Στους ώμους «παλιουχουρουφύλακα»

Η Γιαννούλα,   επέστρεφε στο σπίτι της με γεμάτη νερό τη στάμνα της  και με δυσκολία κρατούσε τα δάκρυά της. Μόλις όμως έφτασε σε αυτό, κυριολεκτικά σωριάστηκε σε μια πεζούλα  της αυλής και, ξέσπασε σε λυγμούς.

 

Θορυβημένη και πολύ ανήσυχη η μάνα της έτρεξε κοντά στο βλαστάρι της,  προκειμένου  να μάθει γιατί έκλαιγε.
-Τι έχεις κουρτσάκιμ κι κλαίς, ποιος  κιαρατάς σι μάλουσι  κιέσκασης στου κλάμα;

Όμως η Γιαννούλα, ένα πανέμορφο  20άχρονο πλάσμα  με ροδοκόκκινα μάγουλα  και ωραία χαρακτηριστικά, δεν απαντούσε στη μάνα της,  και τούτο γιατί, τα αναφιλητά της και οι συνεχείς  διακεκομμένοι αναστεναγμοί  γεμάτοι δάκρυα  και ίσως ντροπή, δεν της επέτρεπαν να απαντήσει στα αλλεπάλληλα ερωτήματα της μάνας της, στα οποία είχαν  προστεθεί και της γιαγιάς της, που καθόταν λίγο πιο πέρα  και κάτω από τον ήσκιο της μουριάς, αναπολώντας τα περασμένα της χρόνια.

Είδαν και έπαθαν οι δυο γυναίκες  να αναγκάσουν  θυγατέρα  και εγγονή αντίστοιχα, να τους πει τι είχε και έκλαιγε, ψέλνοντας συγχρόνως  διάφορες ακαταλαβίστικες κατάρες, οι φωνές της όμως και τα αναφιλητά είχαν γίνει αντιληπτά από κάτι κουτσομπόλες γειτόνισσες  που δήθεν αδιάφορες διόρθωναν τα όποια στην αυλή τους «αδιόρθωτα» με τεντωμένα όμως αυτιά  κρυφάκουγαν, προκειμένου να «συλλάβουν»  τα όσα ίσως άκουγαν, από  την 20άχρονη  γειτονοπούλα τους η οποία ναι μεν ήταν όμορφη αλλά την ομορφιά την κάλυπτε η- έστω και σε μικρό βαθμό- διανοητική της στέρηση.

Η νεότερη μάνα κατάλαβε τις προθέσεις  εκείνων των γυναικών και  τράβηξε την κόρη της στο εσωτερικό του πλινθόκτιστου φτωχού της σπιτιού, ενώ η γιαγιά άφησε  και εκείνη  για αργότερα τις αναπολήσεις της και τον όμορφο ήσκιο της μουριάς, ακολουθώντας   κόρη και εγγονή για να μάθει τι κακό συνέβη στο παιδί του παιδιού της  και το καημένο, έκλαιγε- έκλαιγε και σταματημό δεν είχε.

Κάποτε η Γιαννούλα ηρέμησε και είπε τα όσα είπε  στις δυο γυναίκες, καλύτερα όμως να τα πάρουμε  τα γεγονότα από την αρχή προκειμένου να καταλάβουμε όλοι μας εκείνο το τρομερό που συνέβη στη Γιαννούλα και την έκανε να σκάσει στο κλάμα.
Δεκαετία του ’30 και βρισκόμαστε πάλι σε κάποιο χωριό της Ρούμελης στο τέλος, από τους Ρουμελιώτες και όλοι αντάμα θα το φάμε το ξύλο, επειδή σε  εκείνους εγώ κατά διαστήματα αναφέρομαι και εσείς αναγκαστικά διαβάζετε.

 Είναι δηλαδή και αυτή η  δική μου αναφορά σε Ρουμελιώτες  περίπου σαν εκείνο που μας «κόλλησαν»  το: «μαζί τα φάγαμε» και γι’ αυτό τώρα μια που δεν αντιδράσαμε όπως έπρεπε  μας παίρνουν πίσω όχι μόνο συντάξεις και  μισά μεροκάματα, αλλά και κάποια επιδόματα, κρατήσεις ετών. Τέλος πάντων.

Βρισκόμαστε λοιπόν σε κάποιο χωριό της Ρούμελης  στην πλατεία του οποίου υπήρχε μια μονάκριβη βρύση  από την οποία οι γυναίκες προμηθευόντουσαν το νερό της λάτρας τους και σε καθημερινή βάση  αρκετές φορές.
Ένα το καφενείο του  μικρού χωριού η δε βρύση  βρισκόταν απέναντί του και στο μέσον της μικρής πλατείας, σε απόσταση από αυτό περίπου 10-15 μέτρων.

Οι γυναίκες επειδή γνώριζαν πως στο καφενείο πολλές φορές  υπήρχαν και αδηφάγα μάτια  που τις  «έτρωγαν» από πάνω έως κάτω,  και εκ των έσω την ώρα που γέμισαν τις στάμνες τους, προτιμούσαν   σούρουπο  η βαθιά χαραυγή να προμηθεύονται  νερό και τούτο γιατί τις ώρες εκείνες-μια που δεν υπήρχε ηλεκτρικό φώς παρά μόνο λάμπες πετρελαίου-περνούσαν σχεδόν απαρατήρητες και λόγω των αυστηρών ηθών και εθίμων της τότε εποχής ήθελαν να μην τις σχολιάζουν και  πάντα να διατηρούν, την έξωθεν καλή μαρτυρία.

Το νερό όμως ήταν σε κάθε σπίτι απαραίτητο και πολλές φορές αναγκαζόντουσαν να πάνε στη βρύση και ώρες που  στο καφενείο υπήρχαν άνθρωποι λίγοι ή πολλοί και διαφόρων ηλικιών. Ένα λοιπόν  τέτοιο πρωινό πήγε στη βρύση και η Γιαννούλα μας.

Εικοσάχρονο και ωραίο κοριτσάκι έφτασε στη βρύση στην οποία περίμενε να γεμίσει τους κουβάδες της η κυρά Κατίνα  του πέρα μαχαλά  και αμέσως μετά  μόνη της άρχισε να παίρνει το νερό που χρειαζόταν.
Ούτε που κατάλαβε πως παρουσιάστηκε μπροστά της ο χωροφύλακας του Σταθμού Χωροφυλακής η έδρα του οποίου  ήταν στο διπλανό μεγαλύτερο χωριό και  κείνη τη μέρα βρέθηκε εκεί να εκτελεί  προφανώς διατεταγμένη υπηρεσία.

-Μπορώ να πιώ λίγο νερό, είπε στην Γιαννούλα.
-Μάλιστα, μάλιστα, κυρ Αστυνόμε.
-Ευχαριστώ, και σκύβοντας στην κάνουλα της βρύσης έβαλε τη χούφτα του δροσίζοντας οισοφάγο  και στομάχι από γάργαρο νεράκι πηγής του όρους Καλλιδρόμου.

Φεύγοντας χαμογέλασε στη Γιαννούλα, κάτι της ψιθύρισε και εκείνη, κατακόκκινη  τον αγριοκοίταξε, κάτι επίσης  του είπε,  ενώ αυτός της χαμογέλασε  για δεύτερη φορά, κάνοντας παράλληλα το σταυρό του. Τον άκουσε δε να της λέει :«από το στόμα σου και στου Θεού το αυτί».

Έφυγε ο χωροφύλακας  προς την κατεύθυνση του καφενείου, γέμισε τις στάμνες της  νερό η Γιαννούλα  και τράβηξε για το σπίτι της στην αυλή του οποίου, όπως μάθαμε, σωριάστηκε  και έβαλε τα κλάματα.
Τι έγινε κουρτσάκιμ, μίλα μας τώρα απ’ σταμάτσης του κλάμα, ποιος σι μάλουσι;  Ρώτησε η μάνα γεμάτη περιέργεια.
Να μάνα, ικί που έπιρνα του νηρό, ήρθι ένας χουρουφύλακας και μούιπι αν μπουρί να πχί  νηρό,  κιγώ τούιπα πχές,  κύρ Αστυνόμε.

 Αυτός ίπχι  στη χούφτατ, κιόταν έφιβγι σκιβ στ’ αυτίμ κι μλέι κρυφά.
 «Τι ουρέης  γάμπες απ’ έχις». Ιγώ ξαφνιάσκα, κουκίνσα, αλλά τουν έβρισα κιόλας.
-Καλά τουν έκανες κουρτσάκιμ καλό,  ακούς του μπαλιάνθρουπου  να πι στου κορίτσιμ  τέτοια λόια, ότι έχ όμουρφις γάμπις. Τι βρισιά τούιπις;

-Δεν τουν έβρισα μάνα, τουν καταράσκα, τούιπα «στούς ώμους σου  οι γάμπις μου, παλιουχουρουφύλακα.
-Καλά τούιπις κουρτσάκιμ, καλά τουν έκανες του μπασκίνα.
Φαίνεται πως από εκείνα τα παλιά χρόνια  τους χωροφύλακες, εκτός από «φονιάδες του λαού», τους έλεγαν και μπασκίνες.

-Κι δε μλές κουρίτσιμ, ικείνους τι σούιπι με  την κατάρα απ’ τούδουσις;
-Ικίνους μάνα γέλασε κι  μούιπι.
-«Μακάρι  κουπέλαμ να  πιάσνη τα λόιας και να πάνε γλήγουρα  απ’ του στόμας και στ’ Θιού τ’ αυτί». Ίπι αυτά τα λόια  μάνα  κ’ έκανε του σταυρότ, ντίπ δε φουβίθκι.
- Ιγώ τουν καταριόμουνα κι κείνους  ου παλιάνθρουπους γιλούσι, δεν υπουλόιζι   τσ’ κατάρεζμ, τουν προυστατέβ   φένητι ου  ίδιους ου Θιός.

-Μη στενοχωριέσι πιδάκιμ  κι μ’ πάθς τίπουτα. Ου Θιός μας βλέπ ούλους  κι θα  τουν τιμουρίς μια μέρα, δε ξιχνάι  ικίνους κι θα σ’ δος δίκιου γιατί ίσι καλό  κι  έξιπνου  κουρίτς.
Έλεγε αυτά τα λόγια  η μάνα στη θυγατέρα της και  χαιρόταν που σιγά σιγά  ηρεμούσε το σπλάχνο της.
-Μακάρ μάνα να γίν αυτό, να τουν τιμουρίς ου Θιός  κιγώ  θ’ ανάψου στουν Αγιάννη μια λαμπάδα  ίσια μη του μπόιμ

-Αμήν πιδάκιμ  κι μη σκέπτιση τώρα  αυτόν τουν κιαρατά  απ΄σ’ έκανε σήμηρα να κλές.  Ρίξη κι λίγου νεράκ  στου  όμουρφου προυσουπάκις  να ξικουκνίσνε  τα μάτιας απ΄του κλάμα.
Η πανέξυπνη όμως  γιαγιά που παρακολουθούσε την κουβέντα  κόρης και εγγονής  έβαλε τα γέλια και  ακούστηκε να λέει.

Μυαλό κουκούτς  δεν ιπάρχ μέσα στα άδεια κιφάλια σας, χαζουβιόλες κι’ ί δυό σας. Τι κατάρα ίνε αφτί  Γιαννούλαμ  απ΄ έδουκις στου  γκιαρατά του  μπάτσου;
Να μας  και η γιαγιά εδώ ακολουθούσε τη γραμμή των άλλων, ως προς τη λέξη «Μπάτσος». Δεν αποκλείεται  κάποιος  χωροφύλακας στο διάβα της  δικής της ζωής να της είχε υποβάλλει  καμιά μήνυση  για  πταισματική παράβαση.

 Ίσως  στα χρόνια της νιότης της πλένοντας ρούχα να γέμισε το δρόμο μπροστά στο σπίτι της με νερά αλισίβας, την έπιασε στα πράσα το όργανο της τάξεως, της έκανε μήνυση  για λασπόνερα και εκείνη,  βρήκε  τώρα την ευκαιρία να ξεσπάσει την οργή της στον άλλο «μπάτσο»  που «λοξοκοίταξε» την εγγονή της επειδή του άρεσαν-έλεγε- οι όμορφες γάμπες της.

 Κάπως έτσι δε γίνεται και σήμερα, μεταξύ  οργάνων και πολιτών που  έχουν ίσως και δικά τους προσωπικά παράπονα για κάτι που δεν τους αρέσει;.
(Μηνύσεις και συλλήψεις για παραβάσεις νόμων ιδιαίτερα, τροχαίας, ναρκωτικών ουσιών, κλοπών, ληστειών  κ.λ.π ).Και… θεωρώντας εχθρούς τους εφαρμοστές των νόμων ονομάζουν αυτούς : μπάτσους, δολοφόνους, γουρούνια  και με διάφορα άλλα κοσμητικά επίθετα.

-Γιατί  μάναμ του λες αυτό; Γιατί μας λες χαζές; Ρώτησε η μάνα της Γιαννούλας τη δική της μάνα.
-Του λέου μήπους  ξυπνείς του μυαλό σας επιδίς κι οι δυο σας  ίστι χαζές κι σκιφτίτι τη γκατάρα τσ’ Γιαννούλας που έδουκι στου χουρουφύλακα. Κατάρα ίνη αυτή η ιφχί να «βάλ στουν ώμουτ» ου χουρουφύλακας,  τσ’γάμπις τσ’ Γιαννούλας!

Δεν  μαθεύτηκε   στου «γκόσμου»  απ’ «τσ’ κουτσομπόλες τχουριού»  αν οι δυο νεότερες γυναίκες κατάλαβαν τι της έλεγε γελώντας  η  γιαγιά  η οποία,  με την εξυπνάδα της, καλίγωνε και ψύλους.
Ως εκ τούτου  δεν είμαι και εγώ σε θέση να σας πληροφορήσω αν  η Γιαννούλα μας  άναψε στον Αγιάννη, την ίσια με το μπόι της λαμπάδα.
Να είστε καλά.

 

 

Του Σεραφείμ Αθανασίου