εισόδημα το 2020.

Είναι φανερό ότι αν δεν βρεθεί μία νέα οικονομική και δημοσιονομική ισορροπία που θα στηρίζεται στην κάλυψη των αναγκών του Δημοσίου χωρίς μέτρα που προκαλούν σοβαρές δυσλειτουργίες στην οικονομία, αυξάνουν δυσανάλογα τις ληξιπρόθεσμες οφειλές και φέρνουν στη συνέχεια πρόσθετα μέτρα, αποκλείεται να βγούμε από την οικονομική κρίση την οποία όλες οι άλλες χώρες της Ευρωζώνης άφησαν πίσω τους το 2014 και η Κύπρος το 2016.