Ο γιατρός Θεόδωρος Κωνσταντινίδης και η προσφορά του στο Μακεδονικό αγώνα

Γράφει ο
Κυριάκος Ι. Φίνας

Ο αείμνηστος γιατρός Θεόδωρος Κωνσταντινίδης, με καταγωγή από το Βάτι της Ρόδου, που είχε δεσμούς με τη Λίνδο, με την αμέριστη υποστήριξη της Ροδιακής ομογένειας, εκλέκτηκε βουλευτής Ρόδου, για τη χρονική περίοδο 1908 - 1912 στην Τουρκική Βουλή της Κωνσταντινούπολης.

Εξαρχής, η τουρκική κυβέρνηση, δεν έβλεπε με καλό μάτι τη δραστηριότητα τού εν λόγω Ρόδιου βουλευτή. Είχε αποφασίσει, ως φαίνεται, να εμποδίσει, έστω και με παράνομο τρόπο, την επανεκλογή του, η οποία, ως εξελισσόταν η κατάσταση θεωρούταν βέβαιη, καθόσον στο πρόσωπό του συνέπιπτε η επιλογή του ροδιακού λαού. Εν τω μεταξύ, όμως, δεν πρόφθασαν να θέσουν σε εφαρμογή οι Τούρκοι το εκλογικό τους πραξικόπημα, γιατί αρχές Μαΐου 1912 μεσολάβησε η ιταλική κατοχή της Δωδεκανήσου.

Ο Θεόδωρος Κωνσταντινίδης, σε άρθρο του στην εφημερίδα “Η Ροδιακή” της 22.9.1916 με τον τίτλο: Διήγησις εκ του πραγματικού - αναμνήσεις εκδρομής από Κωνσταντινουπόλεως εις Μακεδονίαν, γράφει: “... Ο Σουλτάν Μεχμέτ Ρεσάτ υπό τας εισηγήσεις των αρχηγών του κόμματος των Εθνικοφρόνων Ταλαάτ του δόκτορος Ναζήμ και Χατζή Αλή Μπέη, παροτρύνοντος και του εν Τριπολίτιδι τότε Ενβέρ Μπέη, διέλυσε τη Βουλή και μετ’ αυτής το φιλελεύθερον κόμμα (σ.σ. σε αυτό συμμετείχε και ο Θ.Κ.) ίσως, δε, μετ’ ολίγον να διαλυθή και αυτό το Κράτος του. Επιπλέον, με σειρά παρανομιών απεκλείστηκαν πάντες όσοι ανήκον εις το φιλελεύθερον κόμμα, προ πάντων όσοι μετέσχον της εκδρομής εκείνης εις Μακεδονίαν. Και ιδού ο λόγος δι’ ον οι Τούρκοι, δια να αποκλείσωσιν και εμέ, παρενόμησαν τοσούτου, ώστε να παραστήσωσιν ότι εν τη εκλογική περιφέρεια Ρόδου, εν η συμπεριελαμβάνοντο και επτά Σποράδες νήσοι, η πλειοψηφία του πληθυσμού ανήκειν εις το τουρκικόν στοιχείον».

Καθώς αναφέρει ο καθηγητής Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, στο βιβλίο του: “Το Μακεδονικό Ζήτημα”:  “... Οι αυθαιρεσίες των εκλογών του 1912 υπήρξαν παροιμιώδεις και άφησαν εποχή στα χρονικά της νεότερης τουρκικής ιστορίας” (“Το Μακεδονικό Ζήτημα”, σελ. 224. Αθήνα 2018).

“Ευτυχώς, όμως, συνεχίζει ο Θ. Κωνσταντινίδης, “κατά Θείαν Πρόνοιαν δεν ηξιώθησαν να απολαύσωσι τους καρπούς της παρανομίας των, διότι καθ’ ήν θα εγίνοντο αι εκλογαί εν Ρόδω διά να εκλεγεί ο ήδη προορισμένος εκ των προτέρων Τούρκος βουλευτής κατά την ώραν και ημέραν, η Ρόδος κατελαμβάνετο υπό των Ιταλών...”.

***

Ο Θ. Κωνσταντινίδης, συνετός και χρήσιμος τοπικός παράγοντας έχαιρε και της φιλίας του ικανότατου Φαναριώτη για τις τότε περιστάσεις Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Ιωακείμ Γ’. Έτσι, ταυτόχρονα, με την προώθηση των τρεχόντων θεμάτων της Ρόδου και της Δωδεκανήσου γενικότερα, κατά το διάστημα της βουλευτικής του θητείας συνεργαζόταν και με τους παράγοντες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ώστε και με την παράλληλη συνεργασία και άλλων ενδιαφερομένων για ισχυροποίηση της Βαλκανικής Συμμαχίας, την οποία εν συνεχεία ο Μεγάλος Πολιτικός Ελευθέριος Βενιζέλος στερέωσε και αξιοποίησε πλήρως στο διπλωματικό πεδίο.

