Λεξιστορείν: Έχω θυμώσει!

To ρήμα θυμώνω σημαίνει «αγανακτώ, καταλαμβάνομαι από οργή εναντίον ενός προσώπου ή γεγονότος».

Ετυμολογικά προέρχεται από το ουσιαστικό θυμός  με τη σημασία «μένος, μανία, οργή»  που με τη σειρά του  προέρχεται από το αρχαίο ρήμα θύω/θύννω = εφορμώ εναντίον κάποιου με μανία.

Πράγματι βασικό συναίσθημα ενός θυμωμένου ανθρώπου είναι πολλές φορές η διάθεση να επιτεθεί λεκτικά ή σωματικά σ’ αυτόν που τον έχει κάνει να θυμώσει.