Είναι πολλά τα λεφτά Άρη!

Επιμέλεια Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
Φιλόλογος
katsaras2002@yahoo.gr


Ο κινηματογράφος ή αλλιώς σινεμά (από κινηματογράφος -> cinématographe -> cinema) αποτελεί σήμερα την αποκαλούμενη και έβδομη τέχνη, δίπλα στην γλυπτική, τη ζωγραφική, το χορό, την αρχιτεκτονική, τη μουσική και τη λογοτεχνία.

Αρχικά εμφανίστηκε περισσότερο ως μια νέα τεχνική καταγραφής της κίνησης και στην συνέχεια της αναπαραγωγής της,  όπως δηλώνει και ο ίδιος ο όρος (κίνημα+ γραφή).Το δικό μας ταξίδι μας σήμερα θα είναι μια βουτιά στον μαγικό κόσμο της ελληνικής ταινίας. Η εξέταση λέξεων και φράσεων που καθιερώθηκαν στην μνήμη μας ως αξέχαστες ατάκες του ελληνικού κινηματογράφου.

1) «Ξέρεις από βέσπα;» Ο Βέγγος στο «Τρελός, Παλαβός και Βέγγος». Το όνομα βέσπα προήλθε από το γνωστό σε όλους μας μοντέλο της  ιταλικής Piaggio. Vespa  στα ιταλικά σημαίνει σφήκα και υιοθετήθηκε ως  όνομα του δικύκλου εξαιτίας του οξέος ήχου του κινητήρα του , που θύμιζε ζουζούνισμα σφήκας, αλλά και λόγω του  σχήματός του. Το πίσω κομμάτι, που ήταν σφαιρικό, ενωνόταν με το μπροστινό με ένα στενό λαιμό και το σχήμα του τιμονιού θύμιζε τις δύο κεραίες του εντόμου.

2) «Η ανιψιά μου κι εγώ είμαστε πάρα πολύ στενοχωρημένες γι΄ αυτό που συνέβη, κύριε. Είμαστε very very... πως το λέτε εδώ στην Ελλάδα; Χολοσκασμένες!» Γεωργία Βασιλειάδου  στη «Θεία από το Σικάγο» . Το ρήμα χολοσκώ έχει την έννοια  του  δυσανασχετώ , στεναχωριέμαι. Οι αρχαίοι θεωρούσαν την χολή έναν από τους τέσσερις χυμούς που ρυθμίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Συγκεκριμένα πίστευαν πως η  μέλαινα (μαύρη ) χολή ήταν υπεύθυνη για τον θυμό και την στεναχώρια τον ανθρώπων. Γι’ αυτό και ο Ιπποκράτης  δημιούργησε  τον όρο μελαγχολία για να χαρακτηρίσει την κατάθλιψη και την στεναχώρια που κυριεύουν τον άνθρωπο. Επίσης σήμερα χαρακτηρίζουμε τον στεναχωρημένο με κάτι άνθρωπο ως χολωμένο.

3)«Γύλος κύριε πρόεδρε» ! στη «Σοφερίνα» ο Βασίλης Αυλωνίτης καταθέτει στο δικαστήριο με το παρατσούκλι γύλος! Φαίνεται όμως ότι ο συγγραφέας του κειμένου ήταν βαθύς γνώστης της γλώσσας μας! Διότι ,όπως μας αναφέρει ο Ησύχιος, η λέξη “γιλός” σημαίνει τον ετερόφθαλμο. Ετερόφθαλμος όμως, ανάμεσα στα άλλα , σημαίνει και τον αλλήθωρο, ακριβώς δηλαδή τον ρόλο που υποδύεται ο δημοφιλής ηθοποιός στην συγκεκριμένη ταινία.
 

4) «Στρίβειν δια του αρραβώνος» , Στέφανος Στρατηγός στον «Ατσίδα». Η φράση ερμηνεύεται ως διπλωματικός ελιγμός με στόχο την ελαχιστοποίηση των αντιδράσεων λόγω καθυστέρησης ή και αναβολής μιας συμφωνημένης ενέργειας ,εν προκειμένω του γάμου. Η λέξη αρραβώνας προέρχεται από την Μέση Ανατολή και είχε την αρχική σημασία της εγγύησης ,του ενεχύρου . Στην περίπτωση ενός ζευγαριού απαιτούνταν να πραγματοποιηθεί ο αρραβώνας ( ή αλλιώς μνηστεία) ως εγγύηση ότι θα πραγματοποιηθεί στο μέλλον και ο γάμος και θα αποδοθεί η συμφωνηθείσα προίκα.

5) «Εγώ είμαι στρατιωτικός και τα λέω τσεκουράτα», Ο Σταύρος Ξενίδης στο «η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα». Τσεκουράτος είναι αυτός που φέρεται με  αποφασιστικότητα· μιλάει τσεκουράτα όποιος λέει κάτι ωμά και χωρίς περιστροφές και δισταγμούς. Η λέξη προέρχεται από τον λατινικό τύπο securis =η αξίνα ,ο πέλεκυς με ενδιάμεσες μορφές το ελληνιστικό σεκούριον και το μεσαιωνικό τσεκούριον.

6) «Όχι άλλο κάρβουνο» , ο Νίκος Κούρκουλος στο «Ορατότης Μηδέν» . Η έκφραση σημαίνει ότι κάποιος έχει κουραστεί  με μια κατάσταση ή με τη συμπεριφορά ενός άλλου προσώπου και θέλει πάση θυσία να την σταματήσει. Πρόκειται για παλιότερο ναυτικό παράγγελμα, από την εποχή που τα πλοία κινούνταν με ατμό και έκαιγαν κάρβουνο,  προκειμένου να σταματήσει η τροφοδότηση με κάρβουνο για να μην υπερθερμανθεί ο λέβητας. Η λέξη κάρβουνο προέρχεται από τον αρχαίο τύπο «κάρβων» και το λατινικό carbo.

7) «Είναι πολλά τα λεφτά Άρη» , ο Σπύρος Καλογήρου στην «Λόλα» . Έκφραση δηλωτική της υποχώρησης και της θυσίας ιδανικών και ηθικών αξιών στον βωμό του χρήματος. Λέγεται στην περίπτωση που κάποιος δωροδοκείται ,εξαγοράζεται και εγκαταλείπει τα πιστεύω του μπροστά στο χρήμα. Η λέξη λεφτά είναι μεσαιωνική και προέρχεται  από το ελληνιστικό «λεπτόν  νόμισμα» που σήμαινε το πολύ λεπτό νόμισμα , το ευτελούς αξίας νόμισμα. Το λεπτό ήταν υποδιαίρεση της δραχμής (1 δραχμή=100 λεπτά) .

8) «Άντε βρε παιδιά. Συνεννοηθείτε προτού γκαργκανιάσουμε εδώ μέσα», o Λάμπρος Κωνσταντάρας στο «Στρίγγλος που έγινε αρνάκι», ζητώντας απεγνωσμένα νερό από τα παιδιά του. Το ρήμα καρκανιάζω και γκαρκανιάζω σημαίνει ζεσταίνομαι υπερβολικά,  ξεραίνομαι και  προέρχεται  από το αρχαίο καρκαρίς= φορτίο ξύλων ή φρυγάνων.

9) “Μαύρο στον Μαυρογιαλούρο, μαύρο δαγκωτό!” , από την ταινία “Υπάρχει και φιλότιμο” . Από το 1844 και για 80 περίπου χρόνια, η εκλογική διαδικασία γινόταν με διαφορετικό τρόπο από τον σημερινό. Δεν υπήρχε μια κάλπη, αλλά τόσες όσοι και οι υποψήφιοι. Κάθε κάλπη ήταν χωρισμένη σε δυο πλευρές, την αριστερή της, που ήταν μαύρη και συγκέντρωνε τις αρνητικές ψήφους και την δεξιά της, που ήταν άσπρη και συγκέντρωνε τις θετικές ψήφους. Στους ψηφοφόρους δινόταν σφαιρικά  μπαλάκια, ένα για κάθε κάλπη. Αν έριχναν το σφαιρίδιο  στη δεξιά άσπρη πλευρά, η ψήφος ήταν θετική, αν το έριχναν στην αριστερή μαύρη, ψήφιζαν αρνητικά. Με αυτόν τον τρόπο οι ψηφοφόροι μπορούσαν να ικανοποιήσουν όλες τις πλευρές, αφού είχαν τη δυνατότητα να «ασπρίσουν» όλους τους υποψηφίους όλων των κομμάτων. Και το αντίθετο βέβαια,να τους «μαυρίσουν» όλους. Συχνά, ήταν τέτοιος ο φανατισμός, ο θυμός ή η αγανάκτησή τους, που πολλοί δάγκωναν τα σφαιρίδια δυνατά πριν τα ρίξουν στην κάλπη. Έτσι η  έκφραση «μαύρο και δαγκωτό»,   προέκυψε από αυτή την διαδικασία.

10)  «Είναι αυθάδης κύριε πρόεδρε. Όταν της έκανα σήμα να σταματήσει, έβγαλε κι αυτή το χέρι της και μου έριξε μια μούντζα να! Πεντάλφα, βασιλικιά που λένε» ,Τάσος Γιαννόπουλος στην «Σοφερίνα» . Η μούντζα  προέρχεται από την λέξη  μουντζούρα με αναγωγή στο επίθετο μουντός= ο σκοτεινός , ο μαύρος. Στο Βυζάντιο υπήρχε η παλιά  συνήθεια  να μουντζουρώνουν με την βαμμένη με κάρβουνο και στάχτη παλάμη τους, το πρόσωπο ανθρώπων που είχαν υποπέσει σε ολισθήματα και παρανομίες. Έτσι τον διαπόμπευαν και τον εξευτέλιζαν στα μάτια του λαού. Τη στάχτη αυτή την έλεγαν αλλιώς και ασβόλη . Από εκεί  βγαίνει και το αποσβολωμένος  που αρχικά σήμαινε με διαπομπεύουν ,με μουντζώνουν και κατέληξε να σημαίνει βρίσκομαι σε αμηχανία , δεν ξέρω τι να κάνω ,αφού αυτή ήταν και η μοίρα του τιμωρημένου με διαπόμπευση.