***

Εν τω μεταξύ, το Μάρτιο του 1911 έγιναν στη Ρόδο δημαρχιακές εκλογές, από τις οποίες αναδείχθηκε δήμαρχος Ρόδου ο Σάββας Παυλίδης. Ήταν ο πρώτος Έλληνας δήμαρχος στο νησί κατά τη μακραίωνη τουρκική σκλαβιά. Τη θέση διατήρησε μέχρι το Φεβρουάριο του 1913, καθόσον παύθηκε από τους Ιταλούς και στη θέση του διόρισαν τον ιταλό Αντίλιο Ρίτσο.

Ο Θ. Κωνσταντινίδης, ως βουλευτής Ρόδου ενημέρωνε, κατά τακτά χρονικά διαστήματα τους προεστούς της Λίνδου για τις δραστηριότητές του. Ο γιός του Θ. Κωνσταντινίδη, Αθηναγόρας Κωνσταντινίδης, μού είχε δώσει αντίγραφη χειρόγραφη επιστολή του πατέρα του, που έστειλε στους εκλέκτορες της Λίνδου: Αναστάσιο Β. Ιωαννίδη και Στέφανο Σαββαΐδη, από την Κωνσταντινούπολη, υπό ημερομηνία 15.4.1909, στην οποία περιλαμβάνονταν διάφορες πληροφορίες τής τότε δύσκολης και κρίσιμης εποχής με τους νεότουρκους.

 

1920: Βραβείον από την Ακαδημία Αθηνών

Εν τω μεταξύ, ο Θεόδωρος Κωνσταντινίδης, δεν έπαυσε να ενδιαφέρεται για τα τρέχοντα θέματα, αλλά και σε θέματα που σχετίζονταν με την αρχαία ιστορία της Λίνδου. Το 1920 βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη Μελέτη του: “Λεξιλόγιον της Δημώδους Ροδιακής Διαλέκτου”.

Ο εγγονός τού Θ. Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνος Αθην. Κωνσταντινίδης, με δαπάνη του κυκλοφόρησε το 2002 την εν λόγω βραβευθείσα Μελέτη, με την επιμέλεια του Δωδεκανήσιου Ομότιμου Καθηγητή Πανεπιστημίου Κωνσταντίνου Μηνά.

Στο Κεφάλαιο της Μελέτης: “Τοπωνυμίαι της περιφέρειας Λίνδου”, αναφέρονται: “... η Κράνα, η Κρήνη, τα Καμαριά, ο Φανός, ο Αϊ Μιλιανός, ο Δερματάς, η Ευλός, τα Βλυχά, ο Φάραγγας, το Μυριάντρι, ο Ρήκτης, το Πατελλάος, η Ζάτα, το Μαρμάρι, το Ξενέφαμμα, του Μαύρου, ο Αυλώνας, η Διπλόβουρνα, η Σωμένη, το Μακέλλι, του Τριαντενού ο σπήλιος, η Τραπεζιά, η Σάρτουσα η Ψάλτος ή Ψάρτος, ο Χαλινός, η Πεντάνησος, η Τετράπολη, ο Κίνας, η Φρεγάδα, το Όπλο, η Σπηλιά, η Φώκια, η Πούντα, το Λυ, ο Κίνας, ο Μονόγραφος, ο Σουβριαλιστής, ο Κισσός, το Μερόγλι, ο Χαρκούτσης, το Γιαννακλί, τα Πλακιά, ο Φραγκόσπηλιος, ο Αχερώνας, το Βιγλί, το Φλετρουδάκι, ο Βαθύλακτος, το Καλαφατιό, οι Κεφάλοι, το Φρούι, η Παλαίστρα, ο Ασπρόπηλος, το Καλαμάκι, ο Δέλφινος, ο Ματσουκάς, η Σπηλιώτισσα, ο Θερώλακτος...”.

Ο Θ. Κωνσταντινίδης στη συνέχεια παραθέτει την παρακάτω σημείωση:

“.... Η Λίνδος εμελετήθη καλώς υπό την Δανών Blinkeberg και Κing, οίτινες και την Ακρόπολιν αυτής ανέσκαψαν καθορίσαντες τέλειου του Ναού της Λινδίας Αθηνάς και σπουδαιοτάτας ανακαλύψαντες επιγραφάς.

