Ο Λίνδιος Τιμαχίδας ή Τιμαχίδης και το “Χρονικό της Λίνδου”

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας


Τιμαχίδας ο Λίνδιος: Γεννήθηκε στη Λίνδο. Λόγιος και Ποιητής, ο οποίος αναδείχθηκε περί το 100 π.Χ. Ένας από τους αντιπροσώπους του είδους της παρωδίας του λεγόμενου “δείπνα”.

Εποίησε τας Δείπνων περιγραφάς “... δι’ επών ένδεκα βιβλίοις ή και πλείοσιν (Αθήναιος 1), αλλ΄ εν αυτώ υπεμνάτισε και δραματικούς ποιητάς, τον Ευριπίδην, τον Αριστοφάνην και τον Μένανδρον...”. (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Παύλου Δρανδάκη, τόμος 23, σελ. 40).

Το “Χρονικό της Λίνδου”
Ένα από τα έργα του λόγιου Τιμαχίδα είναι και το “Χρονικό της Λίνδου”. Θεωρείται ένα από τα φιλολογικά έργα για την Ιστορία του Ναού της Λινδίας Αθηνάς, όπου η Λίνδος ήταν η πρωτεύουσα, το Κέντρο Διοίκησης, Δάμος Λινδοπολιτών.

Δεν βρισκόμαστε μακριά της πραγματικότητας εάν το ονομάσομε: “Το Χρονικό του Ναού της Λινδίας Αθηνάς”.

Στη στήλη του “Χρονικού” είναι καταγεγραμμένα τα αναθήματα που κατατέθηκαν στο Ναό της Λινδίας Αθηνάς, καθώς και τα ονόματα εκείνων που τα αφιέρωσαν. Υπάρχουν, επίσης και επιγραφές με τα ονόματα των Ιερών της Λινδίας Αθηνάς, καθώς και τα ονόματα εκείνων που τα αφιέρωσαν.

Σε άλλη, δε, ειδική στήλη ιστορούνται τρεις επιφάνειες (θαύματα) της Θεάς, που συνέβησαν σε πολύ κρίσιμες στιγμές της Λίνδου και της Ρόδου.

Από την τρίτη επιφάνεια μαθαίνουμε ότι η Θεά ενδιαφέρθηκε για την πόλη της Ρόδου, όταν την πολιορκούσε ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, 305-304 π.Χ. (περισσότερα από τα αναθήματα των Βασιλέων στη συνέχεια). 

Τα αναθήματα των Βασιλέων
Στην επιγραφή αναγράφονται 43 ονόματα επιφανών βασιλέων που έχουν προσφέρει αναθήματα στο ναό της Αθηνάς.

Μεταξύ αυτών είναι ο βασιλεύς Αλέξανδρος ο βασιλεύς Φίλιππος, ο βασιλεύς Πύρρος, ο βασιλεύς Πτολεμαίος της Αιγύπτου και πολλοί άλλοι.

Ο Φίλιππος μετά από τις νίκες του κατά των Δαρδάνων και και των Μαιδών έστειλε αναθήματα στο ναό της Αθηνάς στη Λίνδο, δέκα σάρισσες, δέκα πέλτες και δέκα περικεφαλαίες, όπου έγραφαν επάνω τα εξής:

«ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΝΙΚΑΣΑΣ ΔΑΡΔΑΝΙΟΥΣ ΚΑΙ ΜΑΙΔΟΥΣ ΑΘΑΝΑ ΛΙΝΔΙΑΙ».

Ενώ ο Αλέξανδρος όταν νίκησε το Δαρείο και έγινε κύριος της Μικράς Ασίας όπως είχε προβλέψει ο ιερέας του ναού της Αθηνάς της Λινδίας, έστειλε (ομοίωμα) του Βουκεφάλα καθώς και όπλα στα οποία αναγράφονταν:

«ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΑΧΑΙ ΚΡΑΤΗΣΑΣ ΔΑΡΕΙΟΝ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΣ ΓΕΝΟΜΕΝΟΣ ΤΑΣ ΑΣΙΑΣ ΕΘΥΣΕ ΤΑΙ ΑΘΑΝΑΙ ΤΑΙ ΛΙΝΔΙΑΙ ΚΑΤΑ ΜΑΝΤΕΙΑΝ ΕΠ’ ΙΕΡΕΩΣ ΘΕΥΓΕΝΕΥΣ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΚΡΑΤΕΥΣ»

Η Αθηνά της Λίνδου λατρευόταν όχι μόνον από τους Έλληνες αλλά και από άλλους λαούς που προσπαθούσαν να έχουν την έυνοιά της. Εκτός από τον προαναφερόμενο Δάτι και ο Αρταφέρνης πρόσφερε αναθήματα «Αρταφέρνης ο στρατηγός  τοῦ Περσᾶν βασιλέως Δαρείου».

