Λεξιστορείν: Το χάσμα!

Με τη λέξη χάσμα κυριολεκτικά ονομάζουμε ένα βαθύ ρήγμα στη γη. Μεταφορικά ως χάσμα χαρακτηρίζουμε κάθε ευρύ άνοιγμα ή απόσταση (π.χ. χάσμα γενεών).

Η λέξη χάσμα προέρχεται από το ρήμα χάσκω/χαίνω= ανοίγω έντονα.