Η Ρόδος τις πρώτες μέρες των εορτών,  όπως την είδε ένας δημοσιογράφος-1947. Το  τραγούδι μιας κοπέλας…

Παρουσίαση: Κώστας Τσαλαχούρης


Ένα χρόνο πριν από τις τελετές της Ενσωματώσεως, φτάνει στη Ρόδο ο Αιγυπτιώτης δημοσιογράφος Ντίνος Κουτσούμης (1915-1995)-υπηρέτησε στην υπηρεσία Πληροφοριών της Ελληνικής Κυβερνήσεως Καΐρου και το 1944 ήταν από τους πρώτους δημοσιογράφους που «πάτησαν» στην απελευθερωθείσα Αθήνα.

Ήρτεν στη Ρόδο για να παρακολουθήσει τις τελετές για την εγκατάσταση της Ελληνικής Στρατιωτικής Κυβερνήσεως.

Οι εντυπώσεις του, από το ταξίδι αυτό, είδαν το φως στις 7 Μαρτίου 1948 ως επιφυλλίδα στην εφημερίδα «Ταχυδρόμος», της οποίας τα κατοπινά χρόνια χρημάτισε αρχισυντάκτης.  Γράφει:
Τέτοιο καιρό πέρυσι είχαμε ταξιδεύσει στη Ρόδο…

Είχε δοκιμάσει πολλές φορές το αεροπλάνο μας εκείνο το πρωινό να «πιάσει» το νησί. Αλλά ένας δυνατός αέρας με βροχή το έφερνε πάνω στις τουρκικές ακτές…

Αργά πλέον, κατά το μεσημέρι μόνο, ο Άγγλος πιλότος, με το έμφυτο πείσμα της ράτσας του, είχε νικήσει τον Αίολο και έφερε το αεροσκάφος μας να ξεκουρασθεί απάνω στο υγρό, λασπωμένο γήπεδο του αεροδρομίου της Καλάθου…

Η βροχή είχε παύσει και το νησί φάνταζε φρεσκοπλυμένο με τα χρώματά του πιο έντονα. Το μικρό αυτοκίνητο που μας πήρε για να μας μεταφέρει στη Ρόδο, γλιστρούσε απάνω στην βρεγμένη άσφαλτο, έπαιρνε φυσομανώντας τον ανήφορο, περνούσε κάτω από τα πυκνά των δένδρων που έσταζαν, σαν να κυλούσαν δάκρυα από κάποια αθέατα ματόκλαδα…      

Αυτή η διαδρομή που κάνει ο επισκέπτης μέχρις ότου φθάσει στην πόλη της ρόδου, είνε ο καλύτερος οδηγός της ομορφιάς της.

Χωριουδάκια ντυμένα στα κάτασπρα, έχουν τα σπίτια τους κατεβασμένα ως τα κράσπεδα της ασφάλτου και θυμάμαι ακόμη την συγκίνησι που μου έδιναν οι ζωγραφισμένες με λουλάκι Γαλανόλευκες στους τοίχους των: ξέσπασμα του καϋμού, τριάντα έξη χρόνων σκλαβιάς…

Γέροντες κάθονται στα κατώφλια με τις γραφικές τους βράκες και τα πολύχρωμα κεντημένα γελέκα τους,
ενώ μικρά παιδιά-η νέα ράτσα που ξεπετιέται με το χάδι της λευτεριάς-γεμίζουν την ατμόσφαιρα με τις φωνές τους…

Και αφήνετε πίσω τα χωριουδάκια για να ριχθείτε για ώρα στο δρόμο της μοναξιάς. Ένας δρόμος στον οποίο  σας συνοδεύει μόνο το πράσινο, αυτό το οργιαστικό πράσινο της Ρόδου, που με μια χαρακτηριστική

Χαρακτηριστική προσοχή σκεπάζει τα βράχια, απλώνεται στις πλαγιές, ανεβαίνει στις κορφές, κεντάει τα τοπία με την προσοχή που ένας ταπετσέρης χρησιμοποιεί τις χρωματιστές του κλωστές για ένα ταπέτο…

Γι’ αυτή την επιβλητική εντύπωση, έχουν βοηθήσει πολύ και οι Ιταλοί με τη μορφή που δώσαν στους δρόμους του νησιού.

Ποιηταί της οδοποιίας, έχουν μεταχειρισθεί το φυσικό πλούτο της Ρόδου για να κάμουν σκηνογραφίες, που θα τις ζήλευε το καλύτερο θέατρο. Και ο δρόμος αυτός προς τη Ροδίτικη πολιτεία, ξανοίγεται μέσα από τον κοκκινωπό γρανίτη, γέρνει τολμηρά προς τους «εξώστες» των βράχων, ξύνει τις παρυφές των δασών που αποτελούν το συνεχές σχεδόν πλαίσιο της διαδρομής.

Έτσι, ύστερα από τα συναισθήματα αυτά, που σας χαρίζει η διαδρομή με τη φύσι και τους ανθρώπους τόσο στενά δεμένους, φθάνετε κάποτε στην πόλι της Ρόδου, προδιατεθειμένος πια.

Είνε σαν να έχετε διαβάσει την εισαγωγή του έργου… Γιατί η πόλις της Ρόδου, δεν είνε παρά μια προέκτασις της διαδρομής αυτής. Είνε φύσις και γραφικότης. Είνε ποίησις του πρασίνου και ποίησις της αρχιτεκτονικής.. Πουθενά αλλού δεν θα βρείτε τέτοια πυκνή εναλλαγή σε εντυπώσεις παρά όταν περνάτε τους δρόμους της ρόδου.

