Το καθεστώς των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ απαραίτητο μέτρο για τα νησιά του Αιγαίου

Γράφει ο
Κυριάκος Ι. Φίνας

Διαβάζω με προσοχή τα όσα δημοσιεύονται τον τελευταίο καιρό για το θέμα των μειωμένων συντελεστών (ΦΠΑ) που ισχύουν στα νησιά του Αιγαίου. Επειδί κατά το διάστημα που εγένοντο οι διαπραγματεύσεις προσχώρησής μας στην ΕΟΚ, ως και την καθιέρωση του φόρου προστιθέμενης αξίας εργαζόμουνα στο Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο, την τελευταία, δε, 9ετία προ της συνταξιοδότησής μου, ως Διευθυντής του Οργανισμού, παρακολούθησα ενεργά όλες τις φάσεις που πέρασαν για την καθιέρωσή τους, από το 1983, θεώρησα υποχρέωση να επέμβω τώρα και να ανακεφαλαιώσω, τους λόγους για τους οποίους σφάλλουν όσοι διατείνονται και επιχειρούν να μάς πείσουν ότι το θέμα των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ αποτελεί θέμα που ρυθμίζει η Ευρωπαϊκή Ενωση. Απεναντίας, το θέμα αυτό, αν και το αρμόδιο Υπουργείο των Οικονομικών, με Υπουργό το Δημήτριο Τσοβόλα μάς έκλεινε το δρόμο για περαιτέρω ενέργειες, ότι «οι μειωμένοι συντελεστές ΦΠΑ δεν προβλέπονται από την Έκτη Κατευθυντήρια Οδηγία», εμείς εδώ στα Δωδεκάνησα επιμέναμε επί τετραετία, 1983-1986 συνέχεια. Είχε, μάλιστα, σχηματιστεί και 4μελές Συντονιστικό Συμβούλιο Αγώνα υπό την Προεδρία του Δημάρχου Ρόδου και Προέδρου της Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Δωδεκανήσου, με μέλη τον Πρόεδρο του Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου, τον Πρόεδρο του Παραρτήματος Δωδεκανήσου του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και τον Πρόεδρο του Εμπορικού Συλλόγου Ρόδου και Γραμματέα τον υποφαινόμενο, που ήταν από το 1985 Διευθυντής του ΕΒΕΔ.

Το αίτημα του δωδεκανησιακού λαού για μειωμένους συντελεστές στηριζόταν στη λογική, ότι η εισαγωγή του ΦΠΑ δεν ήταν νέος επιβαρυντικός φόρος, αλλά θα αντικαθιστούσε ήδη υπάρχοντες υπέρ τρίτων, κυρίως το χαρτόσημο. Κι επειδή στη Δωδεκάνησο, ήδη από την εγκατάσταση της Στρατιωτικής Διοίκησης υπό τον Αντιναύαρχο Π. Ιωαννίδη, το Μάρτιο του 1947, ίσχυε ειδικό δασμολογικό και δημοσιονομικό καθεστώς, διαφορετικό από τα ισχύοντα στην υπόλοιπη χώρα. Ετσι, εάν δεν προβλέπονταν μειωμένοι συντελεστές, η περιοχή του δωδεκανησιακού συμπλέγματος θα επιβαρυνόταν άμεσα υπερβολικά κατά 27-30%, ενώ σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Υπουργείου Οικονομικών η επιβάρυνση για τη λοιπή Επικράτεια θα περιοριζόταν στο 2,50-3%. Εξού και η επίσημη δήλωση του τότε Υφυπουργού Οικονομικών Παναγιώτη Ρουμελιώτη: «...Ο νέος φόρος (ΦΠΑ) έχει σχεδιαστεί να αποφέρει ίδια έσοδα με τους φόρους που θα καταργηθούν. Έτσι, δεν θα υπάρξει πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση ή έστω ελάχιστη στην Οικονομία, και κατά συνέπεια το γενικό επίπεδο τιμών δεν θα πρέπει να μεταβληθεί».