“Ουχ ήττον, σκοτεινά παραμένουσιν εισέτι πολλά σημεία της Ιστορίας της Λίνδου. Άγνωστον, δε, επίσης διατελεί και πού κείται η Αρχαία αυτής Νεκρόπολις, ης η εύρεσις και ανασκαφή, βεβαίως πολυτιμοτάτους θα προσκομίσει θησαυρούς δια τε την Επιστήμην και το Αρχαιολογικόν Μουσείον...”.

 

Το Συνέδριο της Πάτμου, 1912

Οι Δωδεκανήσιοι, πίστεψαν πράγματι, ότι οι Ιταλοί ήλθαν το 1912 σαν Ελευθερωτές. Έτσι, χωρίς να χάνουν καιρό αμέσως ίδρυσαν στα νησιά τους Αυτόνομους Οργανισμούς, οι οποίοι θα προετοίμαζαν το έδαφος για την Ένωση. Εντός του Μαΐου συνέστησαν Επιτροπή από 51 Αντιπροσώπους, την “Πολιτείαν Καλυμνίων” και αρχές Ιουνίου 1912, τα υπόλοιπα νησιά, μαζί με την Κάλυμνο, οργάνωσαν το Πανδωδεκανησιακό Συνέδριο στην Πάτμο, με σκοπό την ίδρυση ενιαίου φορέα της Δωδεκανήσου.  Προς καλύτερη οργάνωση συγκροτήθηκε λαϊκή αντιπροσωπεία στη Ρόδο, με γραμματέα τον δικηγόρο Γ.Θ. Γεωργιάδη, με υποστήριξη του Υποπροξένου Στ. Λιάτη, με τη φαινομενικά δικαιολογία του Προξένου Παπαδάκη ότι αντιπροσώπευε τα συμφέροντα των Ελλήνων αποκλειστικά υπηκόων, που κατοικούσαν στη Ρόδο. Αυτή, ήταν, άλλωστε, και η γραμμή της Ελληνικής Κυβέρνησης.

Ωστόσο, παρά την αντίδραση των Ιταλών το Πανδωδεκανησιακό Συνέδριο της Πάτμου πραγματοποιήθηκε στις 4 Ιουνίου (π. ημερολόγιο) στο Ιερό νησί του Ιωάννου του Θεολόγου τις εργασίες του οποίου παρακολούθησε και ο Θεμιστοκλής Σοφούλης από την ηγεμονία της Σάμου, με την προτροπή της Ελληνικής Κυβέρνησης, της οποίας πρωθυπουργός ήταν ο Ελεύθεριος Βενιζέλος. Κατά τρόπον, δε, διακριτικό το Συνέδριο παρακολούθησε και ο διπλωματικός υπάλληλος Ίων Δραγούμης.

Στο ψήφισμα που εκδόθηκε μετά το πέρας των εργασιών του Συνεδρίου, ρητά και κατηγορηματικά αναφερόταν στην τρίτη παράγραφο, ότι το Συνέδριο των Πληρεξουσίων της Δωδεκανήσου: “... Διακηρύσσει τον προαιώνιον Εθνικόν των νησιωτών πόθον, της Ενώσεως μετά της Μητρός Ελλάδος...”.

Παράλληλα, και όλα τα άλλα νησιά της Δωδεκανήσου είχαν υπογράψει και εκδώσει ψηφίσματα για την Ένωση. Η ιταλική κυβέρνηση δεν δέχθηκε το ψήφισμα των Αντιπροσώπων της Δωδεκανήσου και το απέρριψε χωρίς συζήτηση.

Μετά την εχθρική συμπεριφορά που έδειξε η Ιταλική Διοίκηση για το Συνέδριο της Πάτμου, το οποίο και διέλυσε δια της βίας, Επιτροπή αποτελούμενη από τον Ιατρό και πρώην βουλευτή Ρόδου Θεόδωρο Κωνσταντινίδη από τη Ρόδο, Ν.Β. Καλαβρό από την Κάλυμνο και Μιχαήλ Βενιαμίν από τη Σύμη, επισκέφθηκαν τη Βιέννη, Ρώμη, Παρίσι και Λονδίνο, προκειμένου να ενημερωθούν οι εκεί Κυβερνήσεις, καθώς και η Ευρωπαϊκή Κοινή Γνώμη. Το ταξίδι αυτό στην Ευρώπη ενέκρινε και ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος.  Επιπρόσθετα ο Θεόδωρος Κωνσταντινίδης στις 20 Νοεμβρίου 1912 έστειλε και πλήρη αναφορά στον Τμηματάρχη του υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας, Ίωνα Δραγούμη, επί της δραστηριότητάς του στο εξωτερικό.

