Κωνσταντίνος Σιμωνίδης, ο κορυφαίος Συμιακός διανοητής που γοήτευσε τον πνευματικό κόσμο

Γράφει η
Hλίας Κ. Κυπραίος
πολιτευτής Δωδεκανήσου

Ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης (1820-1867) ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων εκείνων που σπανίως η φύση έχει  προικίσει με τόσο λαμπρό νου οικουμενικής ακτινοβολίας, ο οποίος κατέκτησε και γοήτευσε ολόκληρο τον πνευματικό κόσμο της εποχής του, αλλά ταυτόχρονα επέσυρε τη ζηλοτυπία και τη μήνιδα της παγκόσμιας Ιντελιγκέντσιας, με αποτέλεσμα  να κατασυκοφαντηθεί από αυτήν ως «πλαστογράφος» και «τυχοδιώκτης», ενώ, 150 χρόνια μετά το θάνατό του, η επακριβής εξέταση, με τη μέθοδο και τα μέσα της σύγχρονης τεχνολογίας, αποφαίνεται υπέρ της γνησιότητας των περίφημων αρχαίων παπύρων και εγγράφων του.    

Ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης γεννήθηκε στη Σύμη το 1820 και η ληξιαρχική πράξη της γέννησής του θα πρέπει λογικά να είναι καταχωρημένη στα αρχεία της Δημογεροντίας του Δήμου Σύμης.             
Από τα πρώτα χρόνια της μαθητικής ζωής του εκδήλωσε έντονο ενδιαφέρον και λατρεία για τα αρχαία κείμενα, για να εξελιχθεί στη συνέχεια σε ένα ημίθεο συλλέκτη τους. Ανάλωσε ολόκληρη την πατρική του περιουσία ταξιδεύοντας αδιάκοπα οργώνοντας όλο τον κόσμο, προκειμένου να εντοπίσει και να αγοράσει παπύρους, περγαμηνές, παλίμψηστα και αρχαία χειρόγραφα από μοναστήρια, ιδιώτες, παλαιοπώλες κ.λπ.           

 Χωρίς να περιβληθεί το μοναχικό σχήμα, διέμεινε αρκετά χρόνια στην Αθωνική Πολιτεία για να μελετήσει και να εντρυφήσει στα παλαιοχριστιανικά χειρόγραφα και να συμβάλει αποτελεσματικά στη συντήρηση και τη διάσωσή τους, τα οποία είχαν φθαρεί από τη χρήση που έκαναν οι μοναχοί  στις καθημερινές προσευχές τους.           

 Ο Σιμωνίδης στην αρχή προκαλεί τον ενθουσιασμό και εγκωμιάζεται από την παγκόσμια Ιντελιγκέντσια ως σωτήρας της αρχαίας γραμματείας.

Ως γνωστόν, την Ιντελιγκέντσια ανέκαθεν συγκροτούσαν και συγκροτούν οι ακαδημαϊκοί, οι καλλιτέχνες, οι εκπαιδευτικοί, οι συγγραφείς, οι αυτοαποκαλούμενοι «σοφοί» και γενικά όλο το σύστημα και το κατεστημένο της κοινωνίας των γραμμάτων.    Οι μεγαλύτερες εφημερίδες στον κόσμο αφιέρωναν στον Κωνσταντίνο Σιμωνίδη διθυράμβους, εγκώμια και επαίνους.     
Συνδέεται, αλληλογραφεί και συναντάται με τους κορυφαίους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής του, οι οποίοι επιθυμούν να τον γνωρίσουν και να μελετήσουν τα αρχαία πολύτιμα έγγραφα τα οποία κατείχε.        
Τα αυθεντικά κείμενα του Κωνσταντίνου Σιμωνίδη προσήλκυσαν το έντονο ενδιαφέρον των Βασιλέων και των πλουσίων συλλεκτών, οι οποίοι του πρόσφεραν τεράστια χρηματικά ποσά.  
Οι επιστολές του Ιωάννη και του Ιούδα, για την πλαστότητα των οποίων άδικα κατηγορήθηκε, απεδείχθησαν τελικά γνήσιες, όπως και αυτή του Ανδροσθένη, Ναυάρχου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, καθώς επίσης και τα πολύτιμα χειρόγραφα του Αρχιμήδη, του Κικέρωνα, του Πλίνιου κ.λπ. με τη χρήση ακτίνων Χ και με μήκη κύματος φωτός.              

