«Πήγα για λίγο, να γυρίσω  να φέρω χρήματα να κάνω δουλειά, και μένω 56 χρόνια στο Βέλγιο…»!

Μικρό παιδί έφυγε, στα 17 από το χωριό του, και πήγε στο Βέλγιο για λίγο, να δουλέψει και να ξανάρθει. Έκανε έξι χρόνια να ‘ρθει πρώτη φορά, κι από τότε,  δεκαετίες τώρα έρχεται πια μια και δυο φορές το χρόνο!

Είναι ωραίο το σπίτι που έφτιαξε στην Παστίδα ο Γιάννης Πάττας του Σάββα και της Καλλιόπης για να μένει τα διαστήματα που επιστρέφει, αλλά έχει και το σπίτι του στο Σαρλερουά που τον περιμένει, κι έχει το γιό του εκεί και τον εγγονό του. Η Βελγίδα γυναίκα του δεν ξέρει ελληνικά, ούτε κι ο γιός τους, κι ο εγγονός τους, αλλά στο σπίτι στη γαλλόφωνη πόλη του Βελγίου αντηχούν τα ελληνικά απ΄ το πρωί, η τηλεόραση απ’ την οποία μαθαίνει τα νέα της πατρίδας του, παίζει όλη μέρα!    

Είναι από τους τυχερούς που έχει τα καλά και των δύο πατρίδων ο Γιάννης Πάττας, που φέτος τα 72α γενέθλιά του είχε την τύχη να τα κάνει στην Παστίδα, με τους συγγενείς και τους συγχωριανούς του, άλλοι δεν έχουν τόσο μεγάλη τύχη!

ΕΡ. Θα κάνετε και Πάσχα φέτος στη Ρόδο, συνήθως έρχεστε μόνο το καλοκαίρι!
Θα κάνουμε και Πάσχα, έκανα και τα γενέθλιά μου, και φέτος θα ‘ρθουμε, με το καλό και το καλοκαίρι.

ΕΡ.  Πώς ήταν τα παλιά τα χρόνια εδώ, πώς μεγαλώσατε στην Παστίδα, το χωριό σας;
Μεγάλωσα στο καφενείο της Κυρά Καλής, της μάνας μου. Το ήξερε όλη η Ελλάδα το καφενείο αυτό γιατί όλοι οι φαντάροι έτρωγαν εκεί. Και καφενείο και φαγάδικο, άνοιγε στις πέντε το πρωί και έκλεινε μία με δύο τη νύχτα. Ο πατέρας μου ήταν αγρότης, κι εμείς οκτώ παιδιά στην οικογένεια, έξι γιοί, δύο κόρες, δουλεύαμε και στα χωράφια και στο καφενείο. Εγώ ήμουν ο τρίτος στη σειρά. Έβλεπα ότι δεν υπήρχε μέλλον και στα γράμματα ήταν δύσκολο να προχωρήσουμε όλα τα παιδιά. Ήθελα να πάω μηχανικός αυτοκινήτων, αλλά ο πατέρας μου με είχε το δεξί του χέρι. Δούλευα στο καφενείο και ο κόσμος μου έλεγε «γράψτα…γράψτα… και τον καφέ και τα τσιγάρα…», λέω «δεν είναι ζωή αυτή»! Θα είμαι εδώ, θα δουλεύω και λεφτά δεν θα παίρνω;

ΕΡ. Κι έτσι αποφασίσατε να φύγετε!
 Όταν του είπα του πατέρα μου «θα φύγω στο εξωτερικό..», κόπηκαν τα κουράγια του. Έβγαλα διαβατήριο, κι ήθελα να πάω Αυστρία. Στο πρακτορείο που πήγα, ήρθε ένα Έλληνας από το Βέλγιο που ζητούσε εργάτες. Όχι για ανθρακωρύχους, για επιφάνεια, για οικοδομή. Ήμουν ο πρώτος που γράφτηκε. Και γράφτηκε κι άλλος ένας από το χωριό, οι πρώτοι εμείς. Μετά από εμάς φύγανε άλλοι περίπου 200 από τη Ρόδο για τον ίδιο εργολάβο και πολλοί ήταν Παστιδενοί.