Μέρος της χειρόγραφης επιστολή τού Θ. Κωνσταντινίδη παρατίθεται στη συνέχεια:

“Προς την Αυτού Εξοχότητα τον Τμηματάρχην επί των πολιτικών υποθέσεων του υπουργείου των Εξωτερικών κ. Ίωνα Δραγούμη. Αθήνα.

“... Εκ καθήκοντος πειθαρχίας και εκ του δικαιώματος απολογίας προαγόμενος, υποβάλλω την παρούσαν έκθεσίν μου διασαφηνίζουσαν σημείον τι εκ της εις Ευρώπην αποστολής δια το ζήτημα των νήσων, σημείον ευλόγως προκάλεσε παρεξήγησιν εις βάρος μου και των συναδέλφων μου Βενιαμίν και Καλαβρό...”.

***

“Μέχρι της Βιέννης ακολουθούμεν πιστώς και απαρεγκλίτως τας διαταγάς της Σεβαστής κυβερνήσεως ως και τας οδηγίας των ημετέρων πρέσβεων μεθ’ όλην την κατακραυγήν των Ιταλικών και Βιενναίων εφημερίδων ότι δεν αντιπροσωπεύομεν τας νήσους κατά τον Αμέλιο δυστυχώς μη διαψευσθέντα υπό των νησιωτών.  Εν Βιέννη ελάβομεν διαταγήν όπως μεταβώμεν εις Λονδίνον. Ανεχώρησε πρώτος ο κος Καλαβρός και τούτο ίνα μεταβή εις Βρυξέλλες και απολαύση περισσότερον χρόνο τον εκεί μένοντα αδελφόν του. Εγώ δε μετά του Βενιαμίν αφού απεστείλαμεν το υπόμνημα εις το υπουργείον των Εξωτερικών της Αυστρίας και αφού συνεννοήθημεν μετά των δημοσιογράφων Καραχάλιου και Νικολαΐδου εκ συμφώνου μετά του πρέσβεως Κου Στρέιτ εις ον συνεστήσαμεν  να ζητήσει νέας οδηγίας εξ Αθηνών περί του αν - έπρεπε κατόπιν της εκρήξεως του Βαλκανοτουρκικού πολέμου να αλλάξωμεν πλέον τον τόπον.”.........................................................................

***

Ωστόσο, οι Ιταλοί, παρόλο που διατυμπάνιζαν πως η παραμονή τους στη Ρόδο - στα Δωδεκάνησα - θα ήταν προσωρινή, δεν είδαν με καλό μάτι τη δραστηριότητα του Θεόδωρου Κωνσταντινίδη. Και με την επιστροφή του στη Ρόδο τού υπέδειξαν να φύγει από το νησί, δηλαδή τον εξόριζαν. Τον έσωσε από την άδικη εξορία η ολοκληρωτική συμπαράσταση του ροδιακού λαού.

Παρά ταύτα, ο ένθερμος πατριώτης Θ. Κωνσταντινίδης και κατά τα Συλλαλητήρια του Πάσχα του 1919, δεν αρνήθηκε να προσφέρει ξανά τις καλές του υπηρεσίες στα σκλαβωμένα Δωδεκάνησα.

Τον Απρίλιο του 1919, κυριάρχησε η σκέψη να σταλεί στο εξωτερικό μια Επιτροπή υπό την ηγεσία του Μητροπολίτη Ρόδου για να μεταφέρει σε όλη την Ευρώπη το κήρυγμα της Αυτοδιάθεσης, που επικρατούσε μετά το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Η πρόταση αυτή δεν προχώρησε, γιατί, όπως γράφει στον πρώτο τόμο των Απομνημονευμάτων του, σελ. 82, ο τότε Μητροπολίτης Απόστολος Τρύφωνος: “... η σκέψη αυτή εγκαταλείφθηκε πρωτίστως, διότι θα έμενε το κίνημα - το αίτημα για αυτοδιάθεση - ακέφαλο, και κατά δεύτερο λόγο, διότι υπήρχε η πιθανότητα παρεμπόδισης της επανόδου, όπως συνέβη αργότερα το 1921. Έτσι, όλων, η προσοχή τότε στράφηκε προς τον τέως βουλευτή Ρόδου στην Τουρκική Βουλή της Κωνσταντινούπολης και καλόν πατριώτη Θεόδωρο Κωνσταντινίδη, ιατρόν. Ο οποίος αποδέχθηκε να προσφέρει ξανά τις καλές του υπηρεσίες, με κίνδυνο να μην εγκριθεί από τους Ιταλούς η επάνοδός του.

***

Οι Ιταλοί δεν επανέλαβαν το σφάλμα τους τού 1912 