«Kαι επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών, χάσμα μέγα εστήρικται»

Του μητροπολίτη Λέρου, Καλύμνου και Αστυπάλαιας Παϊσίου

Στην σημερινή ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε, ο ευαγγελιστής Λουκάς μας παρουσιάζει, δια στόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δύο διαφορετικούς ανθρώπους στην κοινωνική τους ζωή. Έναν πλούσιο, χωρίς όνομα, και έναν φτωχό ονόματι Λάζαρο.

Ο πλούσιος, πορφυρογέννητος και σαρκικός άνθρωπος, ζούσε μέσα στη χλιδή, μέσα στα πλούτη του κόσμου τούτου. Είχε σε αφθονία όλα τα αγαθά:  «Ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς», για τον άνθρωπο αυτόν όλα ήταν ευχάριστα. Η ζωή του ανθρώπου αυτού ήταν ζωή χαράς και ευτυχίας.

Ο φτωχός Λάζαρος, όμως, δεν είχε πού «την κεφαλήν κλίνει»: χωρίς σπίτι, άρρωστος, πονεμένος, ταλαιπωρημένος, πεινασμένος, διψασμένος, προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν κάτω από το τραπέζι του πλουσίου, μα πολλές φορές και αυτά δεν τα έβρισκε, γιατί οι σκύλοι τα μάζευαν πιο γρήγορα.

Οποία, αληθινά, κοινωνική αντίθεση μεταξύ των δύο αυτών ανθρώπων! Η κοινωνική αυτή αντίθεση των δύο αυτών ανθρώπων στην παρούσα ζωή, άλλαξε και αντιστράφηκαν οι όροι και στους δύο, όταν ο θάνατος ήλθε αιφνίδιος, «εν ριπή οφθαλμού».

Ο φτωχός Λάζαρος κοιμήθηκε και οι Άγιοι Άγγελοι του Θεού τον οδήγησαν στους κόλπους του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, στην αιώνια χαρά, δόξα και μακαριότητα. Εκεί που δεν υπάρχει ούτε πόνος, ούτε λύπη, ούτε στεναγμός, αλλά ζωή που δεν έχει τέλος: «ένθα ουκ έστι πόνος, ού λύπη ού στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος», κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό.

Πέθανε και ο πλούσιος, και ετάφη στα βασίλεια του Άδη, εκεί που δεν υπάρχει πλέον δι’ αυτόν καμία ελπίδα, καμία ακτίνα μεταβολής της κατάστασής του, διότι «εν τω Άδη, ούκ έστι μετάνοια», και  το σπουδαιότερο, υπήρχε μέγα χάσμα μεταξύ τους. «Μεταξύ ημών και υμών, μέγα χάσμα εστήρικται».

Πράγματι και αλήθεια μέγα και αγεφύρωτο χάσμα. Βάραθρο απύθμενο, άβυσσος απέραντος χώριζε στην μετά θάνατο ζωή τον πρώην πτωχό Λάζαρο από το πλούσιο, που ζούσε στην χλιδή του πλούτου, του εγωισμού και της απονιάς. Ο Λάζαρος «παρακαλείται», παρηγορείται και αναπαύεται στους κόλπους  του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Ο πλούσιος, αντιθέτως «οδυνάται», τυραννιέται, θλίβεται πονά  ανυπόφορα, εκεί που βρίσκεται, στα τάρταρα, στη φλόγα του Άδη.

Και εκεί, στο ζόφο του Άδη, ο πλούσιος στην δίψα του, στους πόνους και στα βάσανά του, ως μεγίστη ευεργεσία και ανακούφιση, ζητά σταγόνα ύδατος, για να δροσίσει την φλεγόμενη γλώσσα του. Αδύνατο όμως να εισακουστεί η παράκλησή του. Ο τόσο φιλόξενος και σπλαχνικός Πατριάρχης Αβραάμ το αποκλείει ρητώς: «Μεταξύ ημών και υμών, μέγα χάσμα εστήρικται».

«Χάσμα μέγα», χάσμα μεγάλο υπάρχει μεταξύ αιωνίου ζωής και αιωνίου κολάσεως.  Ο πλούσιος, προσηλωμένος στα αισθητά του κόσμου τούτου, πρόσκαιρα και μάταια πράγματα, ήταν ξένος στον πόνο του συνανθρώπου του, αλλά και όλως αδιάφορος και αρνητικός για την κατά Θεό ζωή του, φρόντιζε μόνο το πώς θα περνούσε πλουσιοπάροχα καθ’ ημέρα, και τέλος ως κανόνα της ζωής του είχε:  «το φάγωμεν, πίωμεν, αύριον αποθνήσκομεν».

Ο Λάζαρος όμως, είχε ρίψει την ελπίδα του, «εις μη βλεπόμενα, τα αιώνια». Με υπομονή, με καρτερία,  και με την ελπίδα στον Θεό, υπέφερε την αρρώστια, την πείνα, την περιφρόνηση, την εγκατάλειψη, και μονολογούσε και έλεγε ότι, «ούκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού, προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθείναι εις ημάς» (Ρωμ. η΄ 18).

Σκληρός και ανέλγητος ο πλούσιος, στύλος υπομονής ο Λάζαρος, ώστε το χάσμα να υπάρχει μέγα και  αγεφύρωτο, όχι μόνο στον τρόπο ζωής, αλλά και στις αρχές και πεποιθήσεις μεταξύ των δύο ανθρώπων.

Το ίδιο χάσμα εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα στις αρχές και πεποιθήσεις των ανθρώπων, που ο τρόπος ζωής τους είναι αντίθετος με το Άγιο Ευαγγέλιο.

Και σήμερα, δυστυχώς,  άλλοι εκ των ανθρώπων ζούν και κινούνται ως «ελπίδα μη έχοντες και άθεοι εν των κόσμω», χωρίς πίστη στον Θεό, χωρίς  προσδοκία αναστάσεως των νεκρών, χωρίς ελπίδα  μελλούσης ζωής και αιωνίας ανταποδόσεως. Οι άνθρωποι αυτοί ομοιάζουν με τον πλούσιο και αδιάφορο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής.

Ενώ άλλοι ζούν και κινούνται, εν Χριστώ Ιησού, με υπομονή πολλή, και με την βεβαία πίστη και ελπίδα της μακαρίας και αθανάτου ζωής και της κληρονομίας της αιωνίου βασιλείας. Η ζωή τους εδώ στη γή δεν είναι αυτοσκοπός, είναι προετοιμασία· δεν είναι τέρμα, είναι οδοιπορία· δεν είναι λιμάνι, είναι ταξίδι, είναι γυμναστήριο πνευματικών αγώνων και αγωνίζονται  τον ευγενή της αρετής αγώνα πιστώς και ευσυνειδήτως, ζούν δε «ως πάροικοι και παρεπίδημοι».

Αδελφοί μου,

Από της παρούσης ζωής δημιουργείται δυστυχώς χάσμα μεταξύ πιστών και απίστων. Χάσμα αρχών και πεποιθήσεων αφ’ ενός, τρόπος ζωής και συμπεριφοράς αφ’ ετέρου. Αυτό το χάσμα θα έχει ως συνέπεια την κατάσταση αυτής της πρόσκαιρης και μάταιης ζωής, στην αιώνια και μετά θάνατο ζωή, όπως συνέβη  και μεταξύ πλούσιου και φτωχού Λαζάρου.

Ο πτωχός Λάζαρος αγωνίστηκε, υπέφερε, υπέμεινε αγόγγυστα τις θλίψεις της ζωής· όμως, ευχαριστούσε πάντοτε τον Θεό, και δια τούτο μετά θάνατον οι άγγελοι τον οδήγησαν στους κόλπους του Αβραάμ, στον Παράδεισο.

Ας πιστέψουμε, λοιπόν, στον Κύριο της δόξης Χριστό – ο Οποίος είναι χθές και σήμερα ο Αυτός και στους αιώνας – και ας μην αναβάλουμε τον αγώνα μας τον πνευματικό δια την αύριο, διότι ο θάνατος έρχεται αιφνίδιος, οπότε θα κλεισθεί η θύρα και τότε θα μείνουμε έξω του νυμφώνα Χριστού, ως οι μωρές εκείνες Παρθένες.

Είθε, αδελφοί μου πεφιλημένοι, η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, να μας φωτίσει και να μας θερμάνει με το ανέσπερο φως της Αναστάσεώς Του, ώστε να πράττουμε έργα αγαθά, έργα αγάπης, έργα σωτήρια, δια να μεταφερθεί η ψυχής μας, ως του  φτωχού και ταπεινού Λαζάρου, υπό των Αγγέλων στους κόλπους του Αβραάμ.

ΑΜΗΝ.

Ο Λ.Κ.Α.Π.