Μάριο Λάγκο: Δόλιος διοικητής  ή  εθνικός ευεργέτης;

Γράφει ο Ζαχαρίας Παρασκευάς

Με αφορμή τις δύο ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις που θα γίνουν το ερχόμενο Σαββατοκύριακο στο νησί μας  και  αφορούν την πολιτιστική κληρονομιά κατά την περίοδο της Ιταλοκρατίας (Ανοικτές Πόρτες στο Μανδράκι και  εκδήλωση στην Ελεούσα για τα 80 χρόνια δημιουργίας του αγροτικού χωριού Campochiaro), θα ήθελα να αναφερθώ στην κρίσιμη αυτή περίοδο του μεσοπολέμου και ειδικότερα στην προσωπικότητα και την κληρονομιά που άφησε στα νησιά μας ο δεύτερος Ιταλός διοικητής των Δωδεκανήσων, ο Μάριο Λάγκο.

Ποιός ήταν ο Μάριο Λάγκο

Γόνος μεγάλης αστικής οικογένειας γεννήθηκε στην Σαβόνα το 1878 και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Γένοβα. Αφου διατέλεσε πρόξενος και πρεσβευτής  σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, επέστρεψε στο υπουργείο Εξωτερικών της Ιταλίας ως διευθυντής υπεύθυνος για τα Ευρωπαικά θέματα. Ηταν ο επικεφαλής της Ιταλικής Αντιπροσωπείας στην συνθήκη της Λωζάνης όπου τα Δωδεκάνησα δόθηκαν (με τις ευλογίες του Βενιζέλου!) ως κτήση στην Ιταλία και ορίσθηκε ως διοικητής των νήσων του Αιγαίου (Δωδεκάνησα) αναλαμβάνοντας την διοίκηση το 1923.

Το 1936 αποπέμφθηκε από τον ίδιο τον Μουσολίνι γιατί θεωρήθηκε από το φασιστικό καθεστώς πως κωλυσιεργούσε και δεν προήγαγε την φασιστική αντίληψη στα νησιά την διοίκηση των οποίων είχε αναλάβει επί δεκατρία χρόνια. Αντικαταστάθηκε από τον Ντε Βέκκι τον τετράρχη του φασισμού και απόλυτα έμπιστο αξιωματούχο του Μουσολίνι που αποτέλεσε την προσωποποίηση της αυταρχικότητας αποκαλύπτοντας το πραγματικό πρόσωπο του φασισμού στα νησιά μας.

Σε απόλυτη δυσμένεια από το φασιστικό καθεστώς, ο Μάριο Λάγκο απομονώνεται στο νησάκι Κάπρι απέναντι από την Νάπολι, όπου συγγράφει δύο βιβλία ένα εκ των οποίων είναι αυτοβιογραφικό με τίτλο «Και όμως ακόμη εργαζόμαστε» όπου αναφέρει τις εμπειρίες του και τις προοπτικές που διαγράφονται  από την δεκατριάχρονη διοίκηση στα «νησιά του Αιγαίου». Πέθανε ξεχασμένος στο Κάπρι στις 27 Μαΐου του 1950.  Αγαπούσε την τέχνη και είχε διατελέσει κριτικός σε μεγάλο Ιταλικό περιοδικό Τέχνης.

Η επίσημη Ιστορία
Όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες ιστορικοί θεωρούν ότι η διοίκηση του Λάγκο αποτέλεσε μιά   «πολιτισμένη» έκφραση του φασισμού, που είχε ως απώτερο στόχο την αλλοίωση της εθνικής, θρησκευτικής και της  γλωσσικής μας ταυτότητας. Μάλστα την περίοδο του Λάγκο την χαρακτηρίζουν πολύ πιό αποτελεσματική ως  προς  την αλλοίωση της Εθνικής μας συνείδησης, αφού ο φιλελεύθερος τρόπος διοίκησης μπορούσε πολύ πιό εύκολα να γίνει αποδεκτός από τον Ελληνικό πληθυσμό και να εξιταλίσει σε βάθος γενεών τους κατοίκους των νήσων.