Θυμάμαι εκείνο το απόγευμα που την πρωτοπερπάτησα την πόλι, μου ήλθαν στο νου τα λόγια του Καζαντζάκη, «να περπατήσεις μια πόλι, είνε σαν να γνωρίσεις την ψυχή μιας γυναίκας…».

Να περπατήσεις τη Ροδίτικη πολιτεία με τα βαρειά ρωμαϊκά κτίρια της ιταλικής κατοχής, με τις μοντέρνες βιλίτσες που από τους εξώστες του κρέμονται ανθισμένες περικοκλάδες, με τους παληούς πλακόστρωτους δρόμους στα «Τούρκικα», τα σπίτια τους, με καφασωτούς εξώστες, τους δρομίσκους με τις καμάρες που κατεβάζουν τον ουρανό πληκτικό επάνω σου, σχήματα όλων των εποχών, χρώματα όλων των εντάσεων, ένας κόσμος που θυμίζει τους Ιππότες των σταυροφοριών και τους καραμπινιέρηδες του Μουσολίνι και τον αγνό, τον απλοϊκό, τον ρωμαντικό Έλληνα που κάθισε επάνω στο νησί σαν στρείδι και άντεξε στις τρικυμίες και στις καταιγίδες και στους σεισμούς και τον βλέπετε τώρα αυτόν τον Έλληνα να περνά αυτούς τους δρόμους που τους πάτησαν οι κατακτηταί όλων των αιώνων και να τους γεμίζει με το γέλοιο του και με το τραγούδι του.

Η Ρόδος είναι ελληνική…

Βαρειά η σφραγίδα της λαϊκής μούσας έχει πέσει πάνω της, την έχει αγκαλιάσει, την έχει εμπνεύσει.

Θυμάμαι ένα δειλινό, πέρυσι τέτοιο καιρό, που περνούσαμε με τον συνοδό μου ένα σοκάκι της Ρόδου κοντά στο Καστέλο το άχαρο κολοσσιαίο παλάτι που έκτισαν οι Ιταλοί για τον Ντούτσε…Μια κοπέλα καθόταν στο παραθύρι και τραγουδούσε

Αμύγδαλον ετσάκισα κι ηύρα διαμάντι μέσα
Ηύρα δυό μάτια γαλανά, κείνα που με πλανέσα (ν).

Το λαϊκό αυτό τραγούδι ανέβαινε από το στόμα της άγνωστης κοπέλας, σαν μια απάντησις στον σιωπηλό, στον μελαγχολικό όγκο του Καστέλο, που φάνταζε μέσα στα χρώματα του δειλινού σαν σύμβολο μιας εποχής που η Ρόδος ανέπνεε κρυφά την ελληνικότητά της και που σήμερα εκείνη η εποχή κλείνεται πια οριστικά…
 

Έλληνες δημοσιογράφοι, απεσταλμένοι για τις τελετές της Ενσωματώσεως της Δωδεκανήσου στις 7 Μαρτίου 1948. Τους συνοδεύουν ο διευθυντής της «ΡΟΔΙΑΚΗΣ», Εμμανουήλ Καλαμπίχης (καθήμενος πρώτος αριστερά) και ο μεγάλος μας λαογράφος Αναστάσιος Βρόντης (όρθιος κάτω, δεξιά πρώτος). Πηγή Γεννάδιος βιβλιοθήκη, Βρατσάλης.
Έλληνες δημοσιογράφοι, απεσταλμένοι για τις τελετές της Ενσωματώσεως της Δωδεκανήσου στις 7 Μαρτίου 1948. Τους συνοδεύουν ο διευθυντής της «ΡΟΔΙΑΚΗΣ», Εμμανουήλ Καλαμπίχης (καθήμενος πρώτος αριστερά) και ο μεγάλος μας λαογράφος Αναστάσιος Βρόντης (όρθιος κάτω, δεξιά πρώτος). Πηγή Γεννάδιος βιβλιοθήκη, Βρατσάλης.

 

Η πόλη της Ρόδου στην καρδιά του Μεσοπολέμου-χωρίς το Καστέλλο. Πηγή Γιώργος Κωνσταντάκης
Η πόλη της Ρόδου στην καρδιά του Μεσοπολέμου-χωρίς το Καστέλλο. Πηγή Γιώργος Κωνσταντάκης

 

Βγαίνοντας από την Παλιά Πόλη-Πηγή Α. Μαΐλλης
Βγαίνοντας από την Παλιά Πόλη-Πηγή Α. Μαΐλλης

 

Μαλώνα
Μαλώνα

 

Πανόραμα της Παλιάς Πόλης της Ρόδου- Πηγή Γ. Κωνσταντάκης
Πανόραμα της Παλιάς Πόλης της Ρόδου- Πηγή Γ. Κωνσταντάκης

 

Μπονιάτης και Μπονιάτισσα
Μπονιάτης και Μπονιάτισσα

 

Επτά Βαγιές
Επτά Βαγιές

 

Δρόμος στα  Πλατανάκια- Πηγή Α. Μαΐλλης-Βρατσάλης
Δρόμος στα Πλατανάκια- Πηγή Α. Μαΐλλης-Βρατσάλης