Ωξ και... ξερός

Γράφει ο
Σεραφείμ Αθανασίου

 

Αφορμή  για το σημερινό μου  δημοσίευμα πήρα από  μια  παλιά μου θύμηση την οποία  εδώ μεταφέρω   και  το κάνω αυτό   επειδή  εκείνο  το γεγονός-κατά τη γνώμη μου- φέρνει γέλιο  το οποίο, τη σήμερον ημέρα, όλοι μας έχουμε ανάγκη.

Και απόλυτα πιστεύω πως: Αν διαθέσετε λίγη ώρα από τον πολύτιμο χρόνο σας και συνεχίσετε το διάβασμα θα ικανοποιηθείτε επειδή   γελώντας θα ξεχάσετε υποχρεώσεις νομοταγών πολιτών προς μια ευνομούμενη κοινωνία, έστω και αν αυτές μας  οι υποχρεώσεις προήλθαν  από ένα σωρό και αραδιαστά  ψέματα  ή όπως αλλιώς τα λένε οι περισσότεροι  από μας, νομίζω «φούμαρα».

Αυτά λοιπόν  τα ψέματα  ή φούμαρα   που για πολλοστή  φορά σε μας όλους αράδιασαν  και μας  είπαν,  είπαν, είπαν  και μείς, ως εύπιστοι και «ξεχασιάρηδες» προηγουμένων τέτοιων υποσχέσεων, πιστέψαμε στα όσα μας αράδιασαν   ή  και  πολλά  απέκρυψαν.

Στη συνέχεια και από κάποια γαλάζια παραβάν που για όλους εμάς θύμιζαν ξάστερο Ουρανό μελλοντικών χαρμόσυνων ημερών, στείλαμε, όπου ο καθένας  ήθελε, το λευκό  και φιλικό περιστέρι  μας  το οποίο δεν άργησε να επιστρέψει  για να μας πει  ότι το  λάθος που  στο παραβάν  διαπράξαμε, μετά την απομάκρυνσή μας από αυτό,  δεν αναγνωρίζεται, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την όποια απομάκρυνση  από ταμείο  καταβολής χρημάτων  και όχι  είσπραξης  επειδή εκείνη την είσπραξη ακολουθούν δυσβάστακτοι τόκοι  ακολουθούμενοι  πολλές φορές και από  δραματικές καταστάσεις.

Και επειδή τα λάθη σε παραβάν  αλλά και οι όποιες  αβασάνιστες  τραπεζικές προσφερόμενες σε μας  διευκολύνσεις  φέρνουν  στη συνέχεια  κατήφεια και στενοχώρια, είπα να ξεχάσουμε για λίγο  αυτές τις στενοχώριες και αν όχι  όλοι μας τουλάχιστον οι αναγνώστες του  «Ταχυδρόμου» και της «Ροδιακής», στις σελίδες των οποίων κατά καιρούς  φιλοξενούνται   και δικές μου χαζές ή έξυπνες θύμησες.

Παρακολουθείστε λοιπόν ή καλύτερα διαβάστε  τα πιο κάτω  που κάποτε συνέβησαν  και  αποκτήστε   την  καλή  διάθεση,  ξεχνώντας ΕΝΦΙΑ, ΔΑΝΕΙΑ, ΤΟΚΟΥΣ, ΠΑΡΑ ΤΟΚΟΥΣ, ΣΠΑΖΟΚΕΦΑΛΙΕΣ ή  ΠΡΕΣΠΕΣ,  επειδή και  από εκεί   τα  πάρα πολλά πανέμορφα  χελιδόνια των Πρεσπών που  και εκείνα  πετώντας από τραπέζι σε τραπέζι καφενείων  ή σπιτιών, τιτιβίζοντας,  στέλνουν το  δικό τους μήνυμα  ότι   η  Μακεδονία είναι μια και είναι  ΕΛΛΗΝΙΚΗ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ,  ΕΛΛΗΝΙΚΗ!!!

Ιδού τώρα  η παλιά μου  ευχάριστη, θα έλεγα,  θύμηση.

Προ πολλών ετών και γιορτινές μέρες Πάσχα καλός μου φίλος, έχοντας  πρόβλημα  υγείας, εισήχθη  προς νοσηλεία  στο Νοσοκομείο Βόλου, στο παθολογικό τμήμα-αν δεν  κάνω λάθος-σε θάλαμο  8 κρεβατιών, τέσσερα από τη μια πλευρά και τέσσερα από την άλλη, που τα χώριζε ένας στενός, μέχρι τα παράθυρα, διάδρομος, ο δε φίλος μου «φαρδύς-πλατύς» ήταν  ξαπλωμένος, στο  πρώτο δεξιό κρεβάτι, κοντά στην είσοδο.

