Από την Ιατρική και τις νευροεπιστήμες στη σκηνοθεσία και το Φεστιβάλ Δράμας-Ο Ροδίτης Άκης Σταυρόπουλος μιλά για τη διαδρομή του

Από την Ιατρική και τις νευροεπιστήμες στη σκηνοθεσία και το Φεστιβάλ Δράμας-Ο Ροδίτης Άκης Σταυρόπουλος μιλά για τη διαδρομή του

Από την Ιατρική και τις νευροεπιστήμες στη σκηνοθεσία και το Φεστιβάλ Δράμας-Ο Ροδίτης Άκης Σταυρόπουλος μιλά για τη διαδρομή του

Ελευθερία Πελλού

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 289 ΦΟΡΕΣ

Υπάρχουν διαδρομές ζωής που δεν χωρούν εύκολα σε ένα βιογραφικό. Και η διαδρομή του Ροδίτη Άκη Σταυρόπουλου είναι μία από αυτές.

Από τα γήπεδα του Κολοσσού Ρόδου, όπου ξεκίνησε ως επαγγελματίας αθλητής, στην Ιατρική, τις νευροεπιστήμες και τα εργαστήρια του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Από την έρευνα και την Τεχνητή Νοημοσύνη μέχρι ένα Master’s στους Ηλεκτρολόγους Μηχανικούς. Και ύστερα, μια μεγάλη στροφή. Η επιστροφή στην Ελλάδα και η απόφαση να ακολουθήσει έναν δρόμο που, όπως ο ίδιος παραδέχεται, υπήρχε πάντα μέσα του: Τον δρόμο της τέχνης και του κινηματογράφου.

Σήμερα, ο Άκης Σταυρόπουλος γράφει, σκηνοθετεί και παίζει. Και μάλιστα, το πρώτο του κινηματογραφικό εγχείρημα έχει έντονο «άρωμα» της Ρόδου. Η μικρού μήκους ταινία «ΣΟΛΟΥΝΤΡΑΝΙΑ», που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στο νησί στην ομώνυμη παραλία, μιλά για τον τουρισμό, το καλοκαίρι, τους ανθρώπους που ζουν και εργάζονται εδώ, αλλά κυρίως για κάτι πολύ πιο βαθύ: τις επιλογές που κάνουμε στη ζωή μας.

Μια ταινία που γεννήθηκε μέσα από προσωπικά βιώματα και ανθρώπους της Ρόδου, δημιουργήθηκε με τη συμμετοχή μιας ομάδας ανθρώπων που δέθηκαν μεταξύ τους και τώρα ετοιμάζεται να ταξιδέψει μέχρι το Φεστιβάλ Δράμας, όπου θα κάνει την πρεμιέρα της στις 10 Σεπτεμβρίου.

Και ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή της ιστορίας του Άκη. Ότι, έχοντας γνωρίσει τη ζωή στη Νέα Υόρκη, την ακαδημαϊκή έρευνα, την Ιατρική και όλα όσα για πολλούς αποτελούν όνειρο ζωής, επέλεξε να γυρίσει πίσω και να δοκιμάσει κάτι εντελώς διαφορετικό.

Να ακολουθήσει αυτό που τον γεμίζει.

Μιλώντας στη «Ροδιακή», ο Άκης Σταυρόπουλος μιλά για αυτή τη διαδρομή χωρίς να ωραιοποιεί τίποτα. Για τις αμφιβολίες, τις αποφάσεις, τα χρόνια που κάποτε φοβήθηκε μήπως ήταν «χαμένα», αλλά και για τη στιγμή εκείνη στα γυρίσματα της «ΣΟΛΟΥΝΤΡΑΝΙΑΣ» που κατάλαβε πως, τελικά, είχε βρει τον δρόμο του.

Μια συζήτηση για την επιστήμη και την τέχνη, τη Ρόδο και τον τουρισμό, αλλά κυρίως για το θάρρος να αλλάζεις πορεία όταν καταλαβαίνεις ότι κάπου αλλού βρίσκεται αυτό που πραγματικά αναζητάς.

Ακολουθεί η συνέντευξη:

Πού ολοκλήρωσες τις σπουδές σου;

Στην Αθήνα, Ιατρική. Μετά πήγα στην Αμερική για μεταδιδακτορική έρευνα στις νευροεπιστήμες. Παράλληλα έκανα και ένα μεταπτυχιακό στους ηλεκτρολόγους μηχανικούς, στο ΑΙ. Και μετά τα παράτησα όλα και γύρισα στην Ελλάδα να κάνω cinema. Τελικά, δεν τα παράτησα όλα.

Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με τη σκηνοθεσία; Ποιο ήταν το ερέθισμα που σου έδωσε αυτό το «σπρώξιμο»;

Πάντα υπήρχε μια δημιουργική, καλλιτεχνική ανησυχία, που κανείς στην οικογένεια δεν την εντόπισε για να με σπρώξει κάπου. Ίσα-ίσα, όπως όλοι ξέρουμε, το ανάποδο συμβαίνει. Υπάρχει φόβος.

Οπότε ήταν κάτι που πάντα με «έτρωγε». Έμαθα μουσική μόνος μου, έγραφα, «κατανάλωνα» πολλή τέχνη και άρχισα σιγά-σιγά να δημιουργώ κι εγώ. Είχα αρχίσει να γράφω τραγούδια στη Νέα Υόρκη με έναν φίλο.

Κάποια στιγμή έκατσε ένα θέμα υγείας που με ταρακούνησε. Και εκεί είδα ότι έχω πάρει λάθος κατεύθυνση στη ζωή μου και πρέπει να κάνω κάτι που μου αρέσει. Κάτι πιο δημιουργικό, πιο παιχνιδιάρικο, κάτι να με γεμίζει. Γιατί ένιωθα ότι η ζωή μου ήταν μια σειρά αναμονής και αναβολής μέχρι τότε.

Λίγο τα τραγούδια, λίγο οι φωτογραφίες του Instagram που μου έλεγαν όλοι ότι το έχω με την εικόνα, λίγο η ζωγραφική. Είπα να παρακολουθήσω μαθήματα κινηματογράφου στο πανεπιστήμιο που δούλευα, στη Νέα Υόρκη, στο NYU.

Νόμιζα ότι θα πάρω κάτι για όλα. Τελικά όλα αυτά συνδέθηκαν.

Πήγα στα γυρίσματα των φοιτητών να βοηθήσω και εκεί έκανε κλικ. Λέω, «όπα, αυτό είναι». Και όλη η περίεργη πορεία –μπάσκετ, ιατρική, νευροεπιστήμες, engineering– όλα, κάπως με έναν μαγικό τρόπο, είδα επιτόπου γιατί όλα ήταν χρήσιμα σε αυτό.

Και μετά επέστρεψες στην Ελλάδα;

Επέστρεψα Ελλάδα, Ρόδο και Αθήνα. Δυστυχώς οι συνθήκες δεν επέτρεπαν εύκολα να κάτσω στη Νέα Υόρκη με μια τέτοια μεγάλη αλλαγή. Οπότε είπα, θα γυρίσω κάπου που δεν περνάω τόσο καλά όσο στη Νέα Υόρκη, αλλά θα κάνω αυτό που μου αρέσει. Και δεν το μετανιώνω.

Όπως φαίνεται και με την ταινία, εν τέλει μου δίνει και πολύ υλικό, και πολύ πυρηνικό υλικό. Η ταινία προέκυψε πολύ αυθόρμητα, πολύ βαθιά ριζωμένη. Δεν χρειάστηκε σκέψη, έρευνα, τίποτα. Ήταν βιωματικό φουλ.