Οι λόγιοι αυτής της περιόδου στην προσπάθεια τους να αποδώσουν δόλο στον Λάγκο για τις υποχθόνιες προθέσεις ήπιου εξιταλισμού των νήσων, ονόμασαν την πολιτική του «πολιτική του λίθου». Ετσι βάφτισαν το ευρύτατο πρόγραμμα δημοσίων έργων για την βελτίωση του αστικού  χώρου, την χάραξη νέων δρόμων, την αναστήλωση κατεστραμμένων κτιρίων καθώς και την κατασκευή νέων διοικητηρίων, δικαστικών μεγάρων ξενοδοχείων νοσοκομείων και πρότυπων οικισμών.

Οι αντιφάσεις και η διαστρέβλωση των ιστορικών δεδομένων
Προφανώς οι ιστορικοί μας δεν ακολούθησαν την συμβουλή του μεγάλου Βρετανού ιστορικού και φιλοσόφου Μπέρναντ Ράσσελ, που προέτρεπε πως όταν μελετάμε ένα οποιοδήποτε θέμα, πρέπει να επικεντρωνόμαστε μόνο στα δεδομένα και να μην παρασυρόμαστε σε αυτά που επιθυμούμε ή σε αυτά που μας συμφέρουν. Όταν τα δεδομένα δεν εξυπηρετούν τις ιδεοληψίες μας, ένας  τρόπος για να ξεφύγουμε από την άβολη πραγματικότητα είναι να καταφεύγουμε σε δίκη προθέσεων.

Έτσι οι ιστορικοί μας αντί να σταθούν αντικειμενικά απέναντι στα γεγονότα λαμβάνοντας υπόψιν τις δεδομένες ιστορικές συνθήκες εκείνης της περιόδου, αναλώνονται σε μία δίκη προθέσεων με αποκλειστικό στόχο την υποβάθμιση του τεράστιου έργου που επιτελέστηκε στα νησιά μας εκείνη την περίοδο. Ο πραγματικός λόγος φυσικά έγκειται στο  ότι αυτή η κοσμογονία δεν έγινε από κάποιους φωτισμένους Έλληνες ηγέτες, αλλά από τους Ιταλούς κατακτητές μας.

Πώς όμως μπορούν να δικαιολογήσουν ότι στα δεκατρία χρόνια διοίκησης του Λάγκο, οι  Ιταλία που μετεγκαταστάθηκαν στα νησιά μας ήταν λιγότεροι από 2.000 σε ένα σύνολο 150.000 κατοίκων;  Πόσο μάλιστα όταν οι περισσότεροι από τους εποίκους ήταν  εξιδεικευμένοι εργάτες κυρίως στον  πρωτογενή τομέα.  Πόσες ζωές έπρεπε να ζήσει ο Λάγκο για να πετύχει τους υποχθόνιους σχεδιασμούς  που του καταλογίζουν για τον εξιταλισμό των νήσων;

Αν η διοίκηση του αναλωνόταν μόνο στην κατασκευή  μεγαλόπρεπων δημόσιων κτηρίων για τον εντυπωσιασμό των ιθαγενών, τότε θα μπορούσε πράγματι κάποιος να μιλήσει για «πολιτική του λίθου». Ομως όπως όλοι γνωρίζουμε, οι παρεμβάσεις του Λάγκο αφορούσαν στο σύνολο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του τόπου.

Στον γεωργικό τομέα (πρότυποι αγροτικοί οικισμοί, δίκτυα ύδρευσης, αγροτικά χωριά), στον τομέα της μεταποίησης και του εμπορίου ( οινοποιΐα, κεραμουργία, σαπωνοποιΐα, ελαιουργία, αλευροβιομηχανία, επεξεργασίας ξηρών καρπών) στον τουριστικό τομέα (ξενοδοχεία, κέντρα αναψυχής) και φυσικά στις υποδομές και το περιβάλλον (οδικό δίκτυο, αεροδρόμια, λιμενικές εγκαταστάσεις, δημόσια κτήρια, εκτεμαμένη δενροφύτευση παντού στο νησί).

Η πολιτική του λίθου αδυνατεί να εξηγήσει το ευρύτερο πλαίσιο παρεμβάσεων του Λάγκο, υιοθετώντας μιά μικρόψυχη, συμπλεγματική και αποσπασματική θεώρηση των ιστορικών δρώμενων εκείνης της περιόδου. Οι μαρτυρίες των συμπατριωτών μας που γνώρισαν τον Λάγκο από κοντά, αναφέρονται σε έναν ευγενέστατο και καλλιεργημένο αστό, υψηλής μόρφωσης και ευφυΐας, που αγάπησε τα νησιά, σεβάστηκε τις παραδόσεις των κατοίκων και διοίκησε χωρίς αυταρχισμό και όσο δημοκρατικά του επέτρεπαν οι συνθήκες.

