Τα παλληκάρια της Παλιάς Πόλης, που κάπνιζαν τα γλυκοσέρτικα τσιγάρα, τα Ροδίτικα!

Χρόνια που δεν θα ξαναρθούν έζησε η Παλιά Πόλη της Ρόδου, το «Τσαρσί» όπως την έλεγαν γιατί ήταν η αγορά για ολόκληρο το νησί  και χτυπούσε εκεί, αμέσως μετά τον πόλεμο, ο παλμός του κόσμου.
Μια πολύβουη πόλη, σε μεσαιωνικό σκηνικό που έσφυζε από ζωή και δημιούργησε εκ των πραγμάτων, αγαπημένες φυσιογνωμίες ανθρώπων που τις θυμούνται με νόστο κάποιοι ακόμα σήμερα και είναι ωραίο να μάθουμε γι’ αυτές κι εμείς.
 Για τα χρόνια της αθωότητας όπου ο αραμπατζής έσερνε τον αραμπά μέχρι ψηλά στη Σωκράτους για να τροφοδοτήσει τα μπακάλικα, με αλεύρια και βούτυρα, κι ο βαρύμαγκας που γλένταγε και σκόρπιζε όλα του τα λεφτά, ο Μουσταφάς είχε το πιο νόστιμο σουβλάκι από αρνί που γεύτηκε μια νύχτα και η Μαρία Κάλλας, ενώ η Μπεκίς, η όμορφη της Παλιάς Πόλης, ήταν γλυκιά και καλοσυνάτη μαζί.
 Ο Κώστας Κατσιμπράκης, του «Αλέξη» που εκεί γεννήθηκε και μαζί τους έζησε ως παιδί, αφηγείται περιστατικά, θυμάται πρόσωπα που για ευνόητους λόγους αναφέρουμε μόνο με το παρατσούκλι τους και πιο πολύ απ’ όλα δίνει το άρωμα μιας εποχής που έχει περάσει ανεπιστρεπτί!  

 

 

Είστε από εκείνους που γνωρίζουν πολλά για τη ζωή και τους ανθρώπους στην πάλαι ποτέ Παλιά Πόλη της Ρόδου!        
Eίμαι παλαιοπολίτης, του Αγίου Φανουρίου, γεννημένος στις 10 Απριλίου 1945, αλλά γραμμένος στο ληξιαρχείο ως «γεννηθείς στις  11 Απριλίου», λόγω βομβαρδισμού της Παλιάς Πόλης από τα στούκας των Γερμανών! Οι βόμβες δεν επέτρεπαν στη μαμή να πάει να με δηλώσει.

Πώς ήταν τότε το πιο πολύβουο σημείο της, η Σωκράτους;
H Σωκράτους ήταν χοχλάκια. Το 1957, με μεγάλη δυσκολία, λόγω των αντιρρήσεων που εξέφραζαν οι αρχαιολόγοι, ο αείμνηστος δήμαρχος Πετρίδης τα κατάφερε και την πλακόστρωσε. Μετά η Αρχαιολογία δεν ξανάδωσε τέτοια άδεια και δεν πλακοστρώθηκε η πλατεία Μουσείου αφού τα χοχλάκια βοηθούσαν ώστε να στραγγίζει το νερό της βροχής που ερχόταν σε μεγάλο όγκο από ψηλά. Η Σωκράτους ήταν η αγορά, το λεγόμενο Τσαρσί και είχε από μπακάλικα που πουλούσαν και γκαζιέρες ακόμα μέχρι μανάβικα, με προϊόντα ροδίτικα εκατό τοις εκατό που έρχονταν από τη Νότια Ρόδο, κι έρχονταν κι οι Τούρκοι με φορτωμένα τα άλογα από το Τσαΐρι και τ΄ Ασγούρου  από τα περιβόλια τους, κι έφερναν τα ντόπια λαχανικά.  Είχε ραφτάδικα όπου οι ράφτες μας, καλλιτέχνες στη δουλειά τους, δέχονταν τις παραγγελίες από τους τουρίστες, οι οποίοι πλήρωναν, έφευγαν και ξανάρχονταν  το επόμενο καλοκαίρι για να πάρουν έτοιμα πια τα δύο και τρία κοστούμια από κασμίρι που είχαν παραγγείλει…  Στη Σωκράτους φτιάχνονταν και τα σκαρπίνια, τα καλά παπούτσια από πετσί, από τα βυρσοδεψία της Ρόδου,  ραμμένα στο χέρι με το σουβλί και το σπάγκο τον κέρινο, αλλά κι οι μπότες που έρχονταν κι έπαιρναν οι γεωργοί απ΄ τα χωριά γιατί τα χωράφια της Ρόδου ήταν γεμάτα φίδια. Κι ήταν κι οι κάλφες, στα χρυσαφάδικά τους με τους βοηθούς τους που έφτιαχναν κοσμήματα με τα σύμβολα της Ρόδου. Τι θυμήθηκα τώρα... ήταν ένα ύφασμα που το λέγανε «ρετσίνα» και το βρέχανε, το κρεμούσαν στον τοίχο για να στεγνώσει και να μην ξαναμαζέψει με το επόμενο πλύσιμο  και το πουλούσαν, έτοιμο πια. Κι ήταν και τα μαγαζιά με τα σιδερικά και τις μπογιές όπως του Ζαΐρη, στο στενό όπου έπαιρνες μπογιές που έφτιαχνε ο ίδιος. Έπαιρνε ο δήμος μπογιές απ΄ του Ζαΐρη  και τα συνεργεία του έβαφαν κάθε χρόνο, υποχρεωτικά όλα τα μαγαζιά, τους τοίχους με ώχρα και τις ξύλινες πόρτες, με χρώμα καφέ.  Δεν μπορούσες ν΄ αλλάξεις,  να κάνεις άλλο χρώμα. Είχε μπαρμπέρικα, ουρά για το ξύρισμα κάνανε Παρασκευή και Σάββατο...  και καρβουνιάρικα, πεταλάδικα, στη μέση της Σωκράτους, αριστερά στο στενό όπου πετάλωναν τ’ άλογα, κι έφτιαχναν και σαμάρια. Τα καρβουνιάρικα που ήταν απαραίτητα για τα μαγκάλια και τα ασβεστάδικα απ΄όπου έπαιρνε ο κόσμος  ασβέστη για ν΄ ασβεστώσει τα σπίτια του ήταν ψηλά στη Σωκράτους. 

Άλογα, μουλάρια, γαϊδουράκια τα μεταφορικά μέσα της εποχής, αλλά υπήρχαν και ποδήλατα!
Ναι, και η Παλιά Πόλη είχε πολλά ποδηλατάδικα στα στενά γύρω-γύρω, τα οποία νοίκιαζες με μία δραχμή την ημέρα. Κι ήμασταν κι εμείς τα παιδιά που κατεβαίναμε τη Σωκράτους με το κυλίντρι, τους τροχούς των ποδηλάτων και κάναμε σλάλομ. Είχαμε και τα πατίνια με τους ρουλεμάδες. Η Σωκράτους ήταν με πλάκες πια προς μεγάλη μας ικανοποίηση αν και διαμαρτύρονταν οι μαγαζάτορες που κάναμε φασαρία. Άνθιζε από ζωή η Παλιά Πόλη κυρίως Παρασκευή και Σάββατο όταν κατέβαιναν  από τα χωριά για να κάνουν τα ψώνια τους.

 Και μέσα σ΄ αυτή τη βουή της πόλης, ξεχώριζαν κάποιοι άνθρωποι, οι οποίοι ήταν τόσο χαρακτηριστικοί,  με πρώτο... τον αραμπατζή, όπως ήξεραν όλοι αυτόν τον ωραίο τύπο!
Προσωπικότητα της Παλιάς Πόλης. Παλληκαράς της εποχής, αραμπατζής, ο οποίος τροφοδοτούσε τα μεγάλα μπακάλικα της Παλιάς Πόλης με αλεύρι, ζάχαρη, βούτυρα… Με τον αραμπά γεμάτο, έβαζε το πετσί στον ώμο και τον τραβούσε με δύναμη. Εμείς τα παιδιά πηγαίναμε από πίσω και προσφερόμασταν να σπρώχνουμε, αλλά δεν μας άφησε ποτέ. Έσπρωχνε τον αραμπά από τότε που η Σωκράτους είχε χοχλάκια,  κι αυτό είχε μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας, αλλά ήταν δυνατός όπως είπαμε. Φορούσε την τραγιάσκα του και έσερνε τον αραμπά. Μέχρι το μεσημέρι με τον αραμπά και μετά στην καθημερινή του βουτιά στη θάλασσα, στην αρχή της Κολώνας. Κι εκεί τον ακολουθούσαμε.  Στη μέση του εμπορικού λιμανιού, μέσα βαθιά, είχε μια σημαδούρα. Έκανε τη βουτιά, κι έβγαινε εκεί. Κι εμείς να φωνάζουμε απ΄ έξω, να βλέπουμε αν θα τα καταφέρει, κι αυτή τη φορά να βγει εκεί με μία αναπνοή και μετά να ξεσπάμε σε χειροκροτήματα. Η χαρά του, του άρεσε να τον αποθεώνουμε.

Ποια είναι εκείνη η ιστορία που τάραξε τη Σωκράτους και έδειξε πόση ήταν και η δική του δύναμη;
Του άρεσε η ρετσίνα πολύ, ήταν και πιο φθηνή από το ούζο γι’ αυτό την έπιναν πολλοί, οπότε ένα  βραδάκι αρχές  του χειμώνα, ακούμε ένα μεγάλο θόρυβο. Είχε κάτι βόλια, μαρμάρινα, τεράστια έξω από την τούρκικη βιβλιοθήκη, ψηλά πάνω στη Σωκράτους. Θαρρώ έχει και σήμερα ακόμα εκεί.  Ήτανε όλα τα παιδιά, η ματταρία και τον σιγοντάριζαν, τον τσιγκλούσαν, «το σηκώνεις... δεν το σηκώνεις...»... Το σήκωσε και το ‘ριξε κάτω, κι αυτό πήρε να κουτρουβαλάει από την αρχή της Σωκράτους κάνοντας θόρυβο δαιμονισμένο. Φωνάζαν όλοι «στην άκρια, στην άκρια...»... το βόλι κατρακυλούσε, εγώ να τρέχω πίσω από το βόλι,  να μου φωνάζει ο πατέρας μου... Το βόλι έφτασε στο σιντριβάνι, βρήκε πάνω στη γωνία του, κι έκανε στροφή βρήκε ένα φαρμακείο  που είχε ένας Αρμένης και το ‘κανε λαμπόγυαλο. Αξέχαστη η νύχτα αυτή.

Γίνονταν τότε αυτά, το να σηκώσεις κάτι και να σου αλλάξει κατηγορία στα μάτια των υπολοίπων;
Έτσι περνούσαν τα παλληκάρια το χρόνο τους πολλές φορές. Είχε ένα μάρμαρο, έναν  όγκο που ζύγιζε ίσως 1000 και 1500 κιλά, στην πύλη που είναι σήμερα οι τουαλέτες. Οι γεροδεμένοι της Ρόδου, κάθε Σάββατο βάζανε στοίχημα ποιος θα το μετακινήσει. Βάζαν από κάτω κορφάδια να το καταφέρουν... Και μαζευόμασταν κι εμείς οι μικροί να βλέπουμε και να ενθαρρύνουμε... Υπήρχαν τότε δυνατά παλληκάρια, ορισμένοι απ΄ αυτούς ήταν χασάπηδες. Οι χασάπηδες βάζανε στοίχημα ποιος θα λυγίσει την αγελάδα από τα κέρατα, να την τουμπάρει. Τώρα πρόσφατα πέθανε ο Μανόλης Αρφαράς που ήταν κοντός μεν αλλά είχε μια δύναμη…  Κι ο πατέρας του Αλή του ράφτη ήταν δυνατό παλληκάρι, κι αυτός έπιανε την αγελάδα από τα κέρατα, κι ο Γιώργος η Αρμάρα, από τα γερά παλληκάρια… Χασάπηδες αυτοί…

Ο γλεντζές ποιος ήταν;
Υπήρχε ένας. Μικροπωλητής και VIP γλεντζές, της Παλιάς Πόλης. Ξόδευε τα λεφτά του στην καλή ζωή, στους μεζέδες, στις μπύρες, οι οποίες εκείνη τη εποχή ήταν οι Ολλανδέζικες, εισαγόμενες 650 γρ. σε άσπρα μπουκάλια. 

Τι τσιγάρα κάπνιζαν τότε, τα ροδίτικα;
Τα ροδίτικα, τα γλυκοσέρτικα, τα χύμα. Αγόραζες από τα περίπτερα της Σωκράτους ας πούμε 5 τσιγάρα. Δεν υπήρχαν πακέτα. Μετά βγήκαν τα πακέτα τα «Ζενίθ» και ο καπνός τους ήταν πιο επεξεργασμένος.

Η Μπεκίς με την παρέα της
Η Μπεκίς με την παρέα της


Για την όμορφη να μου πείτε της Παλιάς Πόλης, την Μπεκίς!
Την Μπεκίς, όλοι την ήθελαν. Ήταν νοσοκόμα, σπουδασμένη στο Νοσοκομείο της Ρόδου. Το καμάρι της γειτονιάς και της παρέας. Και όμορφη και γλυκιά και καλοσυνάτη ήταν η Μπεκίς.

Να πούμε και για το σουβλάκι το ονομαστό της Παλιάς Πόλης, του Μουσταφά και του Αλή; Είναι αλήθεια ότι μια φορά η Μαρία Κάλλας, έφαγε 20 καλαμάκια;
Δεν ήταν καλαμάκια, ήταν περασμένα σε σούβλα σιδερένια, καιγόταν το σίδερο και έτσι ψηνόταν εσωτερικά το κρέας, το οποίο ήταν αρνί, κι όχι χοιρινό. Ήταν αρνί μπεσλεμέ, η ράτσα η Χιώτικη, με τη μεγάλη ουρά. Στου Μουσταφά τα έφαγε η Κάλλας τα σουβλάκια αυτά, τόσο της άρεσαν. Ήτανε τότε στο φλερτ με τον Ωνάση, το 1960 που ήρθανε ο Ωνάσης με την Κάλλας στου Αλέξη, κι ήταν μαζί κι ο άντρας της ακόμα. Ο Μουσταφά, είχε μια μεγάλη μουστάκα, ένα γαρίφαλο στο στήθος και από κάτω φόραγε μπότες.  Ο Αλή, ήτανε μέσα στο στενό, κι είχε το περίφημο σουβλάκι του, κι αυτό περασμένο στη σούβλα. 

Ωραία χρόνια, ωραίες γεύσεις, μια αθωότητα που έχει χαθεί...
Αυτό που έχω ακόμα να πω είναι για την αγάπη των κατοίκων μεταξύ τους, που κάθε πρωί σχεδόν άσπριζαν τις αυλές τους με τον ασβέστη και μετά πρόσφεραν γλυκό του κουταλιού και ελληνικό καφέ, μοσχομυριστό, γιατί αυτή ήταν η Ρόδος και οι άνθρωποί της.

Καταστηματάρχες της Σωκράτους:  (από δεξιά) ο Τσαμπίκος ο κουρέας,  ο Χασάν ο μανάβης,  ο Αλέξης, ο Αχμέτ ο μανάβης. Πάνω αριστερά:  ο Κώστας Πηδηχτάκης  καραμέλες.  Όρθιοι δεξιά:  ο Κυριάκος ο καφετζής,  ο Μουσταφάς σουβλάκι,  ο Σούφτης ο μανάβης
Καταστηματάρχες της Σωκράτους: (από δεξιά) ο Τσαμπίκος ο κουρέας, ο Χασάν ο μανάβης, ο Αλέξης, ο Αχμέτ ο μανάβης. Πάνω αριστερά: ο Κώστας Πηδηχτάκης καραμέλες. Όρθιοι δεξιά: ο Κυριάκος ο καφετζής, ο Μουσταφάς σουβλάκι, ο Σούφτης ο μανάβης