Στην αριστερή πλευρά  των κρεβατιών  και κοντά στο παράθυρο  που ήταν και το τελευταίο κρεβάτι νοσηλευόταν  ένα γεροντάκι πολύ μεγάλης ηλικίας.

Κάποιο  απόγευμα και  εν ώρα επισκεπτηρίου  πήγα να δω το φίλο μου.  Πέρασα την ανοιχτή πόρτα του κεντρικού διαδρόμου της πτέρυγας  και φτάνοντας στον αριστερό θάλαμο, που η πόρτα του  ήταν ανοιχτή, έστριψα στο αμέσως δεξιό κρεβάτι  που βρισκόταν ο φίλος μου, στάθηκα όρθιος  κοντά του και κουβέντιαζα μαζί του,  βλέποντας συγχρόνως  όλο το θάλαμο   με τους ασθενείς και τους  επισκέπτες αυτών.

Σε λίγο, από την Αθήνα  που μόνιμα διαμένουν,  ήρθε, με τη σύζυγό του, ο γιος του φίλου μου, στάθηκαν  όρθιοι  δίπλα σε μένα  και λέγαμε διάφορα.

Νά σου  και η μάνα των παιδιών, σύζυγος του φίλου μου,  κρατώντας ένα σωρό «τσαπράζια»  γεμάτα φαγώσιμα.
Μας χαιρέτισε και στρογγυλοκάθισε σε μια καρέκλα  στην αντίθετη πλευρά του κρεβατιού.

Έβλεπε  δηλαδή τον άνδρα της, εμένα, το ζευγάρι και τον  τοίχο.

Σοβαρή και  τελείως αγέλαστη, λόγω στενοχώριας, από την ασθένεια του φίλου μου,  άνοιξε  αμέσως τα πλαστικά περιποιημένα λευκά της μπολ, πήρε το κουτάλι  και άρχισε να «ταΐζει» τον άνδρα της.

Εκείνος δεν είχε όρεξη,  ή  ίσως δεν θα ήθελε να φάει την ώρα που βρισκόμαστε και εμείς εκεί  γι' αυτό και της έλεγε «δεν θέλω».

 Η  σύζυγος όμως  δεν άκουγε τα λόγια του  και επέμεινε στο «τάισμα»  λέγοντάς του συνεχώς «φάε, φάε, φάε,  σου λέω φάε».

-Είπα δεν θέλω».
-Τι θα  πει  δε θέλεις…«Φάε»!
-Δεν  θέλω, δεν θέλω, δεν θέλω, θα φάω αργότερα».
- Όχι τώρα θα φας και  θα σκάσεις, δεν θα γίνει το δικό σου, θα φας τη σούπα σου τώρα που είναι ζεστή, εγώ  σκοτώθηκα στο δρόμο να έρθω για να φας ένα ζεστό φαγητό,  να ζεσταθεί ο λαιμός σου, και εσύ μου λες, δε θες.
Φάε σου λέω  και  κουνώντας  πέρα δώθε μπολ και κουτάλι  του φώναζε «φάε» ενώ εκείνος,  νευριασμένος, της έλεγε  δυνατά «Δεν θέλω, καταλαβαίνεις, δεν θέλω να φάω τώρα».

Εμείς όρθιοι  και  σιωπηλοί  το διασκεδάζαμε, όπως  το διασκέδαζαν και όσοι από τα άλλα κρεβάτια επισκέπτες και άρρωστοι  άκουγαν τον όλο νεύρα διάλογο του ζευγαριού.

Το διασκεδάζαμε και παράλληλα προσέχαμε να μη τα βάλει μαζί μας η κυρά Μαρία  η οποία ούτε καν έδιδε σε μας σημασία  και κοίταζε μόνο το μπολ και τον άνδρα της.

-Φάε βρε.
-Δεν θέλω σου λέω, θα με σκάσεις, δεν θέλω, δεν θέλω, δεν πάει κάτω, δεν  θα φάω.
-Θα φας και θα πεις και ένα τραγούδι, εγώ ξεπατώθηκα  να μαγειρέψω και να προλάβω το επισκεπτήριο, να φας  λίγο ζεστό φαγητό και όχι το νεροζούμι που δίνουν εδώ και  μου λες ότι δεν θα φας, φάε, φάε, φάε.

