Γιατί οι ξενοδόχοι τα κατάφεραν

Του Μπάμπη Παπαδημητρίου από την Καθημερινή

Θυμούνται υποθέτω πολλοί την αποστροφή «δεν θα γίνουμε οι ξενοδόχοι και περιβολάρηδες της Ευρώπης». Μια από τις λαϊκίστικες κορώνες του Ανδρέα Παπανδρέου της δεκαετίας του ’80, όταν η κεντροαριστερά καλλιεργούσε ακόμη τον μύθο της εκβιομηχάνισης ενώ, την ίδια ώρα, διέλυε τα περιορισμένα ατού ανταγωνιστικότητας του τόπου.

Η μεγάλη κρίση απέδειξε περιτράνως ότι οι «ξενοδόχοι» τα κατάφεραν καλύτερα από σχεδόν όλους τους άλλους κλάδους. Εκμεταλλεύτηκαν αποτελεσματικά τις αναταραχές στην ευρύτερη περιοχή μας, τον δραστικό περιορισμό του κόστους εργασίας στη διάρκεια της βίαιης προσαρμογής και την υποχρεωτική, για τις περισσότερες επιχειρήσεις, εξυγίανση των χρηματοοικονομικών τους καθώς περιορίστηκαν τα εύκολα δάνεια.

Η δημιουργία και διαχείριση υπηρεσιών ελεύθερου χρόνου, έχει αναδειχθεί ως εξαιρετικά σημαντική για τον τρόπο ζωής πολύ πέραν της Δύσης. Με τις νέες δυνατότητες που παρέχει η δικτυακή εξατομίκευση του προορισμού, του καταλύματος και του «μείγματος» των αποκτούμενων υπηρεσιών, ενώ ενσωματώνονται οι προτιμήσεις της «γενιάς της νέας χιλιετίας», ο τουρισμός προσφέρει νέες προοπτικές σε επενδυτές που προτιμούν διεθνώς ανταγωνιστικές ευκαιρίες.

Το ελληνικό τουριστικό προϊόν έχει όλες τις δυνατότητες να προσφέρει τη μερίδα του λέοντος στη δημιουργία του εθνικού προϊόντος. Ηδη συνεισφέρει 1 στα 10 ευρώ άμεσα, ενώ το 25% του ΑΕΠ εξαρτάται εμμέσως από τους επισκέπτες μας.

Και τα δύο ποσοστά μπορούν να αυξηθούν κατά 35%-50% σε λίγα χρόνια, αφού βεβαίως ξεφύγουμε από τα όρια που βάζει το «ελληνικό καλοκαίρι» και επιτύχουμε την πραγματική διεθνοποίηση των συναφών επαγγελμάτων.

Υπάρχουν όμως σοβαρά εμπόδια και ανάλογες αμφιβολίες, που συνδέονται με τις τρέχουσες πολιτικές επιλογές. Ευκολότερα βλέπει κανείς τα περιθώρια αλλά και τα όρια σε συγκεκριμένες προσπάθειες σοβαρών ξενοδοχειακών ομίλων.

Οι επενδύσεις τους περιορίζονται από την επί επτά έτη διατήρηση του κινδύνου χώρας στα γνωστά δυσμενή επίπεδα. Οι επενδυτές διστάζουν, ζητούν μεγαλύτερες αποδόσεις άμεσα. Ακόμη και οι αναμενόμενες ενθαρρυντικές πολιτικές εξελίξεις μετά τις προσεχείς εκλογικές διαδικασίες δεν επαρκούν για να εμπεδωθεί η εμπιστοσύνη.

Εμπόδιο αποτελούν οι παγιδευμένες σε βαριά χρέη τουριστικές επιχειρήσεις που απορροφούν τα λιγοστά διαθέσιμα κεφάλαια των τραπεζών είτε επειδή «αρνούνται» να εξυπηρετήσουν τον δανεισμό τους, είτε επειδή οι τράπεζες έχουν πολιτικώς δεμένα τα χέρια τους και διστάζουν να κάνουν τη δουλειά τους που, κατά κανόνα, οδηγεί στη «βίαιη» απομάκρυνση της σημερινής ιδιοκτησίας.

Κύριο εμπόδιο όμως είναι το καθεστώς άνισου ανταγωνισμού που δημιουργεί η συνεχής και υπερβολική αύξηση των φόρων. Απλός υπολογισμός δείχνει ότι το κράτος αφαιρεί από την απόδοση του νόμιμου τουρισμού 7 εκατοστιαίες μονάδες περισσότερες από όλα τα άλλα μεσογειακά τουριστικά κράτη.

Συμπτωματικά, είναι αυτό ακριβώς το περιθώριο μεικτού κέρδους που θα επέτρεπε την ικανοποιητική αμοιβή των επενδυτικών κεφαλαίων. Είναι μετά οι καθυστερήσεις για πολιτικούς λόγους, όπως συνέβη με τον εκσυγχρονισμό των αεροδρομίων και των λιμανιών, την ολοκλήρωση των αυτοκινητοδρόμων, και όχι μόνο.
Κάποιοι σκέφτονται ότι ο τουρισμός έτρεξε τα τελευταία χρόνια γρηγορότερα από τις δυνάμεις του. Και όμως μπορεί καλύτερα: το αποδεικνύει η ταχεία αλλά καθόλου εύθραυστη αύξηση του μεριδίου υπηρεσιών υψηλού επιπέδου.

Η αύξηση αυτού του μεριδίου σε πάνω από το 1/3 του συνόλου αποτελεί τον σίγουρο δρόμο. Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσονται οι σύντομες επισκέψεις διαφυγής, ειδικά σε πόλεις που απελευθερώνονται εμπορικά και αποκτούν καλή φήμη διασκέδασης.

Η πλήρης ένταξη των τεχνολογιών αλλά και του περίπλοκου και πλούσιου ιστορικού και πολιτισμικού περιεχομένου αποτελούν συναφείς στόχους. Δυστυχώς όμως, η βελτίωση όλων τούτων απαιτεί ριζοσπαστική αλλαγή στις επικρατούσες γραφειοκρατικές αντιλήψεις συναρμόδιων κρατικοποιημένων υπηρεσιών, των περισσοτέρων δήμων και σίγουρα της αδιάφορης κεντρικής πολιτικής σκηνής, η οποία μοιάζει να θεωρεί τον τουρισμό ως «αναγκαίο κακό» ή έναν απρόσμενο διασώστη εν μέσω μνημονιακής κρίσης.