 

Πότε μπήκε για πρώτη φορά στο μυαλό σου η ιδέα να κάνεις μια δική σου μικρού μήκους ταινία;

Η ιδέα είχε μπει από όταν ετοιμαζόμουν να φύγω από την Αμερική. Κάναμε ένα μικρό project εκεί πέρα, μας άρεσε πάρα πολύ.

Γύρισα εδώ χωρίς ιδιαίτερο πλάνο. Η Νάσια Στουραΐτη που είναι επίσης από Ρόδο και η οποία θα είναι και αυτή στο Φεστιβάλ Δράμας, με την ταινία της μου είπε ότι θα πάει να κάνει το σεμινάριο FilmSchool.gr στην Αθήνα, «έλα κι εσύ». Τελικά πήγα στην Αθήνα και το έκανα.

Στα πλαίσια του σεμιναρίου έπρεπε να κάνω μια μικρού μήκους ταινία. Έγραφα, έγραφα, αλλά δεν έβρισκα την ιδέα που πραγματικά ήθελα.

Και εκεί που είχε φτάσει ο Μάιος, και δεν είχα βρει την ιστορία που θα κάνω για το σεμινάριο, μιλάω στο τηλέφωνο με μια άλλη φίλη από Ρόδο, τη Βίλη Χούλη, που σπουδάζει υποκριτική. Και μου λέει: «Γιατί δεν το κάνεις κάτι με Ρόδο, Airbnb, τουρισμός, καλοκαίρι; Αφού με αυτά θα ασχολείσαι».

Και με το που μου το λέει, είδα την ιστορία μπροστά μου: ένας ντόπιος που κάνει το σπίτι του Airbnb τα καλοκαίρια, ερωτεύεται μια σαιζονίτισσα (είναι η γυναίκα που εργάζεται προσωρινά σε μια τουριστική περιοχή μόνο για τη διάρκεια της καλοκαιρινής ή χειμερινής σεζόν) από Αθήνα και προσπαθούν να ερωτευτούν αυγουστιάτικα στη Ρόδο.

Το έγραψα σε μιάμιση μέρα.

Πόσο προσωπική είναι τελικά αυτή η ιστορία;

Πάρα πολύ. Είχα συναντήσει έναν ηθοποιό εξαιρετικό, τον Γιώργο Κατσή, με τον οποίο έπαιξε τρελό vibe. Βρεθήκαμε για μια μπίρα, να δούμε αν «κουμπώνουμε», και καθίσαμε δέκα ώρες. Αγκαλιές, κλάματα, γέλια.

Για μένα είναι ο καλύτερος άντρας ηθοποιός στην Ελλάδα κάτω από τα 50. Ήταν τόσο έντονη η παρουσία του στο μυαλό μου, που την επόμενη μέρα, είχα την κουβέντα με τη Βίλη κι έγραψα την ιστορία έχοντας αυτόν στο μυαλό μου σαν πρωταγωνιστή.

Κάπως μια προβολή του τι θα βιώσω εγώ το καλοκαίρι που ανοίγω το Airbnb, για να με συντηρήσει καλλιτεχνικά.

Γιατί αυτό που έχω κάνει είναι ότι έκανα το εξοχικό μας σπίτι Airbnb για να μπορεί να με συντηρεί καλλιτεχνικά. Ουσιαστικά έκανα ένα Airbnb για να με ταΐζει, να κάνω ταινίες που κράζουν τα Airbnb. Τι να πεις, η ζωή είναι γκρι!

Πώς άρχισες να συγκροτείς την ομάδα της ταινίας;

Έγιναν όλα πάρα πολύ γρήγορα και, όπως εμπιστεύτηκα τον Γιώργο τον Κατσή, τον ηθοποιό, μου πρότεινε δύο-τρεις ανθρώπους. Όπως τη συμπρωταγωνίστριά του, τη Σίλια, που είναι η κοπέλα του. Δεν είχε παίξει ακόμα σε ταινία, αλλά μου είπε ότι είναι πολύ καλή ηθοποιός.