Έλεγε αυτά η κυρά Μαρία, έπαιρνε τη ζεστή σούπα στο κουτάλι  και κρατώντας το  μέσα στο μπολ το κούναγε πέρα-δώθε  μπροστά στο κεφάλι του φίλου μου. Φάε σου λέω.

-Δεν θα φάω, δεν  θα φάω, δεν θα φάω και σταμάτα επιτέλους, γελάει ο κόσμος μαζί σου.
-Δε με νοιάζει  εμένα ο κόσμος, εγώ εσένα θέλω να γίνεις καλά και να φας τη ζεστή σου τώρα σούπα   με το  βραστό  κοτοπουλάκι.
- Άσε με ήσυχο

-Όχι δεν σε αφήνω και μη με σκας γιατί θα χύσω τη σούπα πάνω σου.
-Για τόλμησε και θα  δεις τι θα σε κάνω, θα  φωνάξω τις νοσοκόμες να σε διώξουν.

-Ας τολμήσουν  οι σουσουράδες  και  θα δεις τι θα πάθουν, δε με ξέρεις καλά εμένα  και ας πέρασαν τόσα χρόνια που  είμαστε μαζί. Φάε   τώρα   τη ζεστή σου σούπα  γιατί άμα κρυώσει δεν  τρώγεται.

Έλεγε αυτά η κυρα - Μαρία  ενώ το γεμάτο σούπα μπολ  της  πέρα-δώθε πηγαινοερχόταν  με το κουτάλι μπροστά  στη μύτη του φίλου μου.

-Ωχ, ωχ, ωχ.. Ακουγόντουσαν τα βογγητά του παππού  που νοσηλευόταν στον ίδιο θάλαμο  και το κρεβάτι  του  ήταν κοντά στο παράθυρο στο αριστερό μέρος των τεσσάρων κρεβατιών.

-Φάε
-Όχι σου είπα, δεν τρώω τώρα αργότερα  θα φάω τη σούπα και ας είναι κρύα, αποκρινόταν ο φίλος μου κοιτάζοντας τη συμβία του αυστηρά, ενώ εκείνη  είχε μαυρίσει από το κακό της.

Ωχ, ωχ, ωχ. Συνέχισες ο  παππούς  που είχε το δικό του πρόβλημα υγείας και κάπου ο δυστυχής θα πόναγε, ενώ  οι γύρω από αυτόν, δικοί του άνθρωποι, του χάιδευαν το κεφάλι, δίδοντας του  κουράγιο.

-Φάε
-Σου είπα, δεν θέλωωωωω
-Ωχ,ωχ.ωχ, ο παππούς.
Απότομα η Μαρία, με το κουτάλι στα χέρια, γυρίζει  δεξιά το κεφάλι της και κοιτάζει προς τον παππού  που φώναζε  τα ωχ του και  δυνατά του λέει.

-Ωξ και ξερός, μας έφαγες με τα ένα σωρό σου ωχ, παλιόγερε (αλλιώς τον ονόμασε).
Παγώσαμε όλοι μας  και όχι μόνο εμείς, αλλά και όσοι ήσαν  εκείνη την ώρα μέσα στο θάλαμο, κοντά στους αρρώστους, το ίδιο είχαν παγώσει.

Για την κυρά-Μαρία όμως, δεν έτρεχε τίποτα. Γύρισε το κεφάλι της στον άρρωστό της  και  ήταν έτοιμη  να του πει «φάε».

Τα παιδιά του παππού  και  άλλοι αρκετοί   συγγενείς που ήταν γύρω του μεταξύ των οποίων (όπως αργότερα έμαθα)  και ένας γιος του γιατρός, άκουσαν ότι  είπε  η Μαρία για το δικό τους άρρωστο  που συνέχισε να  βογκάει ο δυστυχής.
Αυστηρά κοίταζαν προς το μέρος μας, όπως συνέχισαν να   κοιτάζουν όλοι  οι επισκέπτες  των ασθενών και  οπωσδήποτε αυτά τα παιδιά,  την ώρα κείνη, στα στήθη τους θα μπορούσε κάποιος να βράζει  ακόμη και  φασολάδα  με τον «εν βρασμώ  ψυχικής ορμής», που λέει και ο ποινικός κώδικας, γι’ αυτό και δίνει πολλά ελαφρυντικά σε όσους διαπράττουν  ποινικά αδικήματα, με βραστή φασολάδα στα στήθη τους.

Ως μαινόμενος ταύρος ένας  από  τους γιους του,  ο γιατρός, με πελώριες δρασκελιές ερχόταν προς το μέρος μας, με άγριες διαθέσεις.

Ούτε κατάλαβα  πως κινήθηκα,  ούτε κατάλαβα  πώς,  εκείνη την ώρα, σκέφτηκα και, ούτε κατάλαβα, πώς βρέθηκα από την άλλη πλευρά του κρεβατιού του φίλου μου, έχοντας καλυμμένη τα νώτα μου  ολόκληρη την καθιστή Μαρία,  η οποία κρατούσε το μπολ στα χέρια της και, μάλλον θα ήταν έτοιμη να πει στο φίλο μου «φάε».

Κοιτάζοντας κατάματα το παλικάρι που σχεδόν είχε φτάσει κοντά μας και ήταν έτοιμο  να κατασπαράξει τη Μαρία και χωρίς  να του πω λέξη, σηκώνω  το δεξί μου  χέρι  και  φέρνοντάς  την παλάμη μου λίγο πιο πάνω από το αυτί μου τη στρίβω  δυο-τρεις φορές δεξιά και αριστερά και χωρίς, επαναλαμβάνω, να πω λέξη όμως, ήταν σαν να του  έλεγα.

“Κοίτα παλικάρι μου, μη δίνεις σημασία στα λόγια της, αυτή η γυναίκα είναι τρελή και λίγες μέρες έχει  που βγήκε από το τρελάδικο, ας την λοιπόν να λέει ότι θέλει και πήγαινε παιδί μου  στον άρρωστό σου  για τον οποίο  όλοι μας ευχόμαστε περαστικά”.

Το «κόλπο» έπιασε  και από το πρόσωπό του η αγριάδα του παλικαριού, μονομιάς εξαφανίστηκε. Μου χαμογέλασε ήρεμα και γύρισε στον παππού.

Δεν ξέρω ποιος από εκεί μέσα άρχισε πρώτος να γελά, εκείνο όμως  που καλά θυμάμαι  είναι πως όλοι γελούσαμε, άρρωστοι και επισκέπτες, εκτός από τη Μαρία που βλέποντας να γελάμε, και περισσότερο ο άνδρας της  που, από το γέλιο, κουνιόταν ολόκληρος, άρχισε και πάλι να νευριάζει και να ρωτά γιατί γελάμε, κανένας όμως δεν της έλεγε,   ενώ το  γέλιο δυνάμωνε.

Πάλι εγώ έβγαλα το φίδι από την τρύπα.

Της είπα και μάλιστα χαμηλόφωνα στο αυτί  πως  μια γυναίκα, από τις επισκέπτριες, γλίστρησε και έπεσε  φαρδιά πλατιά  στο διάδρομο  και κάποιος άρχισε να γελά και μας παρέσυρε όλους στο γέλιο.

Κούνησε το κεφάλι της η Μαρία,  χαμογέλασε και  επειδή εγώ  κάποια στιγμή έφυγα   δεν έμαθα   αν συνέχισε να λέει στο φίλο μου «φάε βρε»  και εκείνος να απαντά  «δε θέλω».

Με την έξοδο του φίλου μου από το Νοσοκομείο  και  μερικές μέρες αργότερα  εκείνος  είπε στη Μαρία του  ότι  στο Νοσοκομείο  γλίτωσε  το  “πνίξιμο”   επειδή   εγώ την παρουσίασα,  στο γιο του παππού, ως τρελή.

Στην αρχή τα έβαλε μαζί μου  και δεν μου μίλαγε  επειδή την είχα παρουσιάσει ως τρελοκαμπέρο, αργότερα όμως  αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις μας  και ετεροχρονισμένα  γέλαγε και εκείνη για τα όσα είχε πει,  πάνω στα νεύρα της,  για εκείνον  το συμπαθέστατο παππού.

Για την  ιστορία αναφέρω ότι ο φίλος  μου  μερικά χρόνια  αργότερα έφυγε από τη ζωή  και ύστερα από λίγο  πήρε τον ίδιο,  και χωρίς επιστροφή, δρόμο  και η καλή του σύζυγος. Σήμερα μαζί  αναπαύονται  στο  κοιμητήριο «Κούκος».
Τον ακολούθησε  η Μαρία του  προφανώς  για να τον προσέχει και να του προσφέρει τη ζεστή του σούπα φωνάζοντάς του «φάε βρε».

Και  εκείνο το  “βρε”  το έλεγε  από ενδιαφέρον  για τον αγαπημένο της σύζυγο  που κυριολεκτικά  λάτρευε, όπως το ίδιο  γινόταν και αντίστροφα. Φίλες και φίλοι, αναγνώστες του «Ταχυδρόμου» και της «Ροδιακής», ο Θεός να βρίσκεται πάντα δίπλα σας.