Καθώς και Πτολεμαίος της Αιγύπτου που έστειλε «προμετωπίδια βοών είκοσι» όπου σε αυτά ήταν χαραγμένα τα εξής: "βασιλεύς Πτολεμαίος έθυσε “Αθά[ν]αι Λινδίαι επ’ ιερέως Αθ[α]νά του Αθαναγόρα".

Πολύ παλαιότερα, στα χρόνια του Ηροδότου, όπως γράφει η επιγραφή, ανάθημα έστειλε και ο Αιγύπτιος βασιλεύς Άμασις:«Άμασις Αιγυπτίων βασιλεύς θώ[ρακ]α λίνεον».

Η πυκνογραμμένη αυτή επιγραφή χαράχθηκε για να μην λησμονηθούν όλα τα αναθήματα του ναού που μετά από αλλεπάλληλες πυρκαγιές οι γραφές τους είχαν μισοσβηστεί.

Ο χαράκτης δικαιολογεί την αναγραφή των επιγραφομένων ως εξής:
«συμβαίνει δε των ανα[θεμάτων τα αρχαιότατα μετά ταν ε]πιγραφάν διά τον χρόνον εφθάρθαι»
Δηλαδή, "Παρατηρείται στα αρχαία αναθήματα με την πάροδο του χρόνου οι επιγραφές να φθείρονται".

“Το Χρονικό της Λίνδου” είναι γραμμένο σε στήλη εκ λίθου Λαρτίου (από πέτρα της Λάρδου), διαμερίσματος της Αρχαίας Λινδίας, όπου η Λίνδος ήταν η πρωτεύουσα, το κέντρο διοίκησης, Δήμος Λινδοπολιτών. Σ’ αυτόν υπάγονταν, οι υπόλοιποι δώδεκα δήμοι, οι οιποίοι καταλάμβαναν ολόκληρο το νοτιοδυτικό τμήμα του νησιού, 60% περίπου, της συνολικής έκτασής του. Οι Δήμοι αυτοί μετά της Λίνδου, ήσαν οι εξής: Λινδοπολιτών, Δυϊτών, Λαρδίων, Λαρδαμίων, Παγίων, Καμυνδίων, Αργείων, Κλασίων, Πεδιέων, Nεττιδών, Βρασίων, Βουλιδών και Κατταβίων. 

Οι περισσότερες από τις επιγραφές του “Χρονικού της Λίνδου” εντοπίστηκαν από τους Δανούς Αρχαιολόγους κατά τις ανασκαφές του 1902-1914 στην Ακρόπολη της Λίνδου, ως και στο δάπεδο μιας μικρής βυζαντινής εκκλησίας, του Αγίου Στεφάνου, που βρισκόταν μέχρι το 1938 στον κυρίως χώρο της Κωμόπολης της Λίνδου. Η περιοχή αυτή συνεχίζει να αποκαλείται μέχρι και σήμερα, “περιοχή Αγίου Στεφάνου”,. 

Είναι, δε, γνωστό και από άλλα ελληνικά διαμερίσματα ότι οι αρχαίοι τόποι λατρείας είχαν μετατραπεί στα πρώτα χριστιανικά χρόνια σε Ναούς. Εξάλλου, η λατρεία των Ροδίων προς τους αρχαίους Θεούς του Ολύμπου δεν διέφερε καθόλου από εκείνης των άλλων ομόφυλων λαών της Ελλάδας. Καθόσον και στη Ρόδο οι θρησκευτικές ιεροτελεστίες συνοδεύονταν από άγωνες πυγμής, πάλης και σταδιοδρομίας, ως και άλλων αγωνισμάτων.

Όπως είναι γνωστό ο Αυτοκράτορας Μέγας Θεοδόσιος με δύο διατάγματα, Φεβρουάριος και Νοέμβριος του 392 μ.Χ., χαρακτήρισε την αρχαία λατρεία «Εθνική δεισιδαιμονία» και την έθεσε εκτός Νόμου. Η παρέμβαση, δε, των Διαταγμάτων αυτών θεωρήθηκε προσβολή του ιδίου του Αυτοκράτορα. Συγχρόνως, με αυστηρά μέτρα αφαιρούσε τις περιουσίες των Ιερών.

Και καθώς αναφέρει ο Ακαδημαϊκός Δ. Ζακυνθινός: «...υπό τα πλήγματα του Κράτους, αι αρχαίαι θρησκείαι παρήκμαζαν, τα Μαντεία εκλείνοντο, τα μεγάλα της λατρείας ηφανίζοντο ή μετεβάλλοντο εις Ναούς Χριστιανικούς. Το 393 μ.Χ. κατηργήθηκαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες!». Έτσι, έγινε ο Χριστιανισμός η επίσημη Θρησκεία του Κράτους.

Ωστόσο, και οι δικοί μας Έλληνες Αρχαιολόγοι που μεταπελευθεωρητικά επισταμένως ερεύνησαν την περιοχή, αποφαίνονται ότι κακώς συνεχίζει να αποκαλείται, Αγίου Στεφάνου, καθόσον εκεί πολύ κοντά υπάρχει το Αρχαίο Θέατρο Λίνδου, έργο του 4ου π.Χ. αιώνα και επιπλέον, βρέθηκαν πολλά αξιόλογα ευρήματα της Αρχαίας Λινδίας και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται αυτή η ονομασία.

