Δ. Κρεμαστινός: «Ένα θύμα που βρίσκεται σε αυτοάμυνα χρειάζεται ανθρώπινη μεταχείριση από την Πολιτεία»

Συζητήθηκε στη Βουλή η Επίκαιρη ερώτηση που κατέθεσε ο Αντιπρόεδρός της και Βουλευτής Δωδεκανήσου Δημήτρης Κρεμαστινός με θέμα «Η αυτοάμυνα ύστερα από επίθεση μέσα στο σπίτι» στην οποία ζητούσε να μάθει εάν ο Υπουργός Δικαιοσύνης θεωρούσε αναγκαία τη βελτίωση του νομικού πλαισίου περί αυτοάμυνας προκειμένου να μη σύρονται ως ένοχοι στα δικαστήρια οι αμυνόμενοι.

Την ερώτηση είχε υποβάλει ο Δημήτρης Κρεμαστινός με αφορμή το πρόσφατο περιστατικό διάρρηξης στο σπίτι ηλικιωμένου και αυτοάμυνας του ηλικιωμένου με πυροβολισμό.

Ο Αντιπρόεδρος της Βουλής αναφέρθηκε στην ανάγκη διαχωρισμού της αυτοδικίας από την αυτοάμυνα αλλά και τη διαφοροποίηση στον τρόπο μεταχείρισης του αμυνόμενου.

Όπως είπε χαρακτηριστικά η εικόνα του υπέργηρου που δέχθηκε εισβολή στο σπίτι του από διαρρήκτες και σύρθηκε τελικά ο ίδιος σιδηροδέσμιος από την Αστυνομία προκάλεσε δυσάρεστη εντύπωση στους πολίτες και ήγειρε ερωτήματα για το ποια είναι τα όρια της δικαιολογημένης αντίδρασης ενός πολίτη όταν δέχεται εισβολή το βράδυ στο ίδιο του το σπίτι.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης είπε ότι κάθε πολίτης έχει δικαίωμα στην αυτοάμυνα, βάσει του νόμου, και ότι αυτό αφορά όχι μόνο την προστασία του αλλά και την υπεράσπιση της έννοιας του δικαίου. Διατύπωσε επίσης την άποψη ότι το νομικό πλαίσιο δεν χρήζει αλλαγής αλλά ότι όλα τελικά κρίνονται στον τρόπο εφαρμογής των διατάξεων του νόμου.

Επίσης, συμφώνησε απολύτως με τον Αντιπρόεδρο της Βουλής για την ανάγκη κατευθύνσεων για πιο αρμόζουσα μεταχείριση των προσαγόμενων από την Αστυνομία, αναλόγως των χαρακτηριστικών τους, προκειμένου να μη γίνονται υπερβολές και να μην δημιουργείται η κακή εικόνα που δημιουργήθηκε στην περίπτωση του εν λόγω υπερηλίκου.

Ολόκληρη η συζήτηση έγινε ως εξής:

«ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΡΕΜΑΣΤΙΝΟΣ (Ε΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής): Κυρία Πρόεδρε και κύριε Υπουργέ, ομολογώ ότι ευαισθητοποιήθηκα να κάνω αυτή την ερώτηση ύστερα από την εικόνα του υπέργηρου στην τηλεόραση. Αυτή η εικόνα μεταδόθηκε και από ξένες τηλεοράσεις.

Το πώς δηλαδή ένας άνθρωπος που δέχθηκε επίθεση μέσα στο σπίτι του, δεν ήταν ικανός –αφού αποφάσισε ο ίδιος να αμυνθεί, να χτυπήσει, να σκοτώσει- νομοθετικά να διαφοροποιηθεί απ’ όλους τους άλλους που περίπου κάνουν το ίδιο αδίκημα, δηλαδή πυροβολούν και κατηγορούνται με το αδίκημα της αυτοδικίας κ.λπ.

Η εικόνα αυτή βέβαια δεν ήταν καθόλου καλή για τα μέσα ενημέρωσης, όχι μόνο τα δικά μας, αλλά και του εξωτερικού. Γιατί πράγματι αυτό το πρόβλημα, το πότε δηλαδή η αυτοδικία είναι αυτοδικία και πότε είναι αυτοάμυνα, είναι μεγάλο.

Και κατά συνέπεια υπάρχει ο προβληματισμός –ασφαλώς σας έχει απασχολήσει και εσάς- για το εάν θα πρέπει το δικό μας ισχύον νομικό καθεστώς να διαφοροποιηθεί σε αυτό το σημείο, ούτως ώστε πράγματι να προσδιοριστεί επαρκώς σε τι συνίσταται η αυτοάμυνα.   

