To xελιδονόπτερο: Μια περδικούλα μοναχή  στη Χέλατρο της Κάσου

Γράφει η Ρένα Στεφανάκη
Φιλόλογος


Γλίστρησε στο κατάστρωμα με τα μαύρα του τα μάτια. Ήταν το άλλοθι του για τα σκοτάδια της ψυχής. Μαύρα μου τα ‘δωσαν σαν τα κακά μαντάτα.

Πρέπει να τα τιμήσω. Με συμφορές και δάκρυα παραμυθιάζεται κόσμος ολάκερος μπροστά σε τηλεοράσεις, βιβλία κι άλλα σήριαλ πιο πειστικά, που φτάνουν στ’ αυτιά σου από τη διπλανή βεράντα. Το μαύρο κάνει θραύση.

Κόσμος ολάκερος χαλιέται απ’ τον καημό κι η μηχανή γυρίζει. Άλλος θάβει παιδί, άλλος μάνα, άλλος τ’ όνειρο μιας συνάντησης έξω απ’ το πεπρωμένο. Ένα άλλοθι τα μάτια για τα σκοτάδια του ντουνιά που μετριούνται σε νούμερα τηλεθέασης και σε λεφτά, όταν λεφτά δεν έχεις.Τσιμπάω κι εγώ κάτι απ’ τους χαμένους. Ένα άλλοθι τα μάτια.

Ο δικός μου ο κόσμος δεν έχει γη για να πατήσει. Μόνο κύμα. Τον αφρό της μπύρας, τη σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Με τέτοια καταγίνομαι.

Στη στεριά κατεβαίνω μια στους δυο μήνες, μια στους τρεις. Μία της και μία μου. Φταίει κι αυτή που μ’ εκδικείται. Δεν ήμουν νάνος, βλέπεις. Φταίω κι εγώ. Ξέκοψα απότομα από το  παραμύθι και γύρεψα μιαν άλλη πλάνη. Υδάτινη.

Εκτός από τη θάλασσα γνωστός κανένας. Καθένας κι ένα αίνιγμα. Τι να γνωρίσεις απ’ αυτούς που κλείνονται σαν στρείδια. Η μπουκαπόρτα κλείνει κι αυτή, ανοίγει όμως κατά τη βούληση μου. Ξέρω τις  ώρες της, τα λιμάνια της, του καιρού τις μεταπτώσεις. Απ’ τα μικρά νησιά τα λιμάνια ‘μείναν μόνο.

Φύγαν οι άνθρωποι,τα παιδιά τους και των παιδιών τους τα παιδιά. Μείνανε μόνο τα τοπία. Απολιθώματα επίγειων σπηλαίων. Kι  οι αναπληρωτές. Από μπουνάτσα σε μποφόρ και vice versa. Ποιος νοιάζεται για δαύτους; Απ’ τα μεγάλα τα νησιά χάθηκε η παρέα. Άλλος μεγαλοπιάστηκε, άλλος χάθηκε στο μέτρημα των εκατομμυρίων. Είναι κι αυτοί που πέσαν έξω. Στου ποδόγυρου τις ραφές ξεφτίδια ασυμμετρίας.

Γεννήθηκα στη στεριά. Μύθος αστικός πως είναι κάτι άλλο από τη θάλασσα κι η πεδιάδα. Έχει κι αυτή τρικυμία, ναυάγια, απώλεια μνήμης και πληρώματος. Έχει κι αυτή τις δικές της τιμές αστάθειας. Πάνε χρόνια που μπάρκαρα. Γάμοι, κουφέτα, δυο παιδιά. Δυο παιδιά όλη μου η περιουσία.

Κι η στεριά αφράτη σαν κοριτσίστικος λαιμός. Στέκεσαι και τη χαζεύεις, καθώς ξεμακραίνει το πλοίο. Κι από λιμάνι σε λιμάνι τη λαχταράς πιο πολύ κι ας ξέρεις πως για πολύ δεν είναι ή δεν είσαι. Θαλασσινός έγινα.Τέτοια μάτια μην τα χαραμίζεις στην αλμύρα μου ‘χε πει μια απ’ αυτές, των λιμανιών σαντέζα.

Απάτη κι ο έρωτας. Όμως προχτές μια καθυστέρηση μας έβγαλε στην Κάσο. Βλάβη μηχανική ή συγκυρία πες το. Ανυποψίαστος σχεδόν σκοτώνοντας την ώρα για Χέλατρο τραβήξαμε μαζί με κάποιο φίλο. Μια περδικούλα τόσο δα, μια στάλα κοριτσάκι ξεπρόβαλε απ’ το στενό μονάχη περπατώντας. Μια περδικούλα μοναχή, μια κόρη δίχως ταίρι….

Στο Πόλι έχει πανηγύρι, παραμονή Αγίου Πνεύματος απόψε Έρχεσαι;