Ο ξυλογλύπτης, που η τέχνη του  κάνει τον γύρο του κόσμου!

Τα «καλύτερα»  λένε για τον Μιχάλη Μισό στη Σύμη όπου ρωτήσεις για εκείνον. Τον ξυλογλύπτη που η τέχνη του έχει ξεπεράσει τα στενά όρια όχι του νησιού του, αλλά  της χώρας, φτάνει στην Ισπανία και την Ιταλία ενώ οι σκαφάτοι απ’ όλο τον κόσμο που δένουν στο Γιαλό, πετάνε τα δικά τους ξυλόγλυπτα, ανεβαίνουν τα πέτρινα σκαλοπάτια κοντά στο Μουράγιο, μπαίνουν στο εργαστήριο και ενθουσιάζονται από τις δημιουργίες του.
Βραδάκι στη μαγευτική Σύμη, στο εργαστήριο που μυρίζει έντονα το ξύλο, παρακολουθώ πώς παίρνει μορφή και γίνεται αριστούργημα στα χέρια του. 

 

Η ξυλογλυπτική έχει παράδοση στη Σύμη. Ήταν πολλοί, αλλά μείνατε μόνον εσείς στις μέρες μας!
Η ξυλογλυπτική στη Σύμη ξεκίνησε από πολύ παλιά. Κάποτε το νησί  είχε πάρα πολλούς ξυλογλύπτες, και κάποιοι ξεχώριζαν. Σήμερα δεν υπάρχει άλλος. Ήταν πολύ καλοί τεχνίτες. Το μοναστήρι του Ρουκουνιώτη, για παράδειγμα που είναι του 18ου αιώνα έχει μεγάλης τέχνης ξυλόγλυπτα όπως και όλες οι εκκλησίες και τα μοναστήρια της Σύμης και του Πανορμίτη. Τα περισσότερα μοναστήρια έχουν τέμπλα ξεχωριστής τεχνοτροπίας, έργα μεγάλης λαϊκής τέχνης όπου το μαχαίρι δεν επιζητά τη μεγάλη λεπτομέρεια, ωστόσο στο σύνολό του το έργο είναι αριστούργημα. Έλειπε η μεγάλη επεξεργασία, αλλά η ομορφιά ήταν απαράμιλλη. Εγώ δίνω βάση και στη λεπτομέρεια, κάτι που τρώει περισσότερο χρόνο. Είναι εις βάρος του τεχνίτη αυτό.

Πώς ξεκινήσατε;
Από πολύ μικρός ζωγράφιζα όπως και ο πατέρας μου ο Ιάκωβος Μισός  που ήταν τσαγκάρης, αλλά έδινε μορφή στο σίδερο και σκάλιζε το ξύλο. Ο πατέρας μου κατέληξε να γίνει ψαράς και τραγουδούσε κιόλας, γλεντζές άνθρωπος.

Εξ ου και το ότι κι εσείς παίζετε ακορντεόν και πλήκτρα!
Ανήκουμε στους γλεντζέδες, κι εμείς. (γέλια). Ο πατέρας μου φοβόταν ότι μπορεί να γίνω κι εγώ ψαράς γι’ αυτό ξεκίνησε να με παίρνει μαζί του ένα μήνα συνεχόμενα για να κουραστώ και να με αποτρέψει από τη θάλασσα. Το έκανε συχνά μέχρι που τα κατάφερε. Την ήθελα τη θάλασσα με τον τρόπο που την ήθελαν οι παλιοί ναυτικοί που σκέφτονταν πολύ, που φιλοσοφούσαν και ζούσαν με τον τρόπο του Καββαδία. Ως μουσικός χρόνια τώρα στηρίζω  την Ένωση Γυναικών Σύμης και τις εκδηλώσεις της που είναι πολλές και σημαντικές. Το κάνω και για συναισθηματικούς λόγους. Θυμάμαι, ήμουν εννιά χρονών και η Ένωση Γυναικών, στα παιδιά των ψαράδων και γενικά των φτωχών και πολύτεκνων οικογενειών, αγόραζε παπούτσια τα οποία θυμάμαι εγώ δεν τα φόραγα μην τα «κατελίσω». Τα είχα κοντά μου, στο μαξιλάρι μου μέρες, μέχρι που θέλοντας και μη τα φόρεσα γιατί δεν είχα άλλα.

Από πότε δουλεύετε σ’ αυτό το εργαστήριο που έχει για αυλή του το Γιαλό της Σύμης;
Αρχικά πήγα κοντά στο μεγάλο δάσκαλο της ξυλογλυπτικής, το Νικόλα Τσαβαρή (του Μαστρολία). Τα ξυλόγλυπτα του πατέρα του εκτίθενται και στο Μουσείο της Ρόδου. Χρόνια μετά, το 1981 άνοιξα το δικό μου εργαστήριο στο Γιαλό όπως και εκείνος και πάτησα στα δικά μου πόδια. 