Δηλαδή, παραδείγματος χάριν, όταν δεχθεί κάποιος επίθεση ενόπλου, βίαιη, μέσα στο σπίτι του ή με θλον όργανο εκτός από όπλο, είτε με μαχαίρι ή οτιδήποτε τη νύκτα, αυτό να μην θεωρηθεί αυτοδικία. Διότι ο δυστυχής αυτός άνθρωπος, που εσύρθη με αυτόν τον τρόπο στα δικαστήρια, έπιασε το πιστόλι που είχε, καλώς ή κακώς. Αυτό διέθετε αυτό έκανε. Αν είχε μαχαίρι, θα χτυπούσε με μαχαίρι. Αν είχε καρέκλα, θα χτυπούσε με καρέκλα. Ό,τι είχε για να αμυνθεί.

Οπότε αυτό το ερώτημα που τίθεται τώρα και είναι και επίκαιρο είναι αν σας έχει προβληματίσει, αν έχετε καταλήξει σε συγκεκριμένη απόφαση πώς είναι δυνατό αυτό το πράγμα να αντιμετωπιστεί. Ή θα το αφήσουμε, κατά κάποιον τρόπο, έτσι και θα πηγαίνουν στα δικαστήρια οι άνθρωποι και ο δικαστής θα αποφαίνεται;

Διότι, βεβαίως, αν ήταν νέος σε ηλικία, δεν θα ήταν αυτή η εικόνα την οποία είδαμε στην τηλεόραση και ενδεχομένως να μην υπήρχε και αυτή η ευαισθησία, δηλαδή αν ο παθών ήταν νέος σε ηλικία. Όμως, η εικόνα του υπέργηρου μας έδωσε περισσότερο την ευαισθησία να προβληματιστούμε και γι’ αυτό προβληματίζω και εσάς με την ερώτησή μου.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΝΤΟΝΗΣ (Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων): Κύριε συνάδελφε, θέτετε ένα πάρα πολύ σοβαρό ζήτημα, το ζήτημα της άμυνας, το οποίο διαλαμβάνεται στον Ποινικό Κώδικα στο άρθρο 22, αλλά πέραν από αυτό και της υπέρβασης της άμυνας, όπως περιγράφεται στο άρθρο 23, τρίτον, το πώς εφαρμόζονται αυτές οι διατάξεις στην καθημερινότητα –διότι μιλήσατε για αυτοδικία ενώ στην ουσία έχουμε υπέρβαση αμύνης- και, τέταρτον, ρωτάτε –και σωστά ρωτάτε- τι σκοπό έχει η Κυβέρνηση να νομοθετήσει προς την κατεύθυνση διασφάλισης κάποιων εννόμων αγαθών και δικαιωμάτων.

Κατά πρώτον, θέλω να σας πω ότι η άμυνα αποτελεί δικαίωμα του κάθε πολίτη. Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχει το άρθρο 22 στον Ποινικό Κώδικα, το οποίο περιγράφει τα όρια και τις προϋποθέσεις της άμυνας. Και θέλω να σας τονίσω ότι η νομική σημασία της άμυνας ως λόγου που αποκλείει το άδικο θεμελιώνεται κοινωνικά, δηλαδή θεμελιώνεται πάνω στην ανάγκη προστασίας του κύρους του δικαίου με την αυτοδύναμη ενέργεια ενός πολίτη.

Θα κάνω μία αντιπαραβολή για να σας πω ότι αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από τη σωτηρία ενός κινδυνεύοντος εννόμου αγαθού, όπως είναι στην κατάσταση ανάγκης που το σχετικό άρθρο, το άρθρο 25, του Ποινικού Κώδικα περιγράφει τις προϋποθέσεις και τους όρους.

Υπό αυτήν την έννοια, λοιπόν, θέλω να σας πω ότι ο θεσμός της άμυνας δικαιολογείται απολύτως από την ανάγκη υπεροχής της έννομης τάξης και μάλιστα σε σύγκρουση με έννομα αγαθά φυσικών προσώπων, τα οποία εκείνη την ώρα προσβάλλουν άλλα έννομα αγαθά και βρίσκεται αναγκασμένος ο πολίτης να δράσει αυτοδυνάμως. Γιατί, όπως καταλαβαίνετε, είναι αδύνατο για το κράτος να είναι πανταχού παρόν και να αποτρέπει την προσβολή των εννόμων δικαιωμάτων όλων των πολιτών.

