Ψιλά Γράμματα: Η τέχνη του να μην κάνεις τίποτα

Αν θέλει κάποιος να αποφύγει να κάνει κάτι σε αυτή τη χώρα, δύο είναι οι ενδεδειγμένες μέθοδοι για να το πράξει χωρίς να χρειαστεί να δώσει την παραμικρή εξήγηση. Ο ένας είναι να εξαγγείλει ότι θα κάνει κάτι και ο άλλος είναι να συστήσει μια επιτροπή και να της αναθέσει τη διεκπεραίωσή του. 

Και με τους δύο τρόπους μπορεί να γίνει μια καλή επικοινωνιακή διαχείριση ανεξάρτητα από το πόσο καλά ή κακά μπορούν να πάνε τα πράγματα. Διότι όπως λέει και η λαϊκή σοφία, “αμαρτία εξομολογουμένη, παύει να είναι αμαρτία”. Αν αναλογιστούμε και το “χριστιανικό δόγμα” του ότι σε αυτή τη χώρα τρεις ημέρες κρατούν τα θαύματα και πέντε τα πιο μεγάλα, τότε καταλαβαίνουμε γιατί αυτές οι τακτικές είναι πάγιες τα τελευταία τουλάχιστον τριάντα χρόνια. 

Όπως και να το κάνουμε όσο πιο υψηλά ιστάμενος είναι κάποιος, ο λόγος του έχει μια διαφορετική βαρύτητα από τους υπόλοιπους. Όχι γιατί το αξίωμα τον καθιστά σοφότερο, αλλά κυρίως διότι τα αξιώματα έχουν το προνόμιο να τραβούν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω τους. Οπότε ασχέτως αν κάτι θα γίνει ή όχι, άπαξ και εξαγγελθεί από την κεφαλή τότε είναι σα να έγινε. 

Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα εξαγγελιών που τελικά κατέληξαν στις καλένδες. Ιδιαίτερα εκείνων που έγιναν μετά από μεγάλες καταστροφές. Προκειμένου να γλιτώσουν οι ταγοί από το θυμό των πληγέντων, μόνο τους “Κρεμαστούς Κήπους της Βαβυλώνας” δεν υποσχέθηκαν ότι θα φτιάξουν. Στην πράξη βέβαια οι “παρέες” εξακολουθούσαν πάντα να κάνουν αυτό που είχαν σχεδιασμένο εξ αρχής. 

Εύλογα αναρωτιέται κάποιος: Φταίνε αυτοί που τα εξαγγέλουν και δεν τα κάνουν ή οι όλοι οι υπόλοιποι που τους πιστεύουν και δεν τους αναγκάζουν να λογοδοτήσουν; Προφανώς κανένας δεν ανεβαίνει στο σβέρκο κάποιου άλλου χωρίς τη συγκατάθεσή του. Ένα μερίδιο ευθύνης το έχουν οι μάζες που αρέσκονται να ακούνε το παραμύθι με το ευτυχισμένο τέλος. Καθότι άλλη χάρη έχει να παντρεύεται η Χιονάτη το βασιλόπουλο από το να μένει γεροντοκόρη και να δουλεύει μεροκάματο στη βιοτεχνία για να πληρώσει ρεφενέ τους λογαριασμούς στο σπίτι των επτά νάνων. 

Από ένα σημείο και μετά όμως τίθεται κι ένα ζήτημα ηθικής τάξης. Αν για παράδειγμα σε ένα σπίτι χαλάσει μια πρίζα, μπορεί να φταίει ο ιδιοκτήτης. Αν χαλάσουν δύο μπορεί να είναι ένα τυχαίο γεγονός. Αν όμως αρχίζουν να χαλάνε η μια μετά την άλλη, κάποιο μερίδιο ευθύνης φέρει κι ο ηλεκτρολόγος. Δεν γίνεται πάντα να “βγαίνει λάδι”. Και άντε να τη γλιτώσει μια φορά. Αν και στην επόμενη επαναληφθεί το ίδιο, μετά σίγουρα φταίει ο ιδιοκτήτης. Όχι για την κακοτεχνία. Για την εμπιστοσύνη. 

Προφανώς σε μεγαλύτερη κλίμακα κάποιοι καλούνται να κάνουν τη δουλειά. Δεν μπορούμε όλοι να είμαστε ηλεκτρολόγοι ή δικηγόροι ή μηχανικοί. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο όμως, οι περισσότεροι σε αυτή τη χώρα πιστεύουν ότι μπορούν να διοικήσουν. Ακόμα κι εκείνοι που είναι ικανοί ακόμα κι ένα περίπτερο να το βυθίσουν στα χρέη. Ίσως γιατί το “σύνδρομο του Ναπολέοντα” είναι η μεγαλύτερη μάστιγα του πληθυσμού. 

Εντάξει. Κανένας δε γεννήθηκε να τα γνωρίζει όλα. Στο δικό μας το κεφάλι μαθαίνουν την τέχνη οι περισσότεροι. Δεν είδαμε όμως κανέναν να παραδέχεται, ακόμα και ύστερα από τη μεγαλύτερη αστοχία, ότι δεν κάνει για τη δουλειά. Αντ’ αυτού οι εξαγγελίες δίνουν και παίρνουν και οι επιτροπές συνεχίζουν να συνεδριάζουν χωρίς σχεδόν ποτέ να βγάζουν ένα χρήσιμο πόρισμα. Και θα συνεχίσουν να το κάνουν διότι όπως λέει και ο Σουρής έχουν ως επάγγελμα τη “σωτηρία της πατρίδας”. Γι’ αυτό και αποφεύγουν επιμελώς να τη σώσουν, διότι μετά δεν θα έχουν επάγγελμα.