Λεξιστορείν: Τον άφησα κόκκαλο

Η λέξη κόκκαλο είναι το ουδέτερο του αρχαίου επιθέτου κόκκαλος, που είχε δύο σημασίες:

α) το κουκούτσι του κουκουναριού β) το ίδιο το κουκουνάρι Αυτό εξηγεί και την προέλευσή της από τη λέξη κόκκος (με προσθήκη του επιθήματος –αλο)αφού ο κόκκος δήλωνε τον πολύ μικρό καρπό και κατ’ επέκταση τα κουκούτσια.

Αργότερα από την  σημασία «κουκούτσι» η λέξη κόκκαλο άρχισε να σημαίνει  «το οστό». Η εξέλιξη αυτή  μάλλον οφείλεται στο ότι και τα δύο περιβάλλονται από σαρκώδη ουσία και είναι σκληρά.

Από τα παραπάνω καταλαβαίνουμε λοιπόν πως  η καταγωγή της λέξης κόκκαλο από το κόκκος δείχνει  ότι η ορθότερη  γραφή της είναι με δύο «κ» και όχι με ένα.