Λεξιστορείν:  Ξεχασμένες  ελληνικές λέξεις (2)

α) η τσαλόσκουπα  =  σκούπα κατασκευασμένη  από κλαδιά θαμνώδους φυτού < τσαλί «φρύγανο, θάμνος» + σκούπα

β) ο τυλοπλόκος = ο κατασκευαστής στρωμάτων < τύλη «στρώμα, μαξιλάρι»  + -πλόκος  ( < πλέκω)

γ) ο δαμνάτος = ο απαγορευμένος από τον νόμο <  λατινικό   damnatus  = ο απόβλητος (μετοχή του ρήματος  damno = κατακρίνω, καταδικάζω).