Οι σκάλες του Θεού

Γράφει ο Μανώλης Δημελλάς στο pemptousia.gr


Στην κουβέρτα στεκόταν  ο καπετάνιος ευχαριστημένος, παραπίσω δυο τρεις ναύτες σχολίαζαν κι αυτή την επιτυχία του.

Μα δεν υπήρχε δρομολόγιο σε νησί που να μην πουλήσει όλη την πραμάτεια! Λες κι είχε το κοκαλάκι της νυχτερίδας, μα ας είναι καλά, γιατί έδινε μεροκάματο σε πολύ κόσμο κι ας ήταν λίγο ξεροκέφαλος, μα πώς τον έλεγαν, α τώρα θυμήθηκα, τζαναμπέτη!

Την ιστορία πήρε ξόφαλτσα τ’ αυτί μου σε ένα μικρό καφενείο στον τόπο μου κι έτσι δεν άκουσα ονόματα, μονάχα πως συνέβη παλιά, τότε που το λιμάνι της Καρπάθου ήταν το Φοινίκι, όσο για τα πλεούμενα, εκείνα τα χρόνια δεν είχαν μηχανές, μόνο με τα πανιά ανέβαιναν και κατέβαιναν τα μονοπάτια του Αιγαίου.

Λοιπόν ένας Κρητικός καπετάνιος και πλοιοκτήτης ξεπούλησε, όπως προείπα, στα γρήγορα την πραμάτεια του,  μόλις είδε βολικό καιρό, μάζεψε σκοινιά, άπλωσε πανιά και έβαλε πλώρη για την Κρήτη. Κάπου έξω από την Κάσο ένας ναύτης ξετρύπωσε ένα αμούστακο παλικαράκι από μια κρυφή γωνιά του καϊκιού και τον πήγε σηκωτό στον καπετάνιο που δε σήκωνε τέτοιες πονηριές.

Φτωχά ντυμένο το αγόρι, ήταν δεν ήταν 15 χρονών, απολογήθηκε στον καπετάνιο μα εκείνος δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα.

- Θα σε ρίξω στη θάλασσα, να σε φάν’ τα ψάρια!

Του ‘λεγε και του ξανάλεγε, μέχρι που ο νεαρός του είπε κάτι για σκάλες και το Θεό και εκείνος σα να κοντοστάθηκε να το ακούσει:

- Καλέ μου καπετάνιε, ο Θεός σκάλες ανεβάζει και σκάλες κατεβάζει, κάνε ένα καλό και θα το βρεις μπροστά σου.

Έπειτα του περιέγραψε το δράμα του, πάνε χρόνια που τους εγκατέλειψε ο πατέρας κι μάνα δεν είχε πια κουράγια για να σταθεί στα παιδιά της. Σάλεψαν τα λογικά της, στεκόταν για μέρες δίχως φαγητό και κοιτούσε την ξωπορτιά. Πήρε κι αυτός απόφαση να πιάσει τα μάτια του, ίσως να γινόταν ένα θαύμα, να μπορούσε να στείλει κάτι στα αδέλφια του να ζήσουν.

Δεν ξέρω τι μου λες, του αποκρίθηκε, μα εγώ έχω κάνει τα κουμάντα μου, είχα πρόγραμμα στη ζωή μου, τώρα πια δεν έχω σκάλες να κατέβω!

Μπορεί να φαινόταν δύστροπος και μονόχνοτος αυτός ο ναυτικός, όμως είχε εκείνη την ανεπιτήδευτη καλοσύνη, που έχουν σχεδόν όλοι οι άνθρωποι της θάλασσας. Τελικά δέχτηκε τον πιτσιρίκο και μάλιστα του πρόσφερε ρούχα και φαγητό μέχρι το κρητικό λιμάνι. Εκεί τον αποχαιρέτισε υπενθυμίζοντάς του ότι τη τύχη την φτιάχνουμε μονάχοι μας ενώ το παιδί, κοιτώντας προς τον ουρανό, είπε μια κουβέντα

- Ξέρει ο Θεός!

Τα χρόνια πέρασαν, το παιδί της ιστορίας έγινε ολόκληρος άντρας και τα χε καταφέρει να στηρίξει την οικογένεια στο νησί και ο ίδιος να κάμει ένα βήμα και να ζήσει τη ζωή του.

Οι δυο άντρες ξανασυναντήθηκαν, μα ετούτη τη φορά ο μεγαλοκαπετάνιος ήταν επαίτης στους δρόμους της Αθήνας και ο νεαρός άντρας, που τον αναγνώρισε αμέσως, στενοχωρήθηκε και έτρεξε να του μιλήσει.

Ο γέρος δεν τον γνώρισε, χρειάστηκε να του θυμίσει την ιστορία με τον λαθρεπιβάτη, για να πάρει μπροστά και τότε μισοέβαλε τα κλάματα, μα τα πυκνά ασύμμετρα γένια του έκρυβα το ήδη σκοτεινό χαρακωμένο από τα γηρατειά και τις ταλαιπώριες πρόσωπό του. Η ιστορία, έλεγαν εκείνοι που μισογνώριζαν, ήθελαν να έχει καλό τέλος! Ο νέος άντρας αισθανόταν υποχρέωση,  βοήθησε τον καπετάνιο, του στάθηκε μέχρι το τέλος σα να ήταν ο πατέρας που δε γνώρισε.

Η παρέα ξαναγύρισε στις σκάλες του Θεού κι εκεί σα να κόμπιασαν. Τι να’ναι αυτές οι σκάλες και γιατί να μην έχουν μια φυσική συνέχεια; Μόνο να αλλάζουν κατεύθυνση κι εκεί που νομίζεις πως τα έχεις όλα εκεί να μένεις στον άσο;

Δεν έδιναν απαντήσεις, μόνο κουνούσαν τα κεφάλια τους και κάποιος από αυτούς θυμήθηκε ότι για τον λαθρεπιβάτη της ιστορίας, έλεγαν στο χωριό πως ήταν ο πιο ταπεινός άνθρωπος του κόσμου.

Ένας επαίτης διέκοψε την κουβέντα τους κι όλη η παρέα άνοιξε τα πορτοφολάκια της και του έδωσαν κάτι τις, χωρίς να τον κοιτάνε στα μάτια, έπειτα σα να έψαχναν να γλιτώσουν και γύρισαν την κουβέντα στις γιορτές που έρχονται.

Άλλαξα και εγώ ρότα στα αυτιά μου κι έπαψα να τους ακούω, θυμήθηκα έναν άλλο ναυτικό, το Νικολή τον ψαρά, από το χωριό Σπόα, ένα φαμελίτη από κείνους που είχα την τύχη να γνωρίσω. Λοιπόν αυτός ο ψαράς πολύ συχνά επαναλάμβανε τη φράση «ότι στείλει ο Θεός» και με αυτά τα λόγια έκλεινε κάθε σκέψη του. Αλήθεια, υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα από τη ζωή και τη διαδρομή του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά;