Στα χνάρια του Διαβάτη: Από τον ποιμενισμό / αρκαδισμό στον αστικό πολιτισμό

Περαστικός από την πόλη μας για δύο μέρες (12 και 13 Μαΐου 2018) ο «Διαβάτης», όπως συνήθως υπέγραφε τα κείμενά του ο Γιάννης Κονδυλάκης, μας έδωσε την ευκαιρία με τη θεατρική ομάδα της Αδελφότητας Κρητών Ρόδου «Ο Ψηλορείτης», να παρακολουθήσουμε έστω και λίγα χνάρια του από την πορεία του στην ηθογραφική πεζογραφία του 19ου και αρχές 20ού αιώνα να ζήσουμε ένα κομμάτι από την εποχή του.

Από τον «Πατούχα» στον «Επικήδειο», δυο χνάρια που σημάδεψαν καθοριστικά την πορεία του Κονδυλάκη που κινούνται ανάμεσα στο χιούμορ και στο τραγικό που οι ερασιτέχνες ηθοποιοί της κρητικής θεατρικής ομάδας απέδωσαν με αξιοπρόσεκτη ευστοχία, παρά τις δυσκολίες που υπήρχαν, λόγω της αποσπασματικότητας του σεναρίου.     

Από την πρώτη κιόλας σκηνή ήταν εμφανής η αντίθεση ανάμεσα στον αρκαδισμό και στον αστικό πολιτισμό. Την ποιμενική ζωή, χωρίς να αναπαριστάνεται σε καμιά σκηνή, απέδωσε με έξυπνο τρόπο ο κεντρικός χαρακτήρας του Πατούχα, ο Μανωλιός  που συνέτεινε να αποτυπωθεί μέσα από τα λόγια του, και του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος αλλά κυρίως την κινησιολογία του, ο βουκολισμός που βίωσε αρκετά χρόνια, ωσότου ανακαλύψει τον αστικό πολιτισμό στην αρνητική του μορφή (κουτσομπολιό, παρακολούθηση, παρατσούκλια) αλλά και στη θετική όψη του με την ανακάλυψη του έρωτα.

Η ανακάλυψη αυτή έφερε στο φως και μια άλλη πιο σημαντική σύγκρουση. Εκείνης της αθωότητας και ελευθερίας της ποιμενικής ζωής και τη στέρηση της ελευθερίας που επιβάλλει ο αστικός χώρος. Τη σύγκρουση επιθυμίας και πραγμάτωσης της επιθυμίας, αυτή τη φορά μέσα στο ίδιο το αστικό περιβάλλον. Και γύρω του να κινούνται τα πιο σημαντικά πρόσωπα και της ζωής του και του οικογενειακού και κοινωνικού περίγυρου (Θωμάς, Στρατής, Μουστοβασίλης).

Η κλασική μάνα (Ρηγινιώ) που η γεμάτη τρυφερότητα ερμηνεία της στηρίζει τη μετάβαση από τον ένα πολιτισμό στον άλλο, μετάβαση που εκπροσωπεί ο Μανωλιός.

Ο πατέρας (Σαϊτονικολής)  που ως pater familias κρατεί στερεά τη θέση του και η κουτσομπόλα γειτόνισσα (Σπυριδολενιά) που λειτουργεί, ως ένα σημείο, ρυθμιστικός παράγοντας στην εξέλιξη των πραγμάτων και προβληματίζει συναισθηματικά τον Μανωλιό που, παρά τους κλυδωνισμούς τους, αφού πια έχει ξυπνήσει ακαταλάγιαστα το ερωτικό ένστικτο, θα πάρει την οριστική του απόφαση, πιέζοντας με τις στρατηγικές του τα αυστηρά ήθη της εποχής.

Ωστόσο, η δυσκολία πραγμάτωσης της ερωτικής επιθυμίας σε πραγμάτωσή της ελάχιστα αφαιρεί από την αγροικότητα του χαρακτήρα του Μανωλιού, συντελεί όμως στην ενσωμάτωσή του στον αστικό χώρο και πολιτισμό.

Ο καθείς και τα όπλα του. Και φαίνεται πως, αν στον Ελύτη «Στον πιο βρεγμένο βράχο/ Μια αρραβωνιαστικιά προσμένει», στον Πατούχα σε κάποιο μακρινό χωριό μια αρραβωνιαστικιά (Πηγή) περιμένει να ξυπνήσει το ερωτικό πάθος και να εμποτίσει τόσο τον ήρωα όσο και τον θεατή με το δίλημμα «αρκαδισμός» ή «αστικός πολιτισμός», ψευτοδίλημμα, καθώς κανένας από τους χαρακτήρες του έργου (αλλά και στην πραγματικότητα της ζωής) δεν έχει το σθένος να επιλέξει τον δεύτερο με όλα τα αρνητικά του αλλά κυρίως με όλες τις θετικές όψεις του.

