Μια ιστορία αγάπης...

Γράφει η Ρένα Παπακωνσταντίνου
Εκπαιδευτικός Α/βάθμιας εκπαίδευσης

Δύο λέξεις για μένα  αρκούνε για προσάναμμα στη φλόγα της ανάγκης μου να γράψω.  Η συνάντηση μου  σε μία τελετή  μνήμης με μία γυναίκα ανατρεπτική θα τολμούσα να πω, από τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας στο νησί, μου έδωσε το έναυσμα. 

Την κοιτώ στα μάτια και συνειδητοποιώ ακόμη μια φορά πόσο όμορφη είναι. 

Τα μάτια είναι ο καθρέφτης των σκέψεων και της συνείδησής μας, είναι το αίμα που κυλά μέσα μας και καθορίζει το κάθε μας βλέμμα, ελεύθερο ή στρατευμένο. 

Όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσες ρυτίδες κι αν το περικυκλώσουν, η καθαρότητα τους παραμένει άσπηλη και ανέγγιχτη.  

Θυμάμαι κάποια στιγμή σε ένα μάθημα ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο με τον κύριο Καψάλη, έγραψα σε κάποια εργασία μου ότι πιστεύω πως ακόμη και η σχέση γονέα- παιδιού μπορεί να μην είναι ανιδιοτελής.

Δυσκολευόμουν να εκφράσω ξεκάθαρα τις σκέψεις μου, χρησιμοποιώντας όμως κάποια παραδείγματα κατάφερα  να γίνω κατανοητή στον καθηγητή και να περάσω με Άριστα το μάθημα αυτό, που τόσες φορές είχανε δώσει αλλοι συμφοιτητές μου, μιας και ο κύριος Καψάλης ψηφιζόταν για τον ατελείωτο συνωστισμό που υπήρχε πάντα τις ημέρες των εξετάσεων στο μάθημα του. 

Κάποια στιγμή με συνάντησε και μου είπε ότι του έκαναν εντύπωση αυτά που έγραψα και η προσέγγιση του θέματος ήταν τόσο διαφορετική που τον αιφνιδιασα.

Τι σχέση μπορεί να έχει τώρα αυτό με την εντυπωσιακή κυρία;

Καμιά φορά μία ζωή μπορεί να λοξοδρομήσει από τα μονοπάτια της ψυχής όταν κάποιοι πιο δυνατοί από εμάς εκείνη τη στιγμή μας κλείσουν τα μάτια και μας οδηγήσουν στο μονοπάτι που καρποφορούν τα δικά τους όνειρα και ανθίζουν όσα εκείνοι έσπειραν και έμειναν άνυδρα και θέλουν δάκρυα πίκρα για να ριζώσουν και να καρποφορήσουν, μπίγοντας όλα τους τα αγκάθια στον άλλο με τόση δύναμη που να προκαλούν και άλλα δάκρυα κι άλλα κι άλλα...

Και η ζωή περνά με εμάς,χωρίς εμάς και χίλια μύρια έπονται ενός κακού...
Και οι άνθρωποι πάντα με άγρυπνη ματιά να κρίνουμε, να βαθμολογούμε, να λιθοβολούμε τον πλησίον μας...

Κι ας τρέχουμε στις εκκλησίες, ας κάνουμε μεγάλες μετάνοιες, ας παριστάνουμε τους ευεργέτες... ο νους μας πάντα να εκτοξεύσουμε τα πικρόχολα σχολεία μας, να γιάνει λίγο η καρδιά μας...
Ήμουν μαθήτρια Λυκείου όταν έμαθα κάτι δυσάρεστο, μια απώλεια τραγική.

Αρέσουν οι τραγωδίες στον κόσμο κυρίως στις μικρές επαρχίες που η καθημερινότητα πλήττεται από μονοτονία και η ιδιωτική ζωή του καθενός αποτελεί το πιο ενδιαφέρον σήριαλ που  εκστασιάζει την πλήξη και την στασιμότητα και δίνει τροφή για σχόλια και ατελείωτα τηλεφωνήματα αργόσχολων ανθρώπων να κάνουν τι; να κρίνουν τη ζωή του άλλου για έναν και μόνο λόγο, γιατί οι ίδιοι δεν τολμούν να κάνουν ότι ο άλλος έκανε και από φθόνο για την τόλμη του  τον λιθοβολούν.

Χωρίς να ξέρουν την αλήθεια του, χωρίς να γνωρίζουν τα αγκάθια που τρυπούν καθημερινά την ψυχή του.

Υπάρχουν άνθρωποι που σε κάνουν να πας παραπέρα, που σου δίνουν τη σκάλα να ανέβεις κι άλλοι που έρχονται στη ζωή σου σαν τους κλέφτες, πίσω από μάσκες θεοσεβούμενων και αγγελικά  πλασμένων υπάρξεων που καιροφυλακτούν να σε ανεβάσουν στην σκάλα και μόλις σταθείς στα πόδια σου και πας να σηκωθείς σου δίνουν μία και πέφτεις.

Έρχονται να ληστέψουν τις γαρδένιες σου με λόγια διαβολικά πλασμένα και εσύ αποπλανημένος δεν φωνάζεις  «βοήθεια»και γίνεσαι συνεργός στον αυτοεξευτελισμό και στην αυτοκαταστροφή σου.
Όλα είναι μέσα στη ζωή. Όλοι έχουμε δικαίωμα να πέσουμε στον βούρκο και να ξανασηκωθούμε. Όλα μπορούν να αλλάξουν, να βελτιωθούν, ένα μονάχα όμως μένει και δεν αλλάζει και δεν απολυμαίνεται:  ο δόλος.

Οι άνθρωποι που δόλια τους άλλους πλησιάζουν και επιδιώκουν να κουρσέψουν την ομορφιά της ύπαρξης τους πρέπει να δένονται με σχοινιά στα μπουντρούμια της λήθης και να αμαυρώνονται με το σκοτάδι της ανυπαρξίας.

Θυμάμαι τον πατέρα μου να προτιμά να χάσει κάτι αξιόλογο από την περιουσία του Θεωρώντας το μίασμα της σχέσης του με κάποιον, παρά να το κρατήσει και συνεχώς να του θυμίζει τον δόλο, του συνανθρώπου του.

Τον καταλαβαίνω απόλυτα τώρα πια όταν εκείνες τις μέρες της αναστάτωσης του, μου είπε: " για μένα αυτός ο άνθρωπος έχει πεθάνει, δεν υπάρχει πια".

Το ένιωσα και εγώ μετά από χρόνια το συναίσθημα αυτό και βροντοφώναξα στον εαυτό μου  «ο άνθρωπος αυτός έχει πεθάνει, δεν υπάρχει πια" για αυτόν που δόλια πήγε να ληστέψει τη δροσιά της νιότης μου.

Διάβασα σε ένα άρθρο της Καθημερινής μία συνέντευξη ενός καθηγητή Πανεπιστημίου που ισχυριζόταν ότι η συγχώρεση δεν είναι πάντα λυτρωτική και καθαρτική.

Μπορείς και πρέπει να συγχωρείς καταστάσεις επιπολαιότητας, απροσεξίας ανευθυνότητας, οργανικής αδυναμίας.

Δεν μπορείς όμως να συγχωρείς ψυχοβγάλτες, ονειροπαγιδευτές, κουρσάρους. Πώς να συγχωρέσεις κάποιον που στόχο του είχε να διαλύσει τη γαλήνη της ψυχής σου, να στοιχειώσει τα όνειρά σου και να δέσει ένα μαύρο πανί για σκέπαστρο των ματιών σου!!!

Η ζωή από μόνη της είναι η  μεγαλύτερη πλανεύτρα.

Χαρά σε όποιον πολύ σύντομα συνειδητοποιήσει ότι ο μόνος που πρέπει να λογοδοτεί για το τι κάνει και το τι επιθυμεί, είναι ο εαυτός του και κανείς άλλος.

Ότι οι άλλοι μας κρίνουν καθημερινά, μας υποτιμούν, μας απαξιώνουν... μέσα από το δικό τους κουτί καθισμένοι στους αναπαυτικούς καναπέδες τους, απολαμβάνοντας την υλική χλιδή τους και ταΐζοντας  μέχρι σκασμού τη ματαιοδοξία τους και την έλλειψη κάθε επαφής με την έννοια της ενσυναίσθησης.

Περιγελούν τα καμώματα των άλλων  μέσα από τον μικρόκοσμο της ανυπαρξίας τους, ζούνε μέσα από τις ζωές των άλλων, θέλουν μέσα από τις επιθυμίες των άλλων, επαληθεύουν κάθε στιγμή τον υπέροχο στίχο της Λίνας Νικολακοπούλου…...ι

" Το πάθος που διώκεται 
Δεν πάει να επιδιώκεται 
Εσείς θα βγείτε λάθος 
Στο βάθος το ζηλεύουμε 
Αυτό που ρεζιλεύουμε...". 

Σαν να ακούω ολοζώντανα την ανεπανάληπτη φωνή του Μανώλη Μητσιά να τονίζει με νόημα" στο βάθος το ζηλεύουμε αυτό που ρεζιλεύουμε.." 

Εκεί που ονειρεύεσαι να ανοίξεις τα φτερά και να πετάξεις, σε γραπώνει ένα χέρι σου γνωστό και σε ξεπουπουλιαζει..!

Έχεις καθήκον να χαρίσεις όσα πιο πολλά κιλά ματαιοδοξίας μπορείς στον άμεσα πλησίον σου κι εσύ να βουλιάξεις στον βάλτο της προδοσίας όσων πόθησες, όσων ζωγράφισες στον καμβά της σκέψης σου και των βλεφάρων σου.

'' Ο δρόμος είναι σκοτεινός 
 Ώσπου να σε ανταμώσω
 Ξεπρόβαλε μες στο στρατί
 Το χέρι να σου δώσω…»

Η ομορφιά σου '' Τα ηλιοτρόπια» του Βίνσετ βαν Γκογκ, τα μάτια σου ικανά να ταξιδέψουν και το πιο περίτεχνο σκαρί στα διάφανα νερά τους, όλο το πέλαγο μαζί κι ο καταγάλανος ουρανός.

Το σώμα σου αγαλματένιο, έτοιμο να προκαλέσει ανομολόγητους πόθους και τ' αρώματα της ψυχής σου θυμίζουν μύρο της Μεγάλης Παρασκευής.

Όλα αυτά, εσύ, κι όμως το χαμόγελο στο κούρσεψαν αγαπημένη και βάλονται όλοι θαρρείς να σου βάλουν το αγκάθινο στεφάνι, έτσι να δουν στα φανερά το μάτωμα του δέρματός σου, τις στάλες του κατακόκκινου αίματος να βάφουν τα ποθητά χείλη και να ροδίζουν τ' αλαβάστρινο πρόσωπο...

Δεν τους φτάνει το αγκάθινο συρματόπλεγμα που εμφυτεύτηκε πάνω στις φλέβες σου και σ' έκανε να αιμορραγείς ακατάσχετα χωρίς να φαίνεται, χωρίς να το δουν...

Οι θρασύδειλοι θέλουν χειροπιαστές αποδείξεις, για να πιστέψουν ότι κάποιος μαρτυράει, πονάει, σταυρώνεται σε διάφανο σταυρό, πεθαίνει κι αναστατώνεται κάθε ώρα και λεπτό... μα δεν τους φτάνει.
Υπάρχουν όμως στιγμές στη ζωή, που έρχεται η ώρα της Ανατροπής... που δίνεις μια στην συμβατικότητα του είναι σου, στο βόλεμα των επιθυμιών των άλλων, σ' όλους όσους κρυφοκοιτάζουν από την κλειδαρότρυπα του σπιτιού σου τις κινήσεις σου και σαλπάρεις για άλλες θάλασσες.

Βρίσκεις απάνεμο λιμάνι μιας άγονης γραμμής, χωρίς λούσα, χωρίς μπριγιαντένια περικάρπια και μονόπετρα που αστράφτουν, χωρίς βαρυσήμαντα ονόματα... μα το χώμα είναι γόνιμο κι εσύ έχεις τους σπόρους τους αρχέγονους να σπείρεις, που σέρνεις άκαρπους τόσα χρόνια, κρυμμένους σαν τον κλέφτη...

Μα να..! Χωρίς σκέψη καμιά, χέρι απαλό, ζεστό και στοργικό αρπάζει το δικό σου και σπέρνεται μαζί το βίος του καθενός και δάκρυα δροσερά ραντίζουν τα σπαρτά σας κι εκείνα ανθίζουν και καρποφορούν και γίνεται το χώμα το άνυδρο τόπος δεκτικός, λουλουδιασμένος πέρα ως πέρα και τα δύο σώματα ένα θα γενούν και τίποτα πια δεν θα είναι ίδιο με χθες.

Είναι απρόβλεπτη η ζωή αγαπημένη μου. Χάθηκαν τα χρόνια της άγουρης νιώτης και έγιναν σκόνη μαργαριταρένια στο βυθό της θάλασσας, μα κέρδισες τα χρονια τα μεστά και βρήκες νόημα να περιφέρεις την λυγερή κορμοστασιά σου. Σε βλέπω να χαμογελάς, να λάμπεις από χαρά, να είσαι η προσωποποίηση αυτής της πρόσκαιρης ζωής...

''Η πιο όμορφη γυναίκα της εποχής της'' λέω στο ταίρι σου... '' Το ξέρετε αυτό;''
''Άσε τις ομορφιές Ρένα μου, τις τύχες των ανθρώπων να κοιτάς... και να μου έλεγαν να ξαναγίνω νέα θα το αρνιόμουνα'' λέει με όλο της το πάθος...

''Κερδίζω χρόνια κάθε μέρα Ρένα μου μαζί της'' μου αποκρίνεται ο άντρας ο γοητευτικός στο πλάι της κι εγώ αυτόπτης μάρτυρας μιας αληθινής ιστορίας αγάπης, σαν αυτής που ονειρεύονται τα κοριτσόπουλα και λαχταρούν όσες απαρνήθηκαν τη σωτηρία της ψυχής τους, ξαπλώνοντας στο πουπουλένιο μαξιλάρι τους αναμετρώντας τα καράτια των πολύτιμων λίθων τους , μήπως και κλείσουν τα μάτια και αποκοιμηθούν...

''...Έτσι μιλώ για σένα και για μένα.
 ...Τα δύο μικρά ζώα, τα χέρια μας που γυρεύουν ν'ανεβούνε κρυφά το ένα στο άλλο.
     Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
     Και τα κομμάτια οι θάλασσες
που ερχόντουσαν μαζί 
πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ'τους φράχτες.

Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου...
...Να φωνάζω από εσένα και να με χτυπά η φωνή μου.
Να μυρίζω από σένα και ν'αγριεύουν οι άνθρωποι.
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ'αλλού φερμένο.
Δεν τ'αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, 
μ'ακούς.

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα''....

«Μονόγραμμα«
Οδ. Ελύτης

Αφιερωμένο στην αγαπημένη μου κυρία Μαρίκα και τον κύριο Μάνο!!!