Μου είπε και για τον διευθυντή φωτογραφίας, τον Μάνο Δασκαλάκη, που ήταν κι αυτός πάρα πολύ καλός. Μου βρήκε τρία άτομα, μετά ο Μάνος μου βρήκε άλλα τρία άτομα και εγώ δύο-τρεις ανθρώπους που ήξερα και φίλους.

Απλά αφέθηκα, εμπιστεύτηκα. Και οι περίπου 20 άνθρωποι που βρεθήκαμε εκεί πέρα, ήταν πανέμορφο το πώς συνέβη, το πώς συνδέθηκαν, δώσανε πραγματικά τη ψυχή τους.

Δεθήκαμε όλοι μαζί. Ήταν κάτι πολύ ωραίο. Τέτοιες συγκινήσεις, τόσα πράγματα που είχα στη ζωή μου, δεν τις έχω ζήσει αλλού. Και στις σχέσεις των ανθρώπων και στη μαγεία της ζωής.

Γιατί μετά έγιναν, ειδικά στα γυρίσματα, πάρα πολλές μεταφυσικές συμπτώσεις και μεταφυσικά ντόμινο, που λες «δεν μπορεί αυτό το πράγμα να συμβαίνει». Αλλά χαίρομαι που το έζησα. Αυτό είναι κάτι που το θυμάμαι μέχρι να πεθάνω.

Η ταινία ονομάζεται «Σολουντράνια». Πού έχει γυριστεί;

Έχει γυριστεί στη Ρόδο εξ ολοκλήρου, και στην πόλη και στο Φαληράκι, σε Airbnb, και στον Αρχάγγελο, στην περιοχή «Σουλουντράνια».

«Σολουντράνια» είναι ψιλολογοπαίγνιο. Το «σόλο».

Η ιδέα είναι ένας ντόπιος ο οποίος κάνει το σπίτι του Airbnb τα καλοκαίρια και γνωρίζει μια σαιζονίτισσα από την Αθήνα. Αυτός ο τύπος δεν πολύ γουστάρει τη φάση, δεν θέλει να το κάνει. Είναι λίγο αναγκασμένος.

Σιχαίνεται τη Ρόδο, βαριέται, τα ίδια και τα ίδια. Δεν την εξερευνά. Και έρχονται οι σαιζονίτες και του μαθαίνουν ένα καινούργιο μέρος. Του δείχνουν ότι η ζωή στη Ρόδο μπορεί να είναι ωραία, με ένα ωραίο μέρος, με τα Σουλουντράνια.

Τον κάνουν να δει με «καινούρια» μάτια, με μια νέα ματιά, όχι τουριστική.

Έχεις δηλώσει ότι είσαι πολύ κατά του τουρισμού. Τι ακριβώς εννοείς;

Είμαι πολύ κατά του μαζικού, καταναλωτικού τουρισμού σαν φαινόμενο. Εγώ ο ίδιος δεν σταμάτησα να κάνω τουρισμό, αλλά άμα δεν πάω κάπου με κάποιον που είναι από εκεί, να το ζήσω όπως αυτός, ή να πάω να περάσω χρόνο, δεν μου λέει κάτι. Και σαν βιομηχανία, μόνο κακό κάνεις σε έναν τόπο.

Τα είδα και στο Πουέρτο Ρίκο. Δεν έχει διαφορά το Πουέρτο Ρίκο από τη Ρόδο. Τα ίδια περνάει. Η μόνη διαφορά είναι ότι είναι λίγο πιο έξυπνοι με τις ομπρέλες. Δεν βάζουν ομπρέλες παντού.