Εντούτοις, μόλις η Ιντελιγκέντσια διείδε τον παραμερισμό της και άρχισε να διαισθάνεται ότι διατρέχει κίνδυνο η πρωτοκαθεδρία και η εγκεφαλική της επιστημοσύνη, από την ιδιοφυία του Κωνσταντίνου Σιμωνίδη, άλλαξε άρδην συμπεριφορά.          

 Ο ενθουσιασμός και οι έπαινοι μεταβλήθηκαν σε αβάσιμες κατηγορίες και άρχισαν - εν γνώσει της αναλήθειας - να ισχυρίζονται ότι παραπλανήθηκαν και εξαπατήθηκαν όλοι τους από τον Συμιακό ταλαντούχο και διαπρεπή αρχαιολάτρη, ότι δήθεν δεν αντιλήφθηκαν την πλαστότητα των αρχαίων παπύρων και εγγράφων του και ότι δεν μπορούσαν να καθορίσουν την πραγματική χρονολογία τους, παρά την υποτιθέμενη αυθεντία και εμπειρογνωμοσύνη τους για την οποία οι ίδιοι κομπορρημονούσαν και δεν δίστασαν να αμφισβητήσουν ακόμη και την αυθεντικότητα και τη γνησιότητα των πτυχίων του, επειδή ακριβώς διέτρεχαν κίνδυνο τα «ύψιστα» συμφέροντά τους.           

Αυτή η ακατονόμαστη συμπεριφορά της Ιντελιγκέντσιας δεν αιφνιδίασε και δεν εξέπληξε τον Κωνσταντίνο Σιμωνίδη.     

Του προξένησε όμως βαθύτατη θλίψη, διότι η συστηματική δυσφήμηση και η οργανωμένη σκευωρία και πλεκτάνη εις βάρος του, σήμανε και το τέλος της λαμπρής φήμης του και της σταδιοδρομίας του. Προκειμένου να προσποριστεί τα προς το ζην, αναγκάζεται να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως διερμηνέα και στο τέλος πηγαίνει στο πατριαρχείο Αλεξανδρείας από το οποίο του ανατίθενται καθήκοντα επισκόπου Αιθιοπίας.     Ο θάνατός του επήλθε στην Αλεξάνδρεια το 1867. Αρχαίες περγαμηνές και άλλα πολύτιμα αρχαία έγγραφα της συλλογής του υπάρχουν στα μουσεία και τις μεγάλες βιβλιοθήκες του κόσμου και πάρα πολλά έχουν καταλήξει στη Μονή του Σινά.                

Το σπίτι του Κωνσταντίνου Σιμωνίδη στη Σύμη ήτο απέναντι από το δημοτικό φαρμακείο.     
Σήμερα, παράλληλα με τους ξένους συγγραφείς που αφιερώνουν άρθρα και εκδίδουν βιβλία για τον αγνοημένο και κατάφωρα αδικημένο Κωνσταντίνο Σιμωνίδη, επιβάλλεται εμείς οι Δωδεκανήσιοι να αναδείξουμε την προσωπικότητα αυτού του ιδιοφυούς Συμιακού με την παγκόσμια εμβέλεια, επιρροή και απήχηση, ο οποίος συγκλόνισε κυριολεκτικά τον πνευματικό κόσμο της εποχής του.     

Σοβαρή προσπάθεια έγινε επί Δημαρχίας του Κώστα Κυπραίου από τον αείμνηστο Συμιακό δημοσιογράφο και συγγραφέα Μιχαήλ Σκευοφύλακα, μέσω των εφημερίδων του «Δωδεκάνησος», «Συμαϊκά Νέα» και «Σύμη», η οποία δυστυχώς δεν συνεχίστηκε μετά το θάνατό τους.
Η δικαίωση του Κωνσταντίνου Σιμωνίδη, η οποία έρχεται 150 χρόνια μετά το θάνατό του, θα πρέπει να εκφραστεί και εμπράκτως με τις ανάλογες εκδηλώσεις σε όλα τα Δωδεκάνησα, προκειμένου να τηρηθεί μια επιβεβλημένη και καλώς εννοούμενη ισορροπία.