Αυτό είναι το πλαίσιο της άμυνας όπως υπάρχει χρόνια τώρα στον Ποινικό μας Κώδικα. Θεωρώ ότι είναι απολύτως επαρκές.

Σημειωτέον δε ότι στην παράγραφο 3 του άρθρου 22 αναφέρεται και το μέτρο, με βάση το οποίο πρέπει να κινείται η άμυνα. Σας διαβάζω: «Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από τον βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από λοιπές περιστάσεις».

Θέλω να σας πω, λοιπόν, ότι ο νόμος δίνει αυτό το δικαίωμα. Συγχρόνως, όμως, θέτει και τα όρια άσκησης αυτού του δικαιώματος υπό τις προϋποθέσεις που μόλις σας διάβασα.

Στο άρθρο 23, που αναφέρεται στην υπέρβαση, ο νομοθέτης λέει κάτι στο εδάφιο 2 το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό. Αναφέρει: «Μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση, αν ενήργησε με αυτόν τον τρόπο εξαιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση».

Η πράξη, λοιπόν, μένει ατιμώρητη, αν έχουμε μια κατάσταση φόβου και ταραχής, όχι σε υψηλότατο βαθμό που να αποκλείει τον καταλογισμό, αλλά που να συνιστά μια ιδιαίτερη ψυχική πίεση στο θύμα, το οποίο εκείνη την ώρα καλείται αυτοδυνάμως να αντιδράσει. Αντιλαμβάνεσθε ότι το νομοθετικό οπλοστάσιο είναι υπερπλήρες σε όλες του τις παραμέτρους.

Εδώ, λοιπόν, έρχομαι στο τρίτο πολύ σημαντικό ζήτημα, το οποίο προκύπτει από την ερώτησή σας, στην εφαρμογή των διατάξεων.

Κοιτάξτε, για τη συγκεκριμένη περίπτωση, την οποία είδα και εγώ στον Τύπο και μου έκανε εντύπωση, υπήρξαν περαιτέρω αδικήματα, αν θυμάμαι καλά, τα οποία συνίσταντο στην παράνομη οπλοκατοχή και οπλοχρησία, οπότε σε αυτήν την περίπτωση πάλι θα είχαμε αυτόφωρο αδίκημα και θα ακολουθείτο η διαδικασία.

Όμως, όσον αφορά την αντίδραση του συγκεκριμένου πολίτη, είναι φανερό ότι εδώ έχουμε μια αντίδραση στα πλαίσια του νόμου, διότι δεν μπορεί κανένας να υποστηρίξει ότι εκείνη την ώρα, που κάποιος βλέπει έναν άνθρωπο στο σπίτι του οπλοφορούντα ή όχι δεν μπορεί να το αντιληφθεί από τις πραγματικές καταστάσεις και την ώρα που γίνεται αυτό το επεισόδιο, ότι δεν βρίσκεται σε ακραία ψυχική πίεση, η οποία του απαγορεύει να πράξει ως μέσος συνετός, κοινωνικός άνθρωπος, ούτως ώστε -τι να κάνει;- να σταθμίσει μέχρι ποιου σημείου μπορεί η άμυνά του να αντιστοιχεί στην επίθεση, την οποία δέχεται. Οπότε, ακόμη και αν είχαμε υπέρβαση της άμυνας, αυτή η υπέρβαση εξαιτίας αυτής της κατάστασης, του περιστατικού που περιγράψατε, έπρεπε μείνει ατιμώρητη.

Δυστυχώς, υπάρχουν περιπτώσεις που ενώ δεν έχουμε άλλα παρεπόμενα αδικήματα, όπως, για παράδειγμα, την παράνομη οπλοφορία, οι εισαγγελικοί λειτουργοί κατά τον χρόνο άσκησης ή μη της ποινικής δίωξης δείχνουν μια ιδιαίτερη ευθυνοφοβία, θα έλεγα, και ασκούν τις ποινικές διώξεις, οι οποίες, βεβαίως, καταλήγουν στο ακροατήριο, σε απαλλαγή τις περισσότερες φορές του συγκεκριμένου δράστη υπό το πρίσμα και τις προϋποθέσεις τις οποίες σας ανέφερα.

Το τέταρτο, το οποίο θέλω να σας δηλώσω, είναι το εξής: Στις προτάσεις της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, η οποία έχει παραδώσει το έργο της και μελετάται αυτή τη στιγμή από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, δεν υπάρχει κάτι το οποίο να διαφοροποιεί τις υφιστάμενες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα ούτε καν –θα έλεγα- στο παραμικρό.