Διλήμματα και επιλογές που αποτυπώθηκαν με χιούμορ και σοβαρότητα (όπου απαιτούσε η κατάσταση) από όλους του συντελεστές της παράστασης με το χιουμοριστικό αλλά και συνδετικό τέλος του, καθώς συνέδεε δύο ιστορίες άσχετες μεταξύ τους, την προσφορά κρασιού ως συμβόλου της κρητικής φιλοξενίας.  Σκηνοθετικό εύρημα που πρόσθετε θετικά στη σκηνοθετική ματιά όλης της παράστασης.

Ο κυρίαρχος ρόλος του ωστόσο ήταν συνδετικός, μεταβατικός, καθώς επέτρεπε να μεταπηδήσει η θεατρική ομάδα από τον “Πατούχα” στον «Επικήδειο», ένα από τα πιο χιουμοριστικά διηγήματα του Κονδυλάκη από το βιβλίο του “Όταν ήμουν δάσκαλος”.  Η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από τον Καμαριανό (είναι εκείνος που στο τέλος του Πατούχα προσφέρει κρασί) και την κρασοπαρέα του (Γιάννης, Στρατής, Μανώλης) μέσα από τις αστείρευτες χιουμοριστικές συζητήσεις τους φαίνεται η στενή σχέση τους, ενώ παράλληλα διαβάζει κανείς την κρητική φιλοξενία.

Η κλασική φράση για την παρέα «Στήθος μάρμαρο» που συνήθιζε να λέει κτυπώντας το στήθος του ο Καμαριανός αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό τη σπονδυλική στήλη ενός ακράτητου γέλιου τόσο από τους ίδιους τους ερμηνευτές όσο και από το θεατρικό κοινό, που αποσιωπήθηκε, υποθέτουμε εσκεμμένα στην εκφώνηση του επικήδειου, γιατί θα έπρεπε να ξεσπάσει ο ομιλητής (Μανώλης) σε ορμητικά και ακράτητα γέλια, σύμφωνα με το διήγημα και ο αποδέκτης είτε της αφήγησης είτε της θεατρικής σκηνής ίσως να μην είχε τα απαιτούμενα για να αποδεχτεί τη σκηνή μέσα στην τόση σοβαρότητά της.

Κι εδώ οι ερμηνευτές  (Καλλιόπη – γυναίκα του Καμαριανού, Ζαμαλής, Γαρουφαλλιά – άλλη κόρη του Καμριανού και Γείτονας) στάθηκαν στο ύψος τους και ανταποκρίθηκαν θετικά στις απαιτήσεις των ρόλων τους, με προεξάρχουσα την κόρη του Καμαριανού Μαρία, που αποτυπώνει και ηθογραφικά τη θέση της γυναίκας στην κρητική κοινωνία της εποχής,  στην οποία εκτυλίσσεται η ιστορία και την παρέα του Καμαριανού, της οποίας ο θεατής παρακολουθεί τις αντιδράσεις με την ανακοίνωση του θανάτου του. 

Παρά την τραγικότητα του συμβάντος η παρέα του Καμαριανού δεν χάνει το χιούμορ της και μάλιστα κάποιος ρίχνει την φαεινή ιδέα να εκφωνηθεί επικήδειος.

Και αν βέβαια πρόθεση του Κονδυλάκη ήταν να σατιρίσει την τάση της εποχής (και κάθε εποχής) να εκφωνείται επικήδειος και για τον πιο ασήμαντο, η πρόθεση αυτή στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, αφού τα μέλη της παρέας, καθένας με την επινοητικότητά του, κατάφεραν να συνθέσουν προφορικά ένα επικήδειο,  ο οποίος και εκφωνήθηκε στη γραπτή του μορφή την κατάλληλη ώρα, χωρίς να χαθεί ίχνος από το χιούμορ της παρέας ούτε να δημιουργηθεί κάποια απόσταση από το διηγηματικό κείμενο.

Σκηνοθετικά μάλιστα αποδόθηκε με πολύ ευρηματικό τρόπο, έστω και αν συγκρουόταν με την πραγματικότητα.  Ολόκληρη η παρέα με αρχηγό τον εκφωνητή να μετακινείται διαρκώς ώστε να εντείνει περισσότερο τον χιουμοριστικό χαρακτήρα της όλης σκηνής.

Θα μπορούσε να γράψει κανείς σελίδες ολόκληρες για την παράσταση, χωρίς μάλιστα να γίνει κουραστικός εξαιτίας της υφής της. Αυτό που κρατούμε ωστόσο όλοι μας είναι για άλλη μια φορά η θεατρική ομάδα της Αδελφότητας Κρητών κατάφερε να προσθέσει ένα ακόμα πολύχρωμο βοτσαλάκι στην τριαντάχρονη πορεία της. Να ευχηθούμε λοιπόν και άλλες εκπλήξεις.

Γ. Π.