Η Εκκλησία της Λίνδου και της Δωδεκανήσου γενικότερα στα χρόνια της ιταλοκρατίας (1912-1945)

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Α’ ΜΕΡΟΣ
Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι, όσες φορές το Έθνος μας βρέθηκε υπό καταπιεστικές κατοχικές ξένες καταστάσεις είχε πάντοτε συμπαραστάτη του την Εκκλησία. Τον καθοριστικό αυτό ρόλο της τον αναγνωρίζουμε όλοι, τουλάχιστον η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, όπου γης.

Και αποτελεί μεγάλο σφάλμα, το οποίον πρέπει να αποτραπεί απόλυτα εν τη γενέσει η προσπάθεια που καταβάλλεται τον τελευταίο καιρό από την παρούσα Κυβέρνηση, ο διαχωρισμός της Εκκλησίας από την Πολιτεία.

Όταν το 1931 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα συνάντηση κορυφής των αντιπροσωπειών Ελλάδας-Τουρκίας για να συζητήσουν την πρόοδο των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, που είχαν καθοριστεί από τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 και του Συμφώνου ειρήνης και φιλίας του 1930, ως Ισμέτ Ινονού, Πρωθυπουργός της Τουρκάις, έστρεψε τη συζήτηση γύρω από το θέμα της Εκκλησίας, ώστε να μην ανακατώνεται, καθώς είπε στον Ελευθέριο Βενιζέλο, «σύμφωνα με τις παραδόσεις της, σε διοικητικά ζητήματα, διότι οι Τούρκοι αποκρούουν τέτοιαν ανάμειξη».

Ο Βενιζέλος παρατήρησε τότε ότι, «ο Πατριάρχης είναι ο θρησκευτικός αρχηγός μας και επομένως πουν ό,τι τον θίγει υπό την ως άνω ιδιότητά του το αισθανόμαστε όλοι», απάντηση που ανάγκασε τον Ινονού να ομολογήσει ότι δεν ήθελε «να θίξει το γόητρον της Εκκλησίας».

Ωσαύτως, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος και κατά το 1944-1946 Αντιβασιλέας Δαμασκηνός, σ’ ένα υπόμνημά του στις 19 Αυγούσοτυ 1941 προς τον κατοχικό Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβέρνησης Στρατηγόν Τσολάκογλου, διαγράφο-ντας το ρόλο της Εκκλησίας υπογραμμίζει:«...Χωρίς την Εκκλησίαν, πιθανότατα το Ελληνικόν Έθνος δεν θα ηδύνατο να συνεχίσει και εις εποχάς Ελευθερίας και ημέρας δουλείας, άνευ διακοπής το δρόμο προς την μεγάλην ιστορικήν αποστολήν του».

Και η Εκκλησία της Δωδεκανήσου, οι Ιεράρχες της, δεν υστέρησαν σε προσφορά. Ιδιαίτερα, αν συνεκτιμηθεί και το γεγονός ότι από το 1922 η φασιστική Ιταλία συστηματικά απέβλεπε να μας αποκόψει από τις ρίζες των προγόνων μας. Στις σκοτεινές και ανελεύθερες εκείνες ημέρες της σκληρής ιταλικής σκλαβιάς, τόσο τα ελληνικά γράμματα, όσο και γενικότερα για την εθνολογική μας υπόσταση, στα Δωδεκάνησα απέμεινε η Εκκλησία και η καρτερικότητα του λαού μας.

Και καθώς τόνιζε σε δημοσίευμά του στο “Βήμα” της 7.3.2008 ο πεπειραμένος συντάκτης Παύλος Παλαιολόγος «...Λίγο αν χαμογελούσαν στον Ιταλό θα απολάμβαναν τα αγαθά μιας ιδεώδους διοικήσεως. Του αρνήθηκαν το χαμόγελο. «Θαύματα έκαναν στη Ρόδο. Ανθισμένη Ευρώπη το νησί. Το Τουρκοχώρι με τα τέλματα έγινε ο Παράδεισος του Αιγαίου. Το βλέπετε και τρίβετε τα μάτια. Αδιαφόρησαν. Τίποτ’ άλλο από την Ελλάδα στα μάτια τους...».

Ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς της, η Εκκλησία της Δωδεκανήσου και ειδικότερα της Επαρχίας Ρόδου, από τις αρχές, ήδη, του 20ού αιώνα, το διοχέτευσε στην ανάπτυξη της Παιδείας. Και βέβαια, ορθώς έπραττε. Η παρουσιασθείσα πρόοδος στον ζωτικό αυτόν τομέα οφειλόταν: αφ’ ενός, στη μέριμνα που καταβλήθηκε από τους διατελέσαντες Μητροπολίτες από το 1870, χωρίς, βέβαια, να υποτιμάται και η συμβολή των προηγούμενων, αφ’ ετέρου, ιδιαίτερα συστηματικά στις σωστές και με μακροπρόθεσμη προοπτική ενέργειες του Μητροπολίτη Ιωακείμ Βαλασιάδη, 1900-1910.

Ωστόσο, από τα στοιχεία που υπάρχουν για την περίοδο 1912-1925, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι, τόσο η στοιχειώδης, όσο και η Μέση Παιδεία ολοκληρώθησαν από το Μητροπολίτη Ρόδου Απόστολο Τρύφωνος. Ο Βενιαμίν, ο προκάτοχος του Τρύφωνος και κατόπιν, 1936-1946,  Οικουμενικός Πατριάρχης παρέμεινε στη Ρόδο για λίγο χρονικό διάστημα και δεν θα του δόθηκε η ευκαιρία να δραστηριοποιηθεί επαρκώς στα εκπαιδευτικά θέματα όπως έπρεπε.

Ο μακαρίτης ιατρός και βουλευτής Ρόδου στη Βουλή της Κωνσταντινούπολης 1908-1912, Θεόδωρος Κωνσταντινίδης, σε σημείωσμά του στην εφημερίδα “Η Ροδιακή” της 28ης Ιανουαρίου 1916, αρ. φύλλου 22, αναφερόμενος στην κατάσταση της Ρόδου, μεταξύ 1900-1916, γράφει σχετικά: «...Προπάντων, δε, εις τη δημοσίαν εκπαίδευσιν και εν γένει προαγωγήν του τόπου, ο ανακαινιστής και ο την πρώτην ώθησιν δους ήτο ο Ιωακείμ Βαλασιάδης.

Τοιούτοι Αρχιερείς τιμώσιν όντως το Γένος και την Ορθοδοξίαν. Μετά πολλάς έκτοτε διακυμάνσεις της τύχης, καθώς το σκάφος της Ρόδου περιεπλανήθη από σκοπέλων εις υφάλους, ηυτύχησε και πάλιν να αποκτήσει πολλώ αντάξιον διαδόχου εκείνου, τον νυν Αρχιερέα Απόστολου Τρύφωνος, όστις υπό τας σημερινάς χαλεπάς και αντιξόους περιστάσεις, δεξιώς οικοστροφών, πατρικώς ποιμαντορεύων και ρηξικελεύθως προς την πρόοδον ελαύνων, δύναται να θεωρηθεί ιεραπόστολος και άρδην μεταρρυθμιστής των Εκκλησιαστικών, εκπαιδευτικών και κοινοτικών πραγμάτων του τόπου».

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, δήλωσε:
«...Εάν η επτά αιώνας καταδυνάστευσις της Ρόδου, αλλά και του συνόλου της Δωδεκανήσου υπό των αιχμαλωτευσάντων υπήρξε δυσβάστακτος, η επί τριακονταετίαν καιπλέον κατοχή υπό Κράτους Χριστιανικού, αλλά μετ’ ου πολύ και φασιστικού, απέβη δοκιμασία μεγίστη, χολή και αψίνθου (χ) πικροτέρα. Ταχέως, δε, η χαρά εις λύπην μετεστράφη και αι ελπίδες απεδείχθησαν φρούδαι...