Επομένως, ούτε στη δικιά μου πρόθεση είναι να αλλάξει κάτι, διότι θεωρώ πως δεν χρειάζεται το νομικό μας οπλοστάσιο κάτι περισσότερο και στη διατύπωση του άρθρου της άμυνας, αλλά και στη διατύπωση του άρθρου της υπέρβασης, του άρθρου 23, και των απαλλακτικών λόγων, οι οποίοι περιγράφονται σε αυτόν. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που η θεωρία του Δικαίου ταυτίζεται απολύτως με τη νομολογία των δικαστηρίων. Σας εντόπισα το πρόβλημα που υπάρχει μερικές φορές στο σημείο της άσκησης ή μη της ποινικής δίωξης.

Και εδώ θα πρέπει με έναν τρόπο να γίνει σαφές ότι αν έχουμε τέτοια κατάσταση, που πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση ενός άρθρου του νόμου, τότε δεν χρειάζεται οι εισαγγελείς να κάνουν τίποτε περισσότερο από το να ασκούν την ποινική δίωξη. Όμως, όταν έχουμε ειδική διάταξη, που αποκλείει τον καταλογισμό, όπως το θέμα της υπέρβασης, γιατί η άμυνα αναφέρεται στο άδικο, τότε θα πρέπει να υπάρχει και αποχή από την άσκηση της ποινικής δίωξης.

Όλα εν κατακλείδι αναφέρονται στον τρόπο εφαρμογής των συγκεκριμένων διατάξεων σε αυτό το κρίσιμο χρονικό διάστημα της άσκησης ποινικής δίωξης.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΡΕΜΑΣΤΙΝΟΣ (Ε’ Αντιπρόεδρος της Βουλής): Τώρα, βέβαια, όπως τα είπατε, κύριε Υπουργέ, σωστά είναι, αλλά εξακολουθεί να παραμένει αυτό το οποίο αισθάνεται ο αδύναμος πολίτης σήμερα. Διότι μπορεί η εγκληματικότητα με αριθμούς να είναι περίπου η ίδια, όπως λέει το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, αλλά η απανθρωπιά στην εγκληματικότητα σαφώς έχει χειροτερέψει. Και το βλέπουμε ακόμα και στο εξωτερικό, όπως στην Κύπρο πρόσφατα, κ.λπ.

Ο πολίτης, λοιπόν, όταν του λέει η Κυβέρνηση ότι όλα είναι εντάξει νομοθετικά, δεν αισθάνεται δυνατός και σίγουρος την ώρα που κοιμάται το βράδυ. Θα ήθελε, δηλαδή, να υπάρχει κάτι που να αποθαρρύνει, κατά κάποιον τρόπο, τον επιδρομέα μέσα στο σπίτι του τις ώρες που με την οικογένειά του απολαμβάνει την ησυχία του και την γαλήνη του. Αυτό είναι αναμφισβήτητο.

Τώρα αν με ρωτήσετε αν έχω εγώ πρόταση να σας κάνω, δεν είμαι ο αρμόδιος νομικά. Εσείς είστε εξαίρετος νομικός. Μπορείτε να σκεφθείτε αυτά και να τα συζητήσουμε. Είναι πάντως ένα θέμα αυτό, το πώς αισθάνεται ο πολίτης σήμερα όταν κοιμάται τη νύχτα.

Το δεύτερο ερώτημα που θίξατε τι θα μπορούσαν πράγματι να κάνουν όχι μόνο οι εισαγγελικές αρχές, αλλά και η Αστυνομία. Δηλαδή, όταν προσάγεις σε αυτές τις περιπτώσεις έναν άνθρωπο ο οποίος είναι πάνω από 80-90 χρονών και δεν μπορεί να περπατήσει, δεν είναι ανάγκη να τον πηγαίνεις με χειροπέδες και να βλέπει όλος ο κόσμος και οι τηλεοράσεις, διότι αμέσως ο κόσμος στρέφεται ενάντια στην Αστυνομία, προς την Κυβέρνηση, προς τους θεσμούς, προς τους πάντες. Σου λέει «εδώ τι γίνεται;», θέλουμε προστασία.

Κατά συνέπεια και εδώ μπορεί κάτι να γίνει ούτως ώστε να έχει ευθύνη η Αστυνομία ότι αν σε αυτές τις περιπτώσεις διαπιστώνει ότι η φυσική κατάσταση του δράστη, των δραστών τους απαγορεύει να σκεφθούν κάπως διαφορετικά, να τους φέρονται ανθρώπινα. Όλη αυτή η ιστορία, δηλαδή, σηματοδοτήθηκε από τον τρόπο με τον οποίο έδωσαν εικόνες τα μέσα ενημέρωσης. Διότι αν δεν έδιναν αυτές τις εικόνες τα μέσα ενημέρωσης, ενδεχομένως να μην υπήρχε θέμα ούτε καν ερώτηση στη Βουλή.

