«Θησαυρός η πολιτισμική λαϊκή πολυμορφία της Ελλάδας»

Γράφει ο Μανόλης Ζουμπάς

Στα αποκρυσταλλώματα της βαθιάς σκέψης του λαού συγκαταλέγονται και οι παροιμίες που μπορεί να αποτελέσουν πολύτιμο για τη ζωή μας συμβουλευτικό παράγοντα, αν κατανοήσουμε τα βαθύτερα διδάγματά τους.

Παροιμία (παρά + οίμος = δρόμος)  είναι αποφθεγματική ανώνυμη λαϊκή φράση, η οποία περικλείει ηθική προτροπή ή αναμφισβήτητη αλήθεια, που βγαίνει απ’ την επισταμένη μακρά παρατήρηση των διάφορων εκδηλώσεων του κοινωνικού βίου, σατιρίζει, αποδοκιμάζει. Έχει αλληγορική σημασία, αυτή είναι και η βασική διαφορά απ’ το γνωμικό.

Αποτελεί την ανεξάντλητη πνευματική κληρονομιά του ανεπανάληπτου ελληνικού λαού, γιατί περιέχει ξεκάθαρη την πείρα, σοφία των παρελθουσών γενεών, είδος λαϊκής λογοτεχνίας. Περιεχόμενο της είναι: έρωτας, οικογένεια, γυναίκα, γάμος, υγεία, αρρώστιες, γιατροί, τραπέζι και κουζίνα, ταπεινά και ανώτερα επαγγέλματα, κ.λ.π. Έχει αναμφισβήτητη λαογνωστική σημασία, η γλώσσα γνήσιος εκφραστής του ψυχικού κόσμου.

Οι νεοελληνικοί παροιμιόμυθοι οι οποίοι έχουν θέμα τους ένα μύθο ή ένα περιστατικό είναι: αφηγηματικοί, περιγραφικοί, διαλογικοί, παροιμιαστικοί. Οι παροιμίες παρουσιάζουν ποικιλία και καμιά φορά αντίφαση, όπως ποικίλες και αντιφατικές είναι οι εμπειρίες στις οποίες χρωστούν τη γέννησή τους. Δε διδάσκουν αμέσως, διαστέλλονται των Γνωμών με τη διδασκαλία αμέσως. Υπάρχουν γνώμες, ο όρος στον πληθυντικό δηλοί τα αποφθέγματα, καθολικού κύρους, αποδεχτές απ’ όλους, και όλων των εποχών, τους ανθρώπους.

Η γνώμη είναι συνήθως προσωπική έκφραση, γι’ αυτό πολλές φορές είναι και λανθασμένη. Αποφθέγματα ή γνώμες, σύντομες και καλοδιατυπωμένες απόψεις σημαντικών προσώπων που κυκλοφορούν γραπτά ή προφορικά, επώνυμα ή ανώνυμα. Στον Όμηρο απαντιώνται τα πρώτα σπέρματα της ελληνικής γνωμολογίας. Ακολουθούν ο Ησίοδος και ο Θέογνις. Τις παροιμίες του ελληνικού λαού συνέλεξε και κατέγραψε ο ιδρυτής της ελληνικής Λαογραφίας Νικ. Πολίτης.

Παροιμίες
Έχασε τ’ αβγά και τα καλάθια. (Έχασε τα πάντα).
Αγάλι - αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι. (Κατορθώνονται τα πάντα).
Η αγάπη πύργους καταλεί και κάστρα ρίχνει κάτω . (Κάνει θαύματα).
Άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο. (Δεν έχει αξία ο αγράμματος).
Άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε τα ρούχ’ αλλιώς. (Τάχα πως άλλαξαν).
Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες. (Σε επικίνδυνες δραστηριότητες).
Νηστικό αρκούδι δε χορεύει. (Ο κακοπληρωμένος δε δουλεύει με όρεξη).
Κάλλιο κακός χρόνος, παρά κακός γείτονας. (Ο κακός γείτονας πάντα μένει).
Τώρα στα γεράματα μάθε, γέρο, γράμματα. (Κάθε πράγμα στον καιρό του).
Καθαρός ουρανός αστραπές δε φοβάται. (Οι ανυπόστατες κατηγορίες δεν επαληθεύονται).
Όποιος δε θέλει να ζυμώσει όλη μέρα κοσκινίζει. (Οι οκνηροί).
Κάλλιο να σου βγει το μάτι, παρά το όνομα. (Άσχημο, η κακή φήμη).