«...Η Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία παρηκολούθει μετά πολλής ανησυχίας τα τεκταινόμενα, εκίνει, δε, πάντα κάλων (χχ), ίνα διασώση από ναυαγίου την υπέραντλον ολκάδα. Διό και απέστειλεν, ως Μητροπολίτην Ρόδου το εκλεκτόν αυτής τέκνον, τον εκ Θράκης καταγόμενον και Αρχιγραμματέα αυτής, τον Απόστολον Τρύφωνος, όστις σθεναρώς ηγωνίσθη εν τη νήσω προς απόκρουσιν των υπούλων προσπαθειών απορθοδοξισμού και αφελληνισμού της νήσου...».

Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος (Από το εγκόλπιο ημερολόγιο έτους 2009 της Ιεράς Μητρόπολης Ρόδου)

χ: άψινθος: ποώδες αρωματικό φυτό, που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική
χχ: κάλως: το χονδρό σχοινί των καραβιών, που χρησιμοποιείται για τις πολύ σκληρές εργασίες. Συνών.: παλαμάρι, καραβόσχοινο.

• • • • • • •

Κοινή ήταν η πεποίθηση ότι η Εκπαιδευτική, τουλάχιστον της Ρόδου προς το τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα, προηγούταν κατά 20 χρόνια εκείνης της Ελεύθερης Ελλάδας. Αυτό διαπιστώνεται και από τη συγκρότηση που είχαν οι τότε απόφοιτοι του Βενετόκλειου Γυμνασίου, καθόσον πολλοί εξ αυτών, φοιτούσαν στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της Ελλάδας.

Τηρουμένων των αναλογιών μπορούμε να πούμε ότι το Εκπαιδευτικό έργο των κορυφαίων Ελλήνων του Γένους κατά τους σκοτεινούς χρόνους της σκλαβιάς, ιδίως των Μικρασιατών ήλθε να μεταλαμπαδεύσει στη Δωδεκάνησο, ιδιαίτερα στην Επαρχία Ρόδου την περίοδο της Ιταλοκρατίας (1912-1945) ο εκ Κριθιάς της Θρακικής Χερσονήσου ορμώμενος Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος.

Έτσι, αναμφίβολα: η πίστη, η αγάπη, προς το Ελληνικό Γένος, τις παραδόσεις των Ιερωμένων και ο Αιγιακός Πολιτισμός ώθησαν τον Δεσπότη Τρύφωνος στο να ιδρύσει το 1938, πέραν των άλλων προηγούμενων Εκκλησιαστικών πρωτοβουλιών, τα Κατηχητικά μέσα στις Εκκλησίες, ύστερα από το κλείσιμο των Σχολείων από τους φασίστες Ιταλούς το 1937.

Την εποχή εκείνη, το αναγκαστικό κλείσιμο από τους Ιταλούς φασίστες των ελληνικών σχολείων, η γενιά μου βρισκόταν στο τρίτο έτος του Δημοτικού. Εγώ, παράλληλα με το ιταλικό Δημοτικό σχολείο που αποτελείτο από πέντε τάξεις, όπως και μέχρι τώρα στην Ιταλία, παρακολουθούσα ανελλιπώς κάθε γιορτή και τις Κυριακές, μέσα στην εκκκλησία της Λίνδου και το κατηχητικό, το οποίο διηύθυνε ο αξέχαστος Λίνδιος Αρχιμανδρίτης Θεοδόσιος Αναστασιάδης-Τσούκος.