Στην προσπάθεια μιας έγκυρης γνωμάτευσης μάς υποδείχθηκε από τον βουλευτή Κυκλάδων Ιωάννη Παλαιοκρασά ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και επίτιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Regensburg και του University College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου Π.Δ. Δαγτόγλου, στον οποίο δόθηκε η εντολή σύνταξης γνωμάτευσης επ’ αμοιβή με το παρακάτω σκεπτικό, το οποίο και του στείλαμε ταχυδρομικώς που ήταν το παρακάτω:

«Είναι δυνατή η διατήρηση των δημοσιονομικών πλεονεκτημάτων στη Δωδεκάνησο, ύστερα και από την εφαρμογή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας:
«Εάν είναι τούτο εφικτό, ποιά θα είναι η διαδικασία που θα ακολουθηθεί και με ποιό τρόπο θα κατοχυρωθούν αυτά τα δικαιώματα του Δωδεκανησιακύ λαού: Μπορεί η κυβέρνηση να ρυθμίσει το θέμα ή χρειάζεται η παρεμβολή των αρμόδιων οργάνων τη Ε.Ο.Κ. Ή ποιά άλλη λύση προτείνετε με αντικειμενικό σκοπό τη διατήρηση του υφιστάμενου σήμερα στην περιοχή μας ειδικού φορολογικού καθεστώτος στα πλαίσια του εφαρμοσθησομένου και στην Ελλάδα ΦΠΑ».

Πράγματι, ο Καθηγητής Π.Δ. Διαγτόγλου σε διάστημα ενός μηνός μάς παρέδωσε τη γνωμάτευση πλήρως κατατοπιστική, ως προς τα Νομικά (Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου) που δημιουργούνταν. Κατωτέρω παρατίθενται τα συμπεράσματα από τη Γνωμάτευση του Καθηγητής Π.Δ. Δαγτόγλου.

Εν τω μεταξύ η Συντονιστική Επιτροπή δεν σταμάτησε να ζητά και άλλες γνώμες ειδικών στο θέμα του ΦΠΑ. Έτσι, μια άλλη γνωμάτευση δικηγόρου Δωδεκανησιακής καταγωγής, που υπηρετούσε στη Νομική Υπηρεσία της ΕΟΚ μας ανέφερε: «...Η επιδίωξη μειωμένων συντελεστών για τη Δωδεκάνησο (και φυσικά για οποιαδήποτε άλλη Περιφέρεια της Ελλάδος) είναι θεωρητικά δυνατή. Το κείμενο της 6ης Οδηγίας του ΣΥμβουλίου της 17ης Μαΐου 1977 (77/388/CEE) περί ΦΠΑ δεν αποκλείει το ενδεχόμενο εφαρμογής από Κράτος-Μελος σε περιφέρειά του των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ. Εξάλλου, ούτε και από την Πράξη προσχωρήσεως αποκλείεται ρητά η δυνατότητα αυτή».

Εν τω μεταξύ το Εμπροβιομηχανικό Επιμελητήριο Δωδεκανήσου, προκειμένου να θεμελιώσει και επιστημονικά τις θέσεις του σε ό,τι αφορά την ανάγκη συνέχισης του ευνοϊκού αυτού καθεστώτος και μετά την εφαρμογή του ΦΠΑ, στα πλαίσια των κινήτρων για Περιφερειακή ανάπτυξη, όχι βέβαια, μόνο της Δωδεκανήσου, αλλά και των άλλων παραμεθοριακών και νησιωτικών περιοχών, ανέθεσε στον Καθηγητή της ΑΣΟΕΕ Θεόδωρο Γεωργακόπουλο τη σύνταξη σχετικής μελέτης με τον τίτλο: «Ο φόρος προστιθέμενης αξίας, ως μέσο περιφερειακής ανάπτυξης-Η περίπτωση της Δωδεκανήσου».

Και η Μελέτη του Καθηγητή Θ. Γεωργακόπουλου στα συμπεράσματα που κατέληγε, ανέφερε ότι είναι εσφαλμένη η άποψη ότι η τεχνική υπολογισμού του ΦΠΑ δεν επιτρέπει τη διαφοροποίηση των συντελεστών του κατά ζώνες, όπως συνέβαινε τότε με το Φόρο Κύκλου Εργασιών (ΦΚΕ).
Επίσης, και ο Επίτροπος για θέματα φορολογίας κ. Semeta έδωσε σαφή απάντηση στο βουλευτή Δωδεκανήσου κ. Μάνο Κόνσολα, κατά τη διάρκεια της συνάντησης που είχε το Φεβρουάριο του 2013 με την Ελληνική Κοινοβουλευτική Αντιπροσωπεία. Το δικαίωμα αυτό, ανέφερε ο κ. Semeta, απορρέει από το άρθρο 120 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για τον ΦΠΑ.

* * *
Πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζουν τους μειωμένους συντελεστές ΦΠΑ. Επί τούτου για παράδειγμα η Γαλλία εφαρμόζει στην Κορσική μειωμένους συντελεστές ΦΠΑ, με ποσοστό μείωσης που φθάνει, σε σύγκριση των όσων ισχύουν στη λοιπή Μητροπολιτική Χώρα από 25% μέχρι το 55%. Το ίδιο ισχύει και για πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία, η Δανία, η Αγγλία, η Γερμανία κ.α.
Ωστόσο, επί του προκειμένου, πρόσθετo ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση του γερμανικού νησιού Hegoland. Και τούτο, όπως γράφει ο Καθηγητής Π.Δ. Δαγτόγλου, αναφέρεται «σε νησί που ενσωματώθηκε στη Γερμανία-ύστερα από μακρόχρονη περίοδο ξένης κυριαρχίας, προσκομίζοντας μαζί ένα ιδιαίτερο τελωνειακό και φορολογικό καθεστώς...».

* * *
Εν τω μεταξύ, η πλήρης μετακύλιση του ΦΠΑ στην τελική κατανάλωση αποτέλεσε τη βασική προϋπόθεση απ’ όλα τα Κράτη Μέλη της τότε ΕΟΚ και μετέπειτα, που εξέταζαν τις επιπτώσεις αυτές. Επιπλέον, η επιβολή του φόρου, με βάση την προστιθέμενη αξία μάς επιτρέπει να γνωρίζουμε κάθε στιγμή ποιά είναι η συνολική επιβάρυνση κάθε προϊόντος, γιατί αυτή είναι ανάλογη μόνο της αξίας του και όχι του αριθμού των σταδίων από τα οποία πέρασε το προϊόν και τιμολογήσεων, που προηγήθηκαν.

Εδώ, όμως, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η νησιωτικότητα ως έννοια, έχει περάσει τόσο στο Ελληνικό, όσο και στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα. Ωστόσο, μέχρι σήμερα υπάρχει ένα τεράστιο έλλειμμα οριζόντιων πολιτικών για τα νησιά μας σε Εθνικό αλλά και Ευρωπαϊκό επίπεδο.
Κατόπιν της διαπίστωσης αυτής είναι καιρός για μια συνολική επανατοποθέτηση των ιδιαιτεροτήτων της νησιωτικότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Και όπως τόνισε ο βουλευτής Δωδεκανήσου κ. Μάνος Κόνσολας:«...όχι μέσα από μια συγκρουσιακή λογική απομόνωση, αλλά μέσα από μια ευέλικτη διπλωματία, που θα επιχειρήσει να επιβάλλει στην ατζέντα ένα νέο πλαίσιο διεκδίκησης».
Στη Δωδεκάνησο δεν ζητάμε προνόμια, αλλά ένα πλαίσιο που θα εξισορροπεί τις ανισότητες που αντιμετωπίζουν οι νησιωτικές περιοχές.

Για την εναρμόνιση της χώρας μας και τις επιπτώσεις του ΦΠΑ στο επίπεδο των τιμών, την προοδευτικότητα του φόρου, την έκταση της υποκατάστασης του φόρου, την έκταση της υποκατάσταση των υφιστάμενων φόρων κ.λπ. εργάστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι ειδικοί επί του θέματος, καθώς και ειδικοί υπηρεσιακοί παράγοντες του Υπουργείου Οικονομικών. Απόδειξη της σοβαρότητας του θέματος είναι ότι και χώρες που βρίσκονται εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να πιέζονται από κάποια Συνθήκη ή υποχρέωση, έχουν αποδειχθεί να εφαρμόζουν το φόρο προστιθέμενης αξίας.

Συμπεράσματα από τη Μελέτη του Καθηγητή Π.Δ. Δαγτόγλου
1. Η Ελλάδα έχει αναλάβει την υποχρέωση να εισαγάγει τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) ως την 1.1.1984 (ή η μεταγενέστερη ημερομηνία που θα συμφωνηθεί). Ως τότε η Ελλάδα μπορεί χωρίς συναίνεση ή άλλη σύμπραξη των Κοινοτικών Οργάνων να διατηρήσει φορολογικές ιδιοτυπίες, όπως το ειδικό φορολογικό καθεστώς της Δωδεκανήσου.

2. Η εισαγωγή του ΦΠΑ δεν θίγει “ειδικούς” φόρους κατανάλωσης, που δεν αποτελούν φόρους κύκλου εργασιών (όπως π.χ. ο φόρος καπνού, καυσίμων κ.λπ.). Από αυτούς μόνο ο φόρος καπνού έχει εναρμονισθεί.

3. Το κρίσιμο για τα Δωδεκάνησα ζήτημα είναι αν επιτρέπεται η εισαγωγή του ΦΠΑ με αποκλίσεις ή εξαιρέσεις κατ’ αντικείμενο ή κατά Περιφέρεια.
Το επιτρεπτό της διαφοροποιήσεως του συντελεστή ΦΠΑ κατά το αντικείμενο της φορολογητέας ύλης δεν παρουσιάζει κατ’ αρχήν προβλήματα. Κατά το υπόδειγμα της Δεύτερης Οδηγίας περί ενιαίας εισαγωγής ΦΠΑ επιτρέπει (υπό ορισμένους όρους που αναφέρονται στη φοροτεχνική διαμόρφωση και τη διασφάλιση του ελεύθερου κοινοτικού εμπορίου) την πρόβλεψη μειωμένων ή αυξημένων συντελεστών για ορισμένα αγαθά ή υπηρεσίες.
Και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δέχθηκε πρόσφατα (απόφαση 15/81, SCHUL), ότι στο σημερινό στάδιο εναρμόνισης του ΦΠΑ δεν υπάρχει ακόμη ενότητα ούτε στον αριθμό ούτε στο ποσοστό των συντελεστών. (σ.σ. αυτό ισχύει μέχρι σήμερα. Κ.Ι.Φ.)

4. Οσον αφορά τις κατ’ αντικειμένο απαλλαγές από τον ΦΠΑ η Έκτη Οδηγία (κατ’ απόκλιση από τη Δεύτερη Οδηγία), περιέχει λεπτομέρειες διατάξεις περί των επιτρεπομένων απαλλαγών, απαγορεύοντας επομένως όλες τις μη ρητώς αναγραφόμενες (άρθρα 13-16) ή ήδη ισχύουσες (άρθρο 28 παρ. 2 και 3).

5. Η περίπτωση των κατά περιφέρεια διαφοροποιημένων (αυξημένων ή μειωμένων) συντελεστών ΦΠΑ δεν ρυθμίζεται στην Έκτη Οδηγία (όπως ούτε στη Δεύτερη Οδηγία, την οποία αντικαθιστά). Το γεγονός αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μια τέτοια γεωγραφική διαφοροποίηση απαγορεύεται καθ’ εαυτή. Ένδειξη περί του εναντίον αποτελεί η πρακτική των κρατικών μελών, π.χ. η Γαλλία εφαρμόζει στην Κορσική μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ. Η γεωγραφική διαφοροποίηση δεν θίγει, εξάλλου, τους “ίδιους πόρους” της Κοινότητας.
(Σημείωση δική μας. Να σημειωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση παίρνει 0,60% επί του συνόλου του ακαθόριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) και δεν λαμβάνει καθόλου το ύψος του ΦΠΑ που συγκεντρώνει κάθε χώρα. Απόδειξη αποτελεί και το γεγονός ότι το ύψος των συντελεστών ΦΠΑ είναι διαφορετικοί σε κάθε χώρα. Κ.Ι.Φ.).

6. Αντιθέτως, η πλήρης εξαίρεση τμήματος της Επικρατείας Κράτους Μέλους από τον ΦΠΑ επηρεάζει το ύψος ιδίων πόρων των Κοινοτήτων που προέρχονται από τα έσοδα του ΦΠΑ. Η Δεύτερη Οδηγία (που είναι προγενέστερη από την απόφαση του Συμβουλίου περί των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων) αφήνει, βέβαια, τον καθορισμό του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής του ΦΠΑ στη διάκριση των Κρατών-Μελών, υπό τη μονή προϋπόθεση διαβουλεύσεων με την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η Έκτη Οδηγία, όμως, που καταργεί τη Δεύτερη προβλέπει αποκλειστικά τις εξαιρούμενες Περιφέρειες-στην περίπτωση της Ελλάδας το Άγιο Όρος. Ο κατάλογος, όμως, της Οδηγίας αυτής δεν είναι αναλλοίωτος, αλλά έχει ήδη συμπληρωθεί με μεταγενέστερες Οδηγίες (γαλλικό προηγούμενο).

7. Η περίπτωση του γερμανικού νησιού Helgoland (όπως προαναφέρεται) έχει ενδιαφέρον, γιατί αναφέρεται σε νησί που ενσωματώθηκε στη Γερμανία (όπως τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα), ύστερα από μακρόχρονη περίοδο ξένης κυριαρχίας, προσκομίζοντας μαζί ένα ιδιαίτερο τελωνειακό και φορολογικό καθεστώς. Το νησί αυτό αποτελεί τμήμα του εδάφους των Κοινοτήτων, αλλά εξαιρέθηκε με την Έκτη Οδηγία από την εφαρμογή του ΦΠΑ.

8. Από τα ανωτέρω προκύπτουν δύο εναλλακτικές δυνατότητες για τη διατήρηση ιδιαίτερου φορολογικού καθεστώτος στα Δωδεκάνησα. Η πρώτη δυνατότητα είναι η πλήρη απαλλαγή από τον ΦΠΑ.
Αυτή είναι η δυνατή με την προσθήκη της Δωδεκανήσου στις περιφέρειες του άρθρου 3 παρ. 2 της Έκτης Οδηγίας με έκδοση νέας οδηγίας. Η λύση αυτή προϋποθέτει βέβαια τη συναίνεση όλων των άλλων κρατών μελών. Η ελληνική κυβέρνηση μπορεί πάντως να ζητήσει από τους εταίρους της μιά οικονομικά και ιστορικά θεμελιωμένη τροποποίηση, που, όχι μόνο δεν θα ήταν ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο, αλλά θα ακολουθούσε υφιστάμενο ήδη προηγούμενο.

9. Η δεύτερη δυνατότητα είναι η εφαρμογή μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ στη Δωδεκάνησο. Η λύση αυτή έχει το πλεονέκτημα ότι δεν εξαρτάται από τη συναίνεση των άλλων κρατών μελών ή των κοινοτικών οργάνων. Το επιτρεπτό της λύσεως αυτής εξαρτάται από την πλήρωση ορισμένων ουσιαστικών και τυπικών προϋποθέσεων, οι οποίες, όμως, πληρούνται.

10. Ουσιαστικές προϋποθέσεις: Ο μειωμένος για τη Δωδεκάνησο συντελεστής ΦΠΑ δεν αποτελεί φορολογική διάκριση εις βάρος εισαγομένων και εις όφελος εγχωρίων προϊόντων, ούτε είναι ασυμβίβαστος με την ανταγωνιστική ουδετερότητα του ΦΠΑ, ούτε τέλος θίγει τους ιδίους πόρους των Κοινοτήτων.

11. Διαδικαστικές προϋποθέσεις: Δεν απαιτούνται διαβουλεύσεις, αλλά επιβάλλεται από το άρθρο 6 παρ.1 ΣυνθΕΟΚ η ενημέρωση της Επιτροπής, που ενημερώνει και τα άλλα κράτη μέλη. Η Επιτροπή ΦΠΑ μπορεί να εξετάσει το ζήτημα, η γνώμη της έχει όμως συμβουλευτική απλώς σημασία».
* * *
Αυτές είναι οι διαδικασίες που συντονισμένα κάναμε τη 10ετία του 1980, αντιμετωπίζοντας ένα σωρό αντιδράσεις από το Υπουργείο των Οικονομικών. Τελικά, όμως, με επιμονή και καλή μελέτη του θέματος κατορθώσαμε να καθιερωθούν στη Δωδεκάνησο για όλα τα είδη και υπηρεσίες. (Κ.Ι.Φ.)