Αρχαίες παροιμίες
Αλγεινόν τω πεποιηκότι καλώς η του πεπονθότος, αμνημοσύνης. (Είναι θλιβερό για τον ευεργέτη ο ευεργετούμενος να λησμονεί την ευεργεσία).
Αρχή άνδρα δείκνυσιν. (Η εξουσία αποκαλύπτει τον άνθρωπο).
Φύσει το δίκαιον και μη θέσει. (Το δίκαιο ισχύει από τη φύση του και δε χρειάζεται απόδειξη).
Δώρον δ΄ ό,τι δω τις επαίνει. (Ο,τι δώρο κι αν σου δώσουν να το επαινείς).
Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού. (Το να διαπράττει κανείς το ίδιο σφάλμα δυο φορές δε χαραχτηρίζει σοφό άνθρωπο).

Άλλη σύντομη μορφή έντεχνου λαϊκού λόγου είναι εκτός από την παροιμία, συγγενικό είδος, το αίνιγμα, (αινίσσομαι = υπονοώ) στο οποίο συνδυάζεται η μυθολογία της Λαογραφίας, της Ανθρωπολογίας που συχνά αλληλοκαλύπτονται. Για πρόσωπο, ο ανεξιχνίαστος, ακατάληπτος, ακατανόητος στις ενέργειες, σκέψεις του. Διατυπωμένο σε στίχο ή δίστιχο, συνήθως, έμμετρα, με σκόπιμη ασάφεια, μεταφορές ή παρομοιώσεις, πρόταση αλληγορικής μορφής η οποία κρύπτει το δηλούμενο. Σε Σοφοκλή: «αινίσεσθαι έπεα», προφέρω στίχους αινιγματικούς.

Πρώτης τάξης υλικό για τη μελέτη των υφολογικών, μορφολογικών χαραχτηριστικών της πραχτικής πλευράς της ζωής, είναι αξιόπιστο εθνολογικό υλικό, αφού αποτελεί έκφραση των ίδιων φορέων του πολιτισμού, που υιοθετεί μια κοινωνική ομάδα με τους αινιγνατοθέτες και αινιγματολύτες. Αποτελεί λαμπρή πνευματική άσκηση, η οποία απαιτεί ευστροφία πνεύματος, σύγκριση, γενική γνώση.

Ασκεί τη σκέψη με την προσπάθεια να αποκρυπτογραφηθεί το κρυμμένο νόημα της παραπλανητικής διατύπωσης. Το αίνιγμα από τις αρχαιότερες μορφές παράδοσης, κίνητρο για άμιλλα σε λαϊκές συγκεντρώσεις, έλαβε μεγάλη ανάπτυξη, ενώ σήμερα διατηρείται μόνο ως παιδική ψυχαγωγία, αποτελεί μουσειακό είδος, καθώς έχουν εκλείψει οι κοινωνικές συνθήκες στις οποίες δημιουργείται.

Στην αρχαία Ελλάδα ήταν απασχόληση των σοφών, συνδέεται με τους χρησμούς των μαντείων. Γνωστό πως ο Οιδίποδας κατόρθωσε να νικήσει τη φοβερή Σφίγγα, λύνοντας το αίνιγμα που του έθεσε. Κατά τους ιστορικούς χρόνους το αίνιγμα ήταν ένα ευχάριστο παιχνίδι στα συμπόσια. Το χρησιμοποίησαν οι τραγικοί και περισσότερο οι κωμικοί ποιητές.

Πολλά αινίγματα και γρίφους μας διέσωσε ο Αθήναιος. Επειδή η λύση τους απαιτεί οξύνοια τα δέχτηκαν ευνοϊκά οι μορφωμένες τάξεις και εξέχουσες προσωπικότητες. Ασεμνοφανή «αδιάντροπα» αινίγματα λέγονταν, κυρίως, ή αποκλειστικά στις απόκριες, γι’ αυτά ενδιαφέρεται η λαογραφία. Από τα αινίγματα προήλθαν πλήθος παραλλαγές πνευματικών παιχνιδιών, όπως ο γρίφος, λογόγριφος, αναγραμματισμός, σταυρόλεξο, κ.λ.π.

Αινίγματα και λίγα απ’ το θησαυρό της ελληνικής σκέψης
Εδώ που στέτσεις έστεκα τσι ετσεί που είμαι θα’ ρθεις. (Ο γέρος και ο νέος).
Κλειδώνω, μανταλώνω, κι ο κλέφτης μέσα μένει. (Αέρας).
Κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει. (Γλώσσα).
Ένα μάτ’ έχω κι όλον τον κόσμο γλέπω. (Ήλιος).
Με κ’ τάεις, σε κ’ ταζω, τρως, τρώω, κλαις, κλαίω, γελάς, γελώ, κι άνθρωπος δεν είμαι. (Ο καθρέπτης).
Το τίρι τίρι κρέμεται, το τίρι τυραννιέται, για την αγάπη του Χριστού στα μαγαζιά πουλιέται. (Καντήλι).
Τρέχει, φεύγει, πάει και πα, πίσω πλέον δεν γυρνά. (Τα νιάτα).

Τον κόσμο των ιδεών διαμορφώνει και το γνωμικό, (γνώμη – γνώναι – γιγνώσκω) είναι σύντομο, περιεκτικό ρητό, το οποίο εκφράζει γνώμη κάποιου εγνωσμένης σοφίας ανθρώπου, δεν επιδέχεται αντίρρηση, εξαιτίας της απόδειξης μιας γενικής φανερής αλήθειας ή αρχής από τα πράγματα και το χρόνο κι έχει συνήθως, διδαχτικό χαραχτήρα, διακρίνεται και σ’ εκείνο που έχει ανάγκη απόδειξης.

Κύρια χαραχτηριστικά του είναι η λακωνικότητα, σαφήνεια, παραστατικότητα. Εκφράζει μια πραχτική αλήθεια, συνήθως, με μη αλληγορικό τρόπο και δίνει χτυπητά μια λογική αρχή, έναν κανόνα συμπεριφοράς ή μια ψυχολογική παρατήρηση κοκ. Συνώνυμα, ρητό, περιεκτική και εύστοχη φράση που εκφράζει μια γενική αλήθεια ή αρχή, και απόφθεγμα, κρίση καθολικού κύρους διατυπωμένη με σύντομο, εύστοχο τρόπο, εξωτερικά μοιάζει με το γνωμικό, είναι ρήση διατυπωμένη επιγραμματικά και αξιωματικά, αλλά το κύρος της δεν είναι γενικό και αναμφισβήτητο.

Παλαιότατη επιγραφή, σε εξάμετρο, μιας αττικής οινοχόης του Διπύλου υπόσχεται να χαρίσει το αγγείο στον πιο καλό χορευτή. Ο πρώτος μεγάλος επιγραμματοποιός ο Σιμωνίδης από τη Κέα. Το επίγραμμα γνώρισε εκπληχτική άνθηση κατά την Ελληνιστική Εποχή (323-31 π.Χ.). Στην αρχαία Ελλάδα υπήρξαν ποιητές, που ονομάστηκαν «γνωμικοί», γιατί το έργο τους ποικίλλεται από σωρεία γνωμών, με τη μορφή συμβουλών ή αξιωμάτων. (Ησίοδος, Θέογνις, Φωκυλίδης).

Επίσης, με τη μορφή γνωμικών εκφράστηκε η σοφία των Επτά Σοφών. Υπόδειγμα γνωμικών είναι και τα «Χρυσά έπη» των Πυθαγορείων. Από τους τραγικούς ποιητές τη μεγαλύτερη χρήση γνωμικών έκανε ο Ευριπίδης. Σε μεταγενέστερες εποχές καταρτίστηκαν συλλογές γνωμικών που ονομάζονται «ανθολογίες». Δείγμα τέτοιας συλλογής ήταν τα «Αποφθέγματα βασιλέων και στρατηγών» του Πλουτάρχου.

Αρχαία ρητά, γνωμικά
«Άπαντα τω πλουτείν υπήκοα». Αριστοφάνη. (Όλοι στον πλούτο υπακούουν. Γίνονται δούλοι).
«Εν γαρ τοις νόμοις εστίν η σωτηρία της πόλεως». Αριστοτέλη. (Στους νόμους στηρίζεται η σωτηρία της πόλης).

«Άνθρωπον όντα σαυτόν αναμίμνησκε αεί». Μενάνδρου. (Να υπενθυμίζεις πάντα στον εαυτό σου, ότι είσαι άνθρωπος).

«Ευ το σώμα ασκείν». Κλεόβουλου. (Να εξασκείς το σώμα σου).

«Έργον ουδέν όνειδος, αεργίη δε τ’ όνειδος». Ησίοδου. (Καμιά εργασία δεν είναι ντροπή, μόνο η τεμπελιά είναι ντροπή).

«Έσο φιλαλήθης». Κίλωνα. (Να είσαι φιλαλήθης).

«Την ειμαρμένην ουδ’ αν εις εκφύγοι». Πλάτωνα. (Τη μοίρα κανένας δε θα μπορούσε να ξεφύγει).
«Ιδίας νόμιζε τας των φίλων συμφοράς). Μενάνδρου. (Τις συμφορές των φίλων σου να τις θεωρείς και δικές σου).

«Χαλεπόν εσθλόν έμμεναι». Σιμωνίδη του Κείου. (Δύσκολο το να παραμείνει κανείς ενάρετος).

«Ισχύς και τείχος και όπλον σοφού η φρόνησις». Πυθαγόρα. (Δύναμη και τείχος και όπλο σοφού είναι η φρόνηση).       

Ο λαϊκός πολιτισμός περιλαμβάνει ό,τι παραδοσιακό δημιούργησαν αυθόρμητα οι διάφορες λαϊκές τάξεις και που παραδίδεται από γενιά σε γενιά. Τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια εκφράζουν το συναισθηματικό κόσμο του λαού, κύρια συστατικά τους η μουσική και ο λόγος. Ανήκουν στα τελειότερα και αρχαιότερα του κόσμου, εκφράζουν τα δεινά της πολυβασάνιστης ιστορικής πορείας του λαού, την πλουσιόδωρη ψυχικότητά του, την πίστη στον εαυτό του, στις αξίες της ζωής.

Χαραχτηριστικά τους η ζωντάνια, φυσικότητα, συντομία, άμετρος θαυμασμός με τους αρίφνητους θησαυρούς τους, ολοζώντανες δυνατές μοναδικές εικόνες, απαραγνώριστη τελειότητα, υπέροχη περιγραφή, άφταστη παραστατικότητα, παλμός, λυρισμός. Στίχοι δυνατοί, γλώσσα φυσική, αγγίζουν τα εσώβαθα της ψυχής, συγκινούν, εξυμνούνται οι αρετές.

Ανεπανάληπτα πρότυπα ανεχτίμητης καλλιτεχνικής δημιουργίας. Προσηλωμένα στην αγάπη της ζωής, ελευθερίας, διαπνέονται από έντονη φυσιολατρεία, αισιοδοξία. Όταν είναι δημιούργημα ενός ατόμου λέγεται προσωπική ποίηση, όταν πλάθεται απ’ το λαό δημοτική. Οι αρχές της δημοτικής ποίησης τοποθετούνται στον 4ο π.Χ. αιώνα.

Οι μεγάλοι κλάδοι των δημοτικών τραγουδιών είναι: Ακριτικά, Ιστορικά, Κλέφτικα, Παραλογές, Μοιρολόγια, Ξενιτειάς, Ερωτικά, Νυφιάτικα, (γαμήλια), Δίστιχα, (περιπεχτικά, γνωμικά κλπ.). Το βασικό μέτρο είναι ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος. Πρώτη βασική έκδοση είναι του Γάλλου κριτικού Κλαύδιου Φωριέλ σε δυο τόμους (1825). Η πρώτη συλλογή που βγήκε από Έλληνα είναι του Κερκυραίου ποιητή Αντ. Μανούσου. Πρώτος που εργάστηκε επιστημονικά είναι ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας Ν. Γ. Πολίτης. Τα δημοτικά μας τραγούδια θαυμάστηκαν και μεταφράστηκαν από μεγάλους ποιητές και αισθητικούς σ’ όλες, περίπου, τις ευρωπαϊκές γλώσσες, με βαθυστόχαστα σχόλια.

Τη σημαντικότατη αυτή θέση που κατέχουν τα δημοτικά μας τραγούδια με τη μουσικότητά τους, δημιουργήματα του έφηβου λαού μας, συνθέτουν τον καλύτερο ύμνο προς τη ζωή, μας δείχνουν τις ομορφιές, τις χαρές της, τη φιλία, αγάπη, διασκέδαση, κοινωνική αλληλεγγύη, και μας κάνουν λάτρες της, φλογερούς εραστές της, αγωνιστές.

Η λαϊκή Μούσα παρακολουθεί άγρυπνη την πορεία του Έθνους, την καταγράφει με την πολυγνωσία, τη διαίσθησή  της, η παράδοση της φυλής κοχλάζει μέσα τους. Το νεοελληνικό ήθος, βρίσκεται στο δημοτικό τραγούδι, έχει αφάνταστους συνδυασμούς, όπως τα ελληνικά τοπία με την ποικιλία τους. Τα δημοτικά τραγούδια εντάσσονται σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη, εκείνη που αναφέρονται σε διάφορες εκδηλώσεις, μορφές της ζωής.

Η δεύτερη τα τραγούδια που έχουν ιστορικό χαραχτήρα ή ιστορική προέλευση. Η τρίτη οι παραλογές. Όλα αποτελούν την πηγαιότερη έκφραση της ψυχής του λαού μας. Έχουμε λαϊκή και λόγια παράδοση, ο Σολωμός ανέπτυξε δημιουργικά τη λαϊκή, ο Κάλβος τη λόγια.

Είδος της λαϊκής λογοτεχνίας το παραμύθι, φανταστική διήγηση που κινείται μέσα σ’ έναν κόσμο μαγικό κι ονειρικό, αποσκοπώντας, κυρίως, στη ψυχαγωγία των παιδιών. Η υπόθεση του δε δεσμεύεται από τόπο και χρόνο, και τα πρόσωπά του είναι φανταστικά, αόριστα. Ακολουθούνται κοινοί αφηγηματικοί κανόνες.

Τα παραμύθια χωρίζονται: σε μυθικά ή εξωτικά, ευτράπελα ή σατυρικά. Για το περιεχόμενο και τη φύση τους, υπάρχουν οι θεωρίες: μυθολογική, ψυχαναλυτική, συμβολιστική, ανθρωπολογική. Είδος αινίγματος ο γρίφος, πνευματικό παιχνίδι με τη μορφή αινίγματος που συνήθως απαιτεί αποκρυπτογράφηση εικόνων, συμβόλων ή αριθμών, ώστε να σχηματιστεί η λέξη ή φράση.

Οτιδήποτε δυσνόητο, δυσεπίλυτο ή πολύπλοκο. Έχουμε βασικά δυο ειδών γρίφους: τους λεξίγραφους που αποτελούν είδος αινίγματος, κατά το οποίο ζητά κανείς να μαντέψουμε μια λέξη από τις συλλαβές της, και τους λογόγριφους που κι αυτό είναι είδος αινίγματος, κατά το οποίο μια λέξη παρουσιάζεται με πολλές σημασίες αν μεταβληθούν, αφαιρεθούν ή προστεθούν γράμματα.

Ο εκλεχτός ελληνικός λαός παρουσιάζει αξιοπρόσεχτη πολιτισμική πολυμορφία, ανάμεσα στα επιτεύγματά του είναι και ο μύθος, πλαστές ιστορίες της ανθρώπινης φαντασίας, σύντομη αλληγορική, μεταφορική αφήγηση αναπαριστούν την αλήθεια, σε έμμετρο ή πεζό λόγο. Πολλοί οι μύθοι, γιατί ποικίλα τα ενδιαφέροντα του ανθρώπου, θεογονικοί, κοσμογονικοί, αιτιολογικοί, ιστορικοί, ταξιδιωτικοί, πολιτικοί, ηρωικοί. Ερμηνεύουν γεγονότα πραγματικά ή φανταστικά, ένα φυσικό φαινόμενο ή κοινωνική πρακτική, τελειώνουν, συνήθως, μ’ ένα επιμύθιο, ηθικό δίδαγμα, χρησιμοποιήθηκαν ως βοηθήματα από ρήτορες και συγγραφείς. Οι ποιητές ανασταίνουν μορφές οι οποίες πραγματώνουν όλες τις αρετές ενός ανθρώπου που αξίζει να λέγεται άνθρωπος, και αποτελούν μια ζωντανή παρουσία στη συνείδηση του καθενός.

Ο Πίνδαρος με τους μύθους στις ωδές του, στέλλει τραγούδια του παντού, ανάμεσά τους και η Ρόδος, θυγατέρα του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης ή της Αλίας. Παντρεύτηκε τον Ήλιο, και έδωσε το όνομά της στο Νησί. Ο Αίσωπός 7ος π.Χ. αιώνα, πατέρας της μυθογραφίας, με το όνομά του διασώθηκαν εκατοντάδες χαριτωμένοι μύθοι.

Δεν υπάρχει στο μύθο αναγκαιότητα μεταξύ αιτίου και αιτιατού. Άλλοτε συμμορφώνεται με το μύθο της αιτιότητας και άλλοτε όχι, έναν κόσμο εν μέρει λογικό και εν μέρει άλογο. Με το μύθο ο άνθρωπος θέλει να δει να γίνονται αυτά που επιθυμεί. Τα κατά λόγον ανέφικτα να μεταβάλλονται μέσα σ’ έναν κόσμο φανταστικό, σε εφικτά. Συνθέτει άλογα και έλλογα στοιχεία, έναν ελάχιστο όριο λόγου και έναν ελάχιστο όριο άλογου στοιχείου. Στην επιστημονική γνώση λειτουργεί καθαρά και μόνο η διάνοια, ενώ στο μύθο συνδυάζεται με τη φαντασία, ο μύθος ποτέ δεν εκτοπίστηκε. Ο λαός «έχεται της παράδοσης». Για τους Έλληνες ως το τέλος του 5ου αιώνα π.Χ. η μυθολογία είναι η πραγματική ιστορία των απόμακρων προγόνων τους.

Ταιριάζει για την Ελλάδα ότι Ελλάδα είναι «Μάννα, το μάνα τ’ ουρανού και τα καλά του κόσμου», όπως λέει μια παροιμία. Εστία του πολιτισμού, και χρυσό κλειδί του πολιτιστικού μας παρελθόντος η γλώσσα, το ωραιότερο μνημείο της Ιστορίας μας, προκαλεί θαυμασμό. Η δημοκρατία σαν το ήλιο ζεσταίνει τον τόπο μας που γεννήθηκε και τις πρώτες της ακτίνες, τις ρίχνει στα περιβόλια της παιδείας, που κι αυτή σ’ αυτά τα χώματα πρωτοβλάστησε, δυο ιδέες αναπόσπαστα και αμφίδρομα δεμένες. Αγαπούμε το σήμερα και το αύριο, γι’ αυτό γυρίζουμε στο ελληνικό χθες.

Ο κοσμοϊστορικός λαός μας με την έμφυτη οξύνοια, παρατηρητικότητα, ευαισθησία του, στέκεται οδηγός του κόσμου. Η εξυπνάδα του, γενικά, είναι αναμφισβήτητα ένα από τα ελληνικά χαρίσματα, έχει περάσει μ’ επιτυχία από πολλές εξετάσεις ευφυΐας και τον έκανε να μεγαλουργήσει. Θα κατοικεί για πάντα στην πανέμορφη φύση, για να δείχνει το δρόμο της Αρετής σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα, σαν άσβηστος φάρος που θα καταυγάζει την Οικουμένη.

Αρκετοί Έλληνες πετυχημένοι στο εξωτερικό, αποτελούν τεκμήρια της διανοητικής υπεροχής. Διαθέτουν απέραντο πνευματικό δυναμισμό, που μπορεί να μεταμορφώσει πάλι τον πολιτισμό, να ανανεώσουν το σύγχρονο, βασανισμένο, κουρασμένο από ποικίλα αδιέξοδα κόσμο. Για την οικοδομή το πρώτο και βασικό σημείο είναι το θεμέλιο. Μακριά τους ο εγωκεντρισμός.

Αλλ’ όμως ο λαός είναι «πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος». Σολωμού. «Τους Έλληνας κηρύσσω ως διδασκάλους της ανθρωπότητος. Αισθάνομαι βαθυτάτην συγγένειαν προς αυτούς και τους θαυμάζω δια το άφθαστον της διανοίας και το ιδεώδες του βίου των». Γκαίτε. Ο Νίτσε στη «Γέννηση της τραγωδίας» σημειώνει. «Απ’ όλες τις ανθρώπινες φυλές, η τελειότερη, η ωραιότερη, η πιο δικαιολογημένα αξιοζήλευτη, η γοητευτικότερη, εκείνη που σε συνεπαίρνει περισσότερο προς τη ζωή είναι οι Έλληνες». «Ελλάς το μεγαλείο σου βασίλεμα δεν έχει». Μαβίλη.