• • • • • • •

Οι Ιταλοί μέχρι τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και με κάποια ανοχή μέχρι το 1930 αναγνώρισαν τα δικαιώματα που είχε η Εκκλησία της Ρόδου και γενικότερα της Δωδεκανήσου για τη λειτουργία της Εκπαίδευσης. Μετά, όμως, την υπογραφή και εφαρμογή της προαναφερθείσας Συνθήκης, άρχισαν να δημιουργούν προβλήματα. Ο Κωνσταντίνος Α. Βοβολίνης στο ογκώδες έργο του:

«Η Εκκλησία εις τον αγώνα της Ελευθερίας», αναφερόμενος στην τότε εκπαιδευτική δράση του Μητροπολίτη Τρύφωνος, ως και πως την αξιολογούσαν οι Ιταλοί, γράφει: «Χαρακτηριστική του ρόλου, τον οποίο διεδραμάτιζεν η Ελληνική Εκκλησία της Δωδεκανήσου και σε όσα αφεώρα την Ελληνικήν Παιδείαν, η οποία μέχρι το 1930 τελούσε υπό την εποπτείαν της, είναι η Έκθεση του Ιταλού Γενικού Διοικητή Μάριο Λάγκο υποβληθείσα προσωπικώς προς τον Μουσολίνι, την 16η Ιουλίου 1925. Σε αυτή, γράφι ο Βοβολίνης, ο Μάριο Λάγκο τονίζει:

«Η ανάμιξις της Θρησκευτικής (Ορθοδόξου) Αρχής, δέον όπως περιορισθεί εις τον έλεγχον του μαθήματος των θρησκευτικών. Δεν παραγνωρίζω καθόλου την αντίδρασιν, ήτις θα παρουσιασθή εναντίον των διατάξεων αυτών, αίτινες προσκρούουν ισχυρότατα προς την σχολικήν αντίληψιν του ορθοδόξου τούτου πληθυσμού. Είναι η βάσις και το μυστικόν της ζωτικότητος των Ορθοδόξων Σχολικών Ιδρυμάτων. Πρέπει με θάρρος να εκριζωθή. Τας αντιδράσεις θα προσπαθήσω να τας καταστείλω μετά προϊούσης αυστηρότητος». Παρά ταύτα, ο Μητροποίτης Ρόδου κατόρθωνε να πείθει με τη Φαναριώτικη πολιτική του το Μάριο Λάγκο και να αναβάλλει το πλήρες φασιστικό πρόγραμμα εξοστρακισμού της Ελληνικής Γλώσσας από τα Σχολεία.

Όχι μόνο, αλλά στην προαναφερθείσα χρονική περίοδο, προστέθηκαν γυμνασιακές τάξεις στο Παρθεναγωγείο, ιδρύεται εμπορικό τμήμα στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο, ιδρύεται Ημιγυμνάσιο στη Λίνδο, λειτουργεί έβδομη τάξη στην Κρεμαστή και ανεγείρονται τρία νέα σχολικά κτίρια με δωρεές Ευεργετών. Και η Σύμη, με ίδιους τοπικούς πόρους, συντηρεί 5τάξιο Γυμνάσιο, τρία δημοτικά σχολεία αρρένων και δύο θηλέων.

Αξίζει να μεταφερθεί εδώ η δικαιολογία, ως και ο τρόπος που έγινε η απότομη αντικατάσταση του διοικητή Μάριο Λάγκο με τον φασίστα Ντε Βέκκι. Σύμφωνα με τα ιταλικά αρχεία, κατά Ιούνιο του 1936, ο τότε Generale Federale του φασισμού στη Δωδεκάνησο, υπέβαλε εμπιστευτική έκθεση απευθείας στο Μουσολίνι, σύμφωνα με την οποία:

«Ο Λάγκο έγινε όργανο του Έλληνα Μητροπολίτη Αποστόλου Τρύφωνος και τοιουτοτρόποως όχι μόνο σε δευτερεύοντα ζητήματα ενεργεί υπό τις εμπνεύσεις αυτού, αλλά και την ολοκληρωτική εφαρμογή του φασιστικού προγράμματος από ημέρας εις ημέραν αναβάλλει. Και ανέχεται ακόμη (ο Μάριο Λάγκο), την ύπαρξη Ελληνικών Σχολείων στα Δωδεκάνησα, παραπειθόμενος από τις υποσχέσεις και υποδείξεις του Μητροπολίτη Ρόδου». Ο Μουσολίνι τη διακρίβωση της αλήθειας των καταγγελιών που προαναφέρονται, ανέθεσε στον τότε Υπουργό Παιδείας Τετράρχη Ντε Βέκκι το Σεπτέμβριο του 1936, ο οποίος ήλθε για το σκοπό αυτό στη Ρόδο.

Ο Ντε Βέκκι, όχι μόνο διαβεβαίωσε το Μουσολίνι, όσα ανέφερε στην έκθεσή του ο φασίστας  Generale Federale, αλλά για ισχυροποίηση πρόσθεσε: «...μετά 24 ετών ιταλικής κατοχής, δεν κατόρθωσα να συνεννοηθώ με έναν Δωδεκανήσιο, χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου διερμηνέα». Ο Μουσολίνι, άλλο που δεν ήθελε. Στις 22 Νοεμβρίου 1936 με Διάταγμα παύεται ο Μάριο Λάγκο και διορίζεται πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής Δωδεκανήσου ο Ντε Βέκκι.
Αλλά και ο αντικαταστήσας τον Μάριο Λάγκο δεν ξέφυγε από την επιρροή του Μητροπολίτη.

Ο νέος φασίστας διοικητής, ο περιβόητος Ντε Βέκκι, σε οκτώ μήνες από την εγκατάστασή του στη Ρόδο, τον Ιούλιο του 1937, κλείνει τα ελληνικά σχολεία, στοιχειώδους και Μέσης εκπαίδευσης, μετατρέποντάς τα σε ιταλικά. Και αντί των Δωδεκανησίων Εκπαιδευτικών έφερε Ιταλούς επιλεγμένους από το φασιστικό καθεστώς.

Τότε, πάλι η Εκκλησία της Επαρχίας Ρόδου, με επικεφαλής τον Μητροπολίτη επιδέξια και αθόρυβα το 1938, με νωπή ακόμη τη μελάνη της σκληρής φασιστικής εκπαιδευτικής πολιτικής, αποσπά τη συγκατάθεση του ίδιου φασίστα διοικητή να διδάσκεται το θρησκευτικό μάθημα στις Εκκλησίες υπό τη μορφή του Κατηχητικού. Αλλά με το πρόσχημα των θρησκευτικών διδάσκονταν στους ιερούς ναούς και άλλα μαθήματα, ορθογραφίας κ.λπ.

Τα Κατηχητικά λειτουργούσαν για λίγες ώρες κάθε γιορτή και Κυριακή. Κατά διαστήματα, μία ή δύο φορές το χρόνο γινόταν Επιθεώρηση από τον Μητροπολίτη. Τηρούνταν φύλλα προόδου και μοιράζονταν Συνόψεις, Συνέκδημοι και άλλα θρησκευτικά βιβλία, που χρησιμοποιούνταν σαν αναγνωστικά. Είχαν επιστρατευτεί από τη Μητρόπολη και οι επτά λαϊκοί Θεολόγοι που υπήρχαν τότε στην Επαρχία Ρόδου.

Ο μακαρίτης Μανώλης Μπακίρης, Θεολόγος-Καθηγητής γράφει σε βιβλίο του ότι στο χωριό Έμπωνα κάποια Κυριακή που πήγε να κηρύξει στην εκεί Εκκλησία και να επιθεωρήσει το Κατηχητικό πήρε αφορμή από την τοπική ενδυμασία και τη συνέδεσε με τον Μιαούλη και τον Κανάρη, για να καταλήξει στα ναυτικά κατορθώματα του 1821.

Επίσης, την εποχή εκείνη ιδρύθηκαν και χορωδίες βυζαντινής Μουσικής.

(Αύριο το Β’ μέρος)