ΕΡ. Μέχρι τότε όσοι φεύγανε από τη Ρόδο για το Βέλγιο ήταν για ανθρακωρύχοι!
Βγάζανε κάρβουνο. Δύσκολη δουλειά, κατέβαινες 1.200 μέτρα κάτω, στο σκοτάδι. Πολλοί πέθαναν από καρκίνο, ανέπνεαν τη σκόνη.

ΕΡ. Θυμάστε τη μέρα που φύγατε από το χωριό;
Ήταν 14 Μαρτίου του 1963. Η μάνα μου έκλαιγε. Ήρθε όλο το χωριό στην πλατεία για να με αποχαιρετήσει, κάποιος μου έφερε και ανθοδέσμη. Μετά με πλοίο για τον Πειραιά, κι από εκεί με τρένο για Βέλγιο. Μας πήγαν στο Σαρλερουά.

ΕΡ. Ήταν δύσκολα όταν πήγατε;
Ο εργολάβος έφτιαχνε εργατικές κατοικίες. Δεν μιλούσα τη γλώσσα, αλλά είχε ένα Ροδίτη από τ΄ Απόλλωνα που μιλούσε Γαλλικά και μας βοηθούσε. Γαλλόφωνη πόλη το Σαρλερουά. Ήμουν 17 χρονών, βουνό μου φάνηκε, χειρότερα κι από φαντάρος. Λάσπη, τούβλα, πολύ δουλειά, μεγάλη κούραση. Ήτανε τότε ο χειμώνας βαρύς. Το χιόνι ένα μέτρο, ενάμιση μέτρο. Φέτος, έριξε 10 πόντους για τρεις-τέσσερις μέρες, κι αυτό ήταν. Με ζορίσανε πολύ, ήμουνα κι ο μικρός, στην αρχή στην απελπισία μου πάνω σκέφτηκα να γυρίσω πίσω, οι οικοδομές δεν είναι εύκολη δουλειά. Όμως έκανα κουράγιο, είπα «ήρθα για να δουλέψω…». Τελικά σκέφτομαι, πήγαμε για μερικά χρόνια, να γυρίσουμε, να φέρουμε λεφτά και μείναμε μέχρι τώρα, 56 χρόνια!

ΕΡ. Συνηθίσατε από κάποια στιγμή και μετά.
 Συνηθίσαμε, αλλά το μυαλό μας ήταν εδώ. Βρισκόμουν με Έλληνες, στα ελληνικά καφενεία που ήταν πολλά. Το «Καφέ Αθήνα», το «Ακρόπολις», «Η Καλή Καρδιά». Ένα διάστημα, στην αρχή, είχε 7.000 Έλληνες. Έπαιζε το τζουκ μποξ, κι ακούγαμε Καζαντζίδη, «στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές», κι είχε και σινεμά που τις Κυριακές έπαιζε ελληνικές ταινίες. Είδα όλες τις ταινίες με τον Ξανθόπουλο.

ΕΡ. Μπορεί να γυρίσετε τώρα, να ζήσετε στη Ρόδο;
Τώρα δεν πιστεύω. Έχουμε το σπίτι μας εκεί, το σπίτι μας εδώ… Ερχόμαστε μια φορά το χρόνο τουλάχιστον, πολλές φορές και δύο και μένουμε ένα μήνα, ενάμιση μήνα. Κι έχω φέρει και φίλους από το Βέλγιο όλα αυτά τα χρόνια που αγαπάνε τη Ρόδο, κι έρχονται και ξανάρχονται.

ΕΡ. Συναντήσατε τη γυναίκα σας νωρίς, αλλά αμέσως μετά είχατε σοβαρό ατύχημα!
Τρία χρόνια μετά χτύπησα, είχα γίνει χειριστής γερανού και με πέταξε κάτω ο γερανός από ύψος 15 μέτρων. Ήμουν πολυτραυματίας, ευτυχώς φορούσα κράνος και σώθηκε η ζωή μου. Από τη μέση και πάνω ήμουνα όλος στο γύψο, είχα γύψο και στο κεφάλι. Φαίνονταν μόνο στόμα, μάτια, μύτη. Για 13 μέρες με είχαν κρεμασμένο στο νοσοκομείο, μου έδιναν μορφίνη. Δυό-τρεις μήνες πριν είχα γνωρίσει μία κοπέλα Βελγίδα, τη Μπερναντέπ ήταν 16,5 χρονών, καθόταν μέρα- νύχτα δίπλα μου στο νοσοκομείο, από τότε είμαστε μαζί. Έμεινα τρεισήμισι μήνες στο νοσοκομείο και ο γιατρός όταν έφευγα μου είπε, «δεν περίμενα να ζήσεις, αλλά εσείς οι Έλληνες είστε σκληροί. Σου δίνω 10-15 χρόνια το πολύ ή θα πεθάνεις ή θα μείνεις παράλυτος…». Του είπα «δεν με νοιάζει, δεν δίνω σημασία σ’ αυτά…».

ΕΡ. Είστε αισιόδοξος άνθρωπος.
Έχω πάθει κι άλλα και δεν το βαλα κάτω. Συνέχισα και δούλευα κτίστης, δούλευα σε χυτήριο, 15 χρόνια χειριστής γερανού. Στο μεταξύ παντρεύτηκα, κάναμε το γιό μας τον Ιορδάνη, σήμερα ο εγγονός μου που είναι 17 χρονών, έρχεται και του αρέσει πολύ η Ρόδος… Μετά πια, έπιανα δικές μου δουλειές. Δούλευα πολλές δουλειές το 24ωρο. Η μία ήταν που πήγαινα και χόρευα και ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς με φουστανέλα ή συρτάκι και χασάπικο, με μαύρο παντελόνι και άσπρο πουκάμισο.

ΕΡ. Σήμερα είστε συνταξιούχος!
Ναι, κι έτσι μπορούμε να ερχόμαστε πιο πολύ καιρό στη Ρόδο. Αλλά είναι βρε παιδί μου ζούγκλα, έτσι αισθάνομαι με τις υπηρεσίες εδώ όταν θέλω κάτι και καμιά φορά και με τις συμπεριφορές. Κι όταν δεν είμαι εδώ τηλεφωνάω και μου τα λένε όλα, τι συμβαίνει στο χωριό.

ΕΡ. Η σύζυγός σας δεν μιλάει ελληνικά! Ούτε ο γιός σας, ούτε ο εγγονός σας;
Μιλούν γαλλικά. Στο σπίτι, στο Βέλγιο παρακολουθώ όλα τα ελληνικά κανάλια και τα δελτία ειδήσεων. Στο σπίτι μέσα ακούς όλο ελληνικά και το ‘χει παράπονο η γυναίκα μου, λέει «όλη μέρα ελληνικά…», κι ότι δεν έχω αλλάξει καθόλου απ΄ όταν με γνώρισε, ότι Έλληνας ήμουν, κι Έλληνας έμεινα. (γέλια)

ΕΡ. Φεύγουν πάλι τα τελευταία χρόνια οι νέοι για το εξωτερικό, τι λέτε γι' αυτό;
Τώρα φεύγουν τα παιδιά με πτυχία, οι επιστήμονες, εμείς φεύγαμε για εργάτες. Το εξωτερικό είναι: «πάω, αποφασίζω να δουλέψω σκληρά, να βγάλω χρήματα, να γυρίσω να κάνω δουλειά στην Ελλάδα». Αν συνηθίσεις τη ζωή και το κλίμα στο εξωτερικό, τότε δύσκολα…
 

Με τη Βελγίδα σύζυγό του
Με τη Βελγίδα σύζυγό του