Το προαναφερθέν Ψήφισμα στη νεοελληνική λέει, περίπου, τα εξής: 
 

Το ανωτέρω κείμενο είναι μέρος πρακτικού εκπροσώπων των Λινδοπολιτών, με βάση του οποίου ανατέθηκε στο φιλόλογο και λόγιο Λίνδιο Τιμαχίδα να περιγράψει τα αφιερώματα κ.λπ., που βρίσκονταν εντός του χώρου της Ακρόπολης Λίνδου ως και στο Ναό της Λινδίας Αθηνάς (Φωτοαντιγραφή από τη σελίδα 154 του πρώτου τόμου της εργασίας των Δανών Αρχαιολόγων K.F. Kinch και Blinkenberg).

Κωνσταντίνος Δ. Σαρρής
Στο χρονικό διάστημα των τριών πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, λίγοι ήσαν οι Δωδεκανήσιοι που ακολούθησαν τον κλάδο της Ιατρικής και αποφοίτησαν από το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μεταξύ αυτών και ο Λίνδιος Κωνσταντίνος Δ. Σαρρής. 

Μετά την επιτυχή παρακολούθηση και όπως αναφέρεται στη βεβαίωση της Πρυτανείας της Σχολής, “... υποστάς τη νενομισμένην επί Πτυχίων της Ιατρικής δοκιμασίαν την 3ην Ιουλίου 1923 ηξιώθη του βαθμού “ΑΡΙΣΤΑ” και ότι, ”...δικαιούται να εξασκή ελευθέρως το του Ιατρού επάγγελμα...”

Ο Κ.Δ. Σαρρής παρέμεινε ως Ιατρός για λίγο χρονικό διάστημα στη Ρόδο, αλλά, όπως τότε συνηθιζόταν, ίσως και εξ’ ανάγκης, λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στα Δωδεκάνησα για τους Έλληνες επιστήμονες μετανάστευσε στην Αίγυπτο, όπου και πρόσφερε τις ιατρικές του υπηρεσίες. 

Ο Κ.Δ. Σαρρής, παράλληλα με την ιατρική ασχολείτο και με την ποίηση, καθώς γενικά και με τη Λογοτεχνία. Ήταν τακτικό συνεργάτης των Ροδιακών Ημερολογίων, ειδικά εκείνο που κυκλοφορούσε κατ’ έτος ο Γυμναστικός Σύλλογος “Ο Διαγόρας”. 

Μεταξύ των άλλων ποιημάτων του αξιόλογη θέση έχει το ποίημα που έγραψε για το “Χρονικό της Λίνδου”, το οποίο δημοσιεύθηκε και στον τότε ροδιακό Τύπο. 

Δυστυχώς, όμως, η μοίρα του επιφύλασσε σύντομο θάνατο. Απεβίωσε στις 30 Αυγούστου 1930
Κατά τη θητεία μας, ως Προέδρου της Κοινότητας Λίνδου (1995-1998), τιμώντας τη μνήμη του, με απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου συμπεριλάβαμε και τον Κ.Δ. Σαρρή στους Λινδίους που δώσαμε τα ονόματά τους, σε δρόμους της Κοινότητας. 

Προτιμήθηκε ο δρόμος που οδηγεί προς το σπίτι που γεννήθηκε και έζησε τα παιδικά του χρόνια. 

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΛΙΝΔΙΑΣ ΑΘΗΝΑΣ
...Κατασκευαξάντω στάλαν λίθου Λαρτίου...
και αναγραψάντω...α και η αρμόζουσα περί
των αναθημάτων και τας επιφανείας τας Θεού...
Μεσ’ των Λινδίων τη συνέλευσιν ηγέρθη
ο γέρος Αγησίτιμος και λέει: - Πολίτες! 
ό,τι δώρο λαμπρό στης Θεάς προσεφέρθη
το ξακουστό Ναό, που αιώνες καταλύτες
ρημάξαν, από τ’ αρχαία εκείνα καλά χρόνια 
ως τώρα, σκαλιστό σε μαρμαροκαθρέφτη, 
σειρά, πρέπει να γράψουμε να μεν’ αιώνια
στους απογόνους. - Και ο Δήμος παραδέχτη. 

Κι ο λόγιος Τιμαχίδας μάζεψε την ύλη 
κι από της Λάρδου μάρμαρο έγιν’ η Στήλη
που δίπλα στήθηκε στις μύριες τις κολώνες.
- Μα ο Χρόνος και Θεούς και Ναούς και Στήλες σβύνει... 
- Μα να! που ύστερ’ από είκοσιν αιώνες
τ’ αρχαιοψάχτη τη ξεσκέπασ’ η αξίνη. 

ΧΑΡΗΣ
(Δρ. Κ.Δ. Σαρρής, Λίνδιος)
(Αύριο το Β’ μέρος)