Η αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης του Μάριο Λάγκο
    Η επίσημη ιστορία αντιπαθεί τις αποχρώσεις, απεχθάνεται τις αντιφάσεις. Υιοθετώντας μανιχαϊστικές  προσεγγίσεις,  μας σερβίρει ένα έργο με καλούς και κακούς, ανδραγαθήματα και εγκλήματα. Οι μαρτυρίες όμως δείχνουν ότι οι άνθρωποι των λαϊκών στρωμάτων εκείνης της εποχής  δεν αντιμετώπισαν την Ιταλοκρατία στην λογική της απόλυτης διάζευξης καλού-κακού, σε αντίθεση με τους σύγχρονους λόγιους που την αντιμετωπίζουν   συνολικά ως  μιά ανελεύθερη βάρβαρη και σκοτεινή εποχή.

Παρόλο που κανείς δεν γωρίζει για ποιο λόγο ο Μάριο Λάγκο ορίστηκε ως Διοικητής των Νήσων του Αιγαίου, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, με βάση το έργο που επιτέλεσε, ότι ασφυκτιώντας από την αυταρχικότητα του καθεστώτος του Μουσολίνι, επέλεξε ο ίδιος να γίνει διοικητής στην νέα Ιταλική κτήση. Με αυτόν τον τρόπο αποκόπηκε για δεκατρία χρόνια από την Μητρόπολη του φασισμού και με την ελευθερία που είχε για την υλοποίηση των σχεδίων του, έκανε πραγματικότητα το όραμα του προσαρμοσμένο βέβαια στο ιστορικό πλαίσιο που του επέβαλαν οι συνθήκες αλλά και την ιδιαιτερότητα του τόπου τον οποίο επέλεξε να διοικήσει.

Η Ελληνική παιδεία και ο πολιτισμός μας, μας επιβάλει να αφήσουμε κατά μέρος τις εθνικιστικές θεωρήσεις της Ιστορίας που τις υιοθετούμε απλώς και μόνο  για να ικανοποιήσουμε το εθνικό φαντασιακό μας του «πας μη Έλλην βάρβαρος» και με μεγαλοψυχία να αναγνωρίσουμε την μεγάλη προσφορά του Μάριο Λάγκο στα Δωδεκάνησα.

Όχι μόνο για να αποκαταστήσουμε την ιστορική μνήμη αυτής της εξέχουσας προσωπικότητας, αλλά για να φωτίσουμε το κομμάτι εκείνο της ιστορίας που μας διαφοροποιεί από την υπόλοιπη Ελλάδα, που μας καθιστά περήφανους που είμαστε  Δωδεκανήσιοι και ζούμε σ’ ένα τόπο που από τα αρχαία χρόνια αποτέλεσε ένα χωνευτήρι ανθρώπων και πολιτισμών.

Κυρίως όμως  έχει πολλά να μας διδάξει όσον αφορά τα πρότυπα διοίκησης, οργάνωσης,  παραγωγικότητας και πολιτικής ηθικής  που έχει ανάγκη ο τόπος μας. Το πέπλος της λήθης δεν αρμόζει στην ιστορική διαδρομή του Μάριο Λάγκο στα Δωδεκάνησα.

Τέλος θα πρότεινα στον Δήμο Ρόδου αντί να αναλώνεται σε ανούσιες τελετές βραβεύσεων στην Καλλιθέα,  να τοποθετήσει άμεσα ταμπέλες σε κάθε Δημόσιο κτίριο εκείνης της περιόδου όπου θα αναφέρετε το όνομα του Διοικητή, του επιβλέποντα Αρχιτέκτονα καθώς και τον χρόνο κατασκευής του.

Με αυτόν τον τρόπο η ανεκτίμητη αυτή αρχιτεκτονική κληρονομιά  θα αποκτήσει επιτέλους ταυτότητα, ξανασυνδέοντας τους κατοίκους του νησιού μας με την Ιστορία του τόπου τους, αλλά και αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την ιστορική βαρύτητα και την διαδρομή όλων όσων έζησαν, αγάπησαν και δημιούργησαν πάνω σε αυτό το νησί και ας μην ήταν κατ’ ανάγκη Έλληνες.