Τι ήταν αυτό που σας γοήτευε σ’ αυτή την τέχνη;
Το πώς ένα κομμάτι ξύλου έπαιρνε μορφή, αποκτούσε ψυχή. Πώς η εμπειρία σου γινόταν τέχνη. Αυτό με γοήτευε και μ’ έκανε να καταλάβω ότι ανήκω εδώ.

Από ποιους γίνονται σήμερα παραγγελίες σε ξυλογλύπτη;
Από αυτούς που ψάχνουν το αυθεντικό και καταλαβαίνουν την ποιότητα. Έπιπλα για το σπίτι, ταβάνια ξυλόγλυπτα, εκκλησιαστικά τέμπλα, άμβωνες και συντηρήσεις με αυγοτέμπερα, μία διαφορετική τεχνική η οποία έχει αυξημένο βαθμό δυσκολίας (φύλλα χρυσού και χρώματα).  Έχουμε σώσει εκατοντάδες κομμάτια που τώρα είναι στα χέρια Εγγλέζων, Γερμανών…

Στέλνετε και στο εξωτερικό: Ισπανία, Ιταλία, Τουρκία. Και σας επισκέπτονται για παραγγελίες και οι ιδιοκτήτες σκαφών που δένουν στη Σύμη!
Έρχονται σκάφη στη Σύμη που βλέπουν τη δουλειά μου, βγάζουν τα δικά τους και παραγγέλνουν σ’ εμένα.

Δικά σας ξυλόγλυπτα έχει ακόμη και το βασιλικό σκάφος της Νορβηγίας! Δεν σας έγιναν ποτέ προτάσεις να φύγετε από το νησί, να δουλέψετε αλλού;
Προτάσεις πολλές, αληθινές, με πολλά λεφτά, αλλά το αισθανόμουν σαν προδοσία να φύγω από το νησί μου. Είναι πολλές οι ώρες δουλειάς. Τυγχάνει το σπίτι μου να είναι δίπλα στο εργαστήριο, οπότε είμαι συνέχεια ανοιχτά. Και βέβαια συνεχίζει ο γιος μου ο Ιάκωβος που είναι μαζί μου από μικρός.  Πήγαινε σχολείο και μετά το διάβασμα ήταν εδώ. 


Για ποια από τις δουλειές που κάνατε αισθάνεστε περήφανος; Όλα είναι έργα τέχνης, αλλά ποια είχε το μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας;
Μία από τις πιο σπουδαίες δουλειές που κάναμε ήταν η αντιγραφή πορτών περίπου του 9ου αιώνα. Ανήκαν στην Ιερά Μονή Υπεραγίας Θεοτόκου Εικοσιφοινίσσης, στην Πρώτη Σερρών. Είχα ένα φίλο που ήμασταν μαζί από μικροί, κι έγινε πιλότος. Μια μέρα, πετούσε πάνω από τη Σύμη για Κατάρ, μαζί με τον συγκυβερνήτη ο οποίος πάνω από τον Πανορμίτη του είπε ότι κι εκείνος είναι δωρητής σ’ ένα μοναστήρι, αυτό των Σερρών το οποίο όταν το έκαψαν οι Βούλγαροι, οι πόρτες του, απαράμιλλης τεχνικής, καταστράφηκαν, τις έβγαλαν και τις αντικατέστησαν με πρόχειρες. Κι ότι εδώ και 20 χρόνια ψάχνουν παντού στον κόσμο τεχνίτη. Αυτές τις πόρτες έφτιαξα εγώ στη Σύμη και ακόμη δεν το πιστεύω ότι τα κατάφερα.

Τι διαφορετικό έχουν  οι πόρτες αυτές;
Είναι αρχαία ελληνική γεωμετρία. Μ’ άρεσε από μικρός η γεωμετρία, κι έτσι βγήκε αυτή η δουλειά. Χωρίς να έχω τις πόρτες, μόνο από φωτογραφίες των κατεστραμμένων πορτών. Είναι από μάρμαρο και ξύλο. Κατά τη διάρκεια της ενασχόλησής μου με τις πόρτες αυτές, κι ενώ έψαχνα στα τυφλά τρόπους, μου συνέβησαν πράγματα που έδειχναν ότι οι πόρτες έπρεπε να γίνουν και γίνονταν. Δεν το πίστευαν στις Σέρρες. Πάνε γκρουπ τουριστών από παντού και βλέπουν αυτές τις πόρτες.