Όμως, αυτά τα θέματα νομίζω ότι πρέπει να τα δούμε τελείως διαφορετικά από το πνεύμα του νόμου το τυπικό, το ξερό και να τα δούμε λίγο ανθρώπινα, διότι –το επαναλαμβάνω αυτό- δεν αισθάνονται σήμερα ασφαλείς οι άνθρωποι στα σπίτια τους τη νύχτα όταν κοιμούνται και αυτό πρέπει να σας απασχολήσει.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΝΤΟΝΗΣ (Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων): Κύριε συνάδελφε, θέλω να σας πω το εξής: Είπατε στη δευτερολογία σας να δούμε κάποια νομοθετική ρύθμιση που να αποθαρρύνεται ο δράστης. Θεωρώ ότι αυτή η νομοθετική ρύθμιση υπάρχει στον Ποινικό μας Κώδικα.

Διότι όταν ο αμυνόμενος απαλλάσσεται οποιασδήποτε ευθύνης εξ αιτίας αυτής της βίαιης ενέργειας την οποία δέχεται και μάλιστα υπό όρους απόλυτης ηρεμίας και γαλήνης του ιδίου μέσα στο σπίτι του το βράδυ, που μπορεί κιόλας να κοιμάται ο άνθρωπος, καταλαβαίνετε ότι ακριβώς αυτό προβλέπει ο νόμος, ότι εκείνη την ώρα ευρισκόμενος σε μεγάλη ψυχική πίεση, είναι αδύνατον αυτός ο άνθρωπος να σταθμίσει τα πραγματικά όρια της άμυνας. Γι’ αυτό προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας ότι ο συγκεκριμένος πολίτης μένει ατιμώρητος όταν αυτοδυνάμως αμυνθεί.

Το δεύτερο που θέσατε αντιλαμβάνεσθε ότι είναι αρμοδιότητας άλλου Υπουργείου, δηλαδή το πώς γίνεται η σύλληψη επί συγκεκριμένων προσώπων τα οποία έχουν αμυνθεί έναντι μιας άδικης και βίαιης επίθεσης, την οποία δέχονται.

Άπτονται, όμως και του Υπουργείου Δικαιοσύνης, γιατί είναι και οι εντολές που δίνουν και οι αρμόδιοι εισαγγελείς, γι’ αυτό ακριβώς θα σας απαντήσω. Μου έκανε και εμένα εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν οι διωκτικές αρχές τον συγκεκριμένο πολίτη.

Θέλω να σας πω ότι η σύλληψη και τα περαιτέρω της συλλήψεως, χειροπέδες κλπ., γίνονται για έναν λόγο. Υπάρχει λόγος που γίνονται, για να μην αποδράσει ο δράστης και για να οδηγηθεί στο αυτόφωρο.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΡΕΜΑΣΤΙΝΟΣ (Ε΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής): Σωστό.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΝΤΟΝΗΣ (Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων): Όταν, λοιπόν, εδώ έχουμε έναν άνθρωπο υπέργηρο, που έχει περάσει τα ογδόντα έτη του βίου του και κρίνουν τα αστυνομικά όργανα ότι πρέπει να του περάσουν χειροπέδες, διότι είναι ύποπτος φυγής, αντιλαμβάνεστε ότι εδώ έχουμε περάσει το προσήκον μέτρο.

Θα πρέπει και οι αρμόδιοι εισαγγελείς να δώσουν τέτοιες κατευθύνσεις, αλλά και η Ελληνική Αστυνομία κατά λογική αναγκαιότητα, πρωτίστως, να προσεγγίζει αυτά τα ζητήματα. Διότι τελικώς η εικόνα, η οποία παρήχθη, ήταν μια εικόνα παντελώς άδικη για το νομικό πλαίσιο το οποίο υπάρχει και το οποίο, όπως σας είπα, κύριε συνάδελφε -και σας ευχαριστώ για την ερώτησή σας- προστατεύει απολύτως τον πολίτη, ο οποίος με βάση το νόμο ασκεί το δικαίωμα στην άμυνα, ιδίως σε τέτοιες περιπτώσεις επίθεσης και απόπειρας ληστείας ή και οτιδήποτε άλλο κατά τις νυχτερινές ώρες μέσα στην οικία του.»