Πόσο διάστημα χρειάστηκε για να γυριστεί η ταινία και ποια είναι η διάρκειά της;

Η ταινία είναι 24 λεπτά. Πήρε πέντε μέρες εξαντλητικού γυρίσματος. Μετά κοιμόμουν δύο μέρες (γέλιο). Ντάλα ήλιο, Αυγουστιάτικα. Αλλά έτσι έπρεπε, γιατί το feeling δεν θα αποτυπωνόταν αλλιώς. Άμα ερχόμασταν να τη γυρίσουμε Οκτώβρη, παρόλο που θα φαινόταν ίδια η εικόνα, δεν θα ήταν το ίδιο.

Ήταν πολύ απαιτητικό, πολύ έντονο, πολύ όμορφο. Δεθήκαμε πάρα πολύ. Και έγιναν όλα κάπως σε αυτή την ένταση και σε αυτόν τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη και βγήκαν πραγματικά οι βαθύτεροι εαυτοί όλων. Είναι κάπως συνθήκες εκτάκτου ανάγκης. Και όταν όλο αυτό γίνεται με αγάπη, το προϊόν αυτής της συνεργασίας και αλληλεπίδρασης είναι κάτι πολύ όμορφο.

 

Υπήρξε κάποια στιγμή στα γυρίσματα που ένιωσες ότι «αυτό είναι, αυτό θέλω να κάνω»;

Ναι. Σε μια σκηνή που γυρίζαμε, όπου ήταν οι δύο πρωταγωνιστές και πρώτη φορά έρχονται κάπως κοντά, απομονώνονται, έπαθα λίγο ένα dissociation.

Ήταν σαν να το βλέπω ξαφνικά σε σινεμά και λέω «αυτό είναι η δικιά μου ταινία»; Και άρχισα να κλαίω. Προσπαθούσα να μην ακούγομαι στα μικρόφωνα.

Και εκεί κάπως «προσγειώθηκα». Γιατί όλη αυτή η αλλαγή που έκανα είχε ένα «what if», «μήπως έκανα λάθος; Μήπως δεν έπρεπε;».

Και ήταν λίγο σαν να έχεις μια ανάσα που δεν την βγάζεις τελείως. Και εκεί την έβγαλα, πάρα πολύ ξαφνικά, προσγειώθηκα και λέω: «Τώρα ξέρω. Τώρα είμαι σίγουρος. Αυτό είναι, αυτό θέλω, αυτό θα κάνω».

Πώς προέκυψε η συμμετοχή στο Φεστιβάλ Δράμας;

Το Φεστιβάλ Δράμας είναι το μεγαλύτερο φεστιβάλ μικρού μήκους ταινιών στην Ελλάδα. Ανοίγει την πόρτα και για τα Όσκαρ και τα BAFTA, τα βρετανικά Όσκαρ.

Με μια μικρού μήκους δεν μπορείς να κάνεις πολλά. Είναι ο τρόπος για να ακουστείς, να δείξεις ένα δείγμα δουλειάς και να πεις «αυτός είμαι, αυτό κάνω, δώστε μου λεφτά να κάνω ταινίες».

Λίγο έχει ανοίξει βέβαια τα τελευταία χρόνια με τις πλατφόρμες για τις μικρού μήκους.

Αλλά κυρίως είναι μέσω των φεστιβάλ όπου και θα γνωρίσεις συνεργάτες, παραγωγούς, κινηματογραφιστές, θα γνωρίσεις και άλλους ανθρώπους που κάνουν την ίδια δουλειά. Είναι σαν ένα επιστημονικό συνέδριο.

«Είδα τις “κορυφές”, αυτά που οι άνθρωποι θεωρούν κορυφές.»

 

Πόσες ταινίες συμμετείχαν και πόσες επιλέχθηκαν;

Νομίζω έφτασαν περίπου 130 αιτήσεις και πήραν τις 19!

Είναι μια καλή αρχή και θέλω να τη στείλω και σε φεστιβάλ του εξωτερικού σε περιοχές που πλήττονται από τον τουρισμό πάρα πολύ.

Πότε είναι το Φεστιβάλ Δράμας και πότε θα προβληθεί η ταινία;

Είναι 6 με 12 Σεπτεμβρίου. Στις 10 προβάλλεται η ταινία «Σολουντράνια». Και μετά από αυτό, κοιτάμε να κάνουμε μια προβολή και στη Ρόδο. Θα ενημερωθείτε σύντομα.

 

Πώς νιώθεις με το πρώτο σου καλλιτεχνικό «παιδί»;

Δεν είναι ακριβώς το πρώτο, γιατί έχω κάνει και άλλα πραγματάκια. Αλλά είναι το πρώτο που μεγαλώνεις, το βγάζεις έξω, ενηλικιώνεται κάπως και βγαίνει στον κόσμο.

Έχει τα προβλήματά του, αλλά νιώθω ότι έχει και πολύ ωραίες ιδέες μέσα. Βαθιές ιδέες, οι οποίες είτε τις δουλέψαμε με σκέψη, είτε ήταν βαθιά ριζωμένες από το βίωμα.

 

Ποιο είναι το κεντρικό μήνυμα που θέλεις να περάσεις στους θεατές μέσα από την ταινία;

Δύσκολη απάντηση.

Δεν προσπαθώ να είμαι διδακτικός με την ταινία. Ακόμα και το θέμα του τουρισμού είναι το background όλου αυτού.

Κάπως να προβληματιστούμε ως προς το τι θέλουμε βασικά.

«Η ταινία προέκυψε πολύ αυθόρμητα, πολύ βαθιά ριζωμένη.»

Νομίζω ότι το μεγαλύτερο θέμα που θίγει και γενικά που με απασχολεί πάρα πολύ σαν θεματολογία και στη ζωή μου, είναι οι επιλογές.

Για να κάνω αυτή τη «στροφή», έπρεπε να έρθω αντιμέτωπος με τις επιλογές μου, να πω τι θέλω και αν έχω το θάρρος να το κάνω.

Και νομίζω εκεί καταλήγουν όλα: στις επιλογές που κάνουμε. Και είτε μας αρέσει κάτι, είτε δεν μας αρέσει, τελικά τι επιλέγουμε να κάνουμε.

Νιώθω ότι αυτή η κατάσταση, γενικά όταν κάτι φτάνει σε μια ακραία κατάσταση, είναι θέμα επιλογών.

Θεωρητικά, κάθε στιγμή που περνάς έχεις δυνατότητα να κάνεις μια επιλογή. Από αυτή τη σκοπιά εγώ το βλέπω. Από εκεί και πέρα, προφανώς, κάθε στιγμή μπορεί να φας και ξύλο, οπότε δεν πας κάθε στιγμή να κάνεις επανάσταση.

Αλλά διαιωνίζουμε τις καταστάσεις όταν δεν παίρνουμε απόφαση να κάνουμε κάτι άλλο. Οι επιλογές πάντα υπάρχουν. Και απλά τις κάνουμε.

Και άμα δεις κι εσύ την ταινία, θα δεις ότι στο τέλος αυτό που μένει είναι: «Εσύ τι θα κάνεις; Τι θα έκανες; Θα συνεχίσεις αυτόν τον κύκλο; Θα έκανες κάτι άλλο; Περιμένεις να φυτρώσει απ’ έξω αυτό ή θα το βρεις εσύ, ακόμα κι αν δεν ξέρεις τώρα ποιο είναι;»

Αυτό θα έλεγα. Τα άλλα είναι μια συνθήκη. Είναι αυτή που είναι. Τι κάνουμε γι’ αυτό; Να αναλάβουμε τις ευθύνες μας.

Μέχρι να φτάσεις στο σημείο να επιχειρήσεις στον χώρο της σκηνοθεσίας, έχεις κάνει μια μεγάλη και δύσκολη διαδρομή. Πιστεύεις ότι υπήρξαν «χαμένα χρόνια»;

Και το πιστεύω και δεν το πιστεύω. Το έλεγα πάρα πολύ στην αρχή που έκανα αυτή τη στροφή. Νιώθω ότι ο χρόνος δεν μου φτάνει, ότι δεν θα μου φτάσει ο χρόνος. Σίγουρα υπάρχει αυτό το feeling.

Αλλά η αλήθεια είναι ότι αν δεν είχαν περάσει αυτά τα χρόνια, δεν θα ήμουν τώρα αυτός που είμαι και δεν θα έκανα αυτά που κάνω τώρα.

Έπρεπε να περάσουν αυτά τα χρόνια κάπως.

«Νομίζω ότι το μεγαλύτερο θέμα που θίγει και γενικά που με απασχολεί πάρα πολύ σαν θεματολογία και στη ζωή μου, είναι οι επιλογές.»

Είχα πολλή τύχη και κάποιες ικανότητες, που μπόρεσα ό,τι δοκίμασα σε αυτή την τυφλή εξερεύνηση πραγμάτων που έκανα κάπως να πηγαίνει, να προχωράει. Το οποίο με έκανε και να μην αναρωτηθώ ποτέ τι θέλω. Νόμιζα ότι «αυτό τα κατάφερνα, μάλλον αυτό πρέπει να κάνω».

Όμως, ήμουν τυχερός και είδα τις “κορυφές”, αυτά που οι άνθρωποι θεωρούν κορυφές.

Είδα πώς είναι να ζεις στη Νέα Υόρκη. Είδα πώς είναι να είσαι σε υψηλό ακαδημαϊκό περιβάλλον. Είδα τι είναι να είσαι γιατρός, πώς είναι να είσαι γιατρός. Είδα τι θα πει να έχεις χρήματα.

Τα είδα όλα αυτά. Και δεν έχω αυτά τα πάθη. Δηλαδή, έζησα κάπως πράγματα που πάρα πολλοί άνθρωποι παλεύουν μια ζωή για να τα καταφέρουν. Έζησα πάρα πολλά από αυτά ταυτόχρονα.

«Με μια μικρού μήκους δεν μπορείς να κάνεις πολλά. Είναι ο τρόπος για να ακουστείς, να δείξεις ένα δείγμα δουλειάς.»

Όλα αυτά με κάνανε να βγάλω τα πάθη μου, να δω πιο καθαρά μέσα μου, εν τέλει. Γιατί πριν δεν είχα αυτή τη δυνατότητα. Και αυτά νοηματοδοτούν τη σκηνοθεσία σίγουρα, έχοντας μια οπτική πάνω στη ζωή, που με τη σειρά της νοηματοδοτεί τη δική μου επιθυμία τώρα.

Άρα αυτό το ταξίδι ήταν απαραίτητο. Τόσο ώστε να μπορέσουν να φύγουν οι αυταπάτες και να «συγκρουστώ» με τη ζωή και τον εαυτό μου, να έρθω να αντιμετωπίσω τις ευθύνες μου και να κυνηγήσω κάτι, από το να βολευτώ με κάτι άλλο.

Γιατί ήταν πολύ ωραία η ζωή στη Νέα Υόρκη. Δεν κοιτούσα ποτέ το πορτοφόλι και τον λογαριασμό. Αλλά κάτι έλειπε.

Τώρα λείπει κάτι άλλο που δεν με απασχολεί. Προτιμώ που κοιτάζω κάθε μέρα τον λογαριασμό μου, αλλά κάθε μέρα γράφω μια ιστορία και ξαναζώ μέσα σε αυτή.

Οπότε όχι, δεν ήταν χαμένα τα χρόνια. Γιατί τροφοδοτούν πάρα πολύ αυτό που συμβαίνει τώρα.

Άμα δεν είχα πάει εκεί, στη Νέα Υόρκη, η Νέα Υόρκη το γέννησε όλο αυτό μέσα μου, με τα πάρα πολλά ερεθίσματα.

Και παρόλο που υπάρχει καμία φορά τώρα η αίσθηση του χαμένου χρόνου, δεν είναι καθόλου χαμένος. Γιατί πραγματικά αυτό είναι που βγαίνει τώρα, το μιξάζ.

 

Μίλησέ μας για τους συντελεστές της ταινίας.

Ο Πάνος ο Αλεφάντης, λοιπόν, με τον οποίο ήμασταν μαζί στην Ιατρική, μαζί και στο εργαστήριο στην Αμερική, κάνει επίσης μια στροφή στην τέχνη. Έχει μείνει πίσω στην Αμερική γιατί του αρέσει η νευροεπιστήμη λίγο περισσότερο από μένα και κάνει stand-up poetry, λέει αστεία και με ποιήματα.

Στο Μπρούκλιν, ας πούμε, έχει γίνει αρκετά γνωστή η συγγραφή του και παίζει στην ταινία επίσης. Και γράφουμε μαζί.

«Για να κάνω αυτή τη “στροφή”, έπρεπε να έρθω αντιμέτωπος με τις επιλογές μου, να πω τι θέλω και αν έχω το θάρρος να το κάνω.»

Στα «Σολουντράνια» βοήθησε πάρα πολύ στο γράψιμο. Έβαλε πάρα πολλά από τα surreal στοιχεία, τα αστεία που έχει η ταινία μέσα.

Είμαστε μια σκέψη. Εγώ είμαι το ένα μισό και ο Πάνος είναι το άλλο μισό. Και είναι πάρα πολύ όμορφο αυτό. Το χτίσαμε με τα χρόνια.

Και οι υπόλοιποι συντελεστές είναι πάρα πολλοί φίλοι που προέκυψαν από το σεμινάριο. Είναι φίλοι από Ρόδο, είναι άνθρωποι από Ρόδο και ειδικά από τον Αρχάγγελο.

Θέλω να τους ευχαριστήσω όλους, πάρα πολύ. Βοήθησαν πάρα πολύ. Παλιοί συμμαθητές που ξαναήρθαμε κοντά και τώρα κάνουμε παρέα, ενώ είχαμε να βρεθούμε 12-15 χρόνια.

Γενικά η κοινωνία της Ρόδου βοήθησε πάρα πολύ, κι ειδικά στον Αρχάγγελο. Ήρθανε, κουβαλήσανε, παίξανε.

Διαβάστε ακόμη

Γιώργος Συμεωνίδης: «Η τύχη η δική μου ήταν καλή και έζησα…»

Ράνια Ζαχαροπούλου: «Η Ρόδος δίνει τη μάχη για να γίνει πρότυπο αυθεντικότητας»

Στη Νίσυρο, η Παναγία Σπηλιανή κρατά ζωντανά τα έθιμα του Δεκαπενταύγουστου

Ιωάννης Κανάκης: Η διαδρομή από τη Ρόδο στη Γερμανία: Μια πορεία ευθύνης, πίστης και χειρουργικής εξέλιξης

Φώτης Μάγγος: Από τους Λειψούς στο τιμόνι της νησιωτικής πολιτικής

Σάββας Καραντζιάς: «Η Ρόδος να ταξιδεύει, να ακούγεται και να εμπνέει πέρα από τα ελληνικά σύνορα»

Χάιντι-Καθολική Κόιβιστο: Οδηγός ασθενοφόρου στη Φινλανδία… φοβάται όταν οδηγεί στη Ρόδο!

Θεόδωρος-Κωνσταντίνος Βασιλόπουλος-Βουσδούκος: Ο 17χρονος Ροδίτης που εκπροσώπησε τα Δωδεκάνησα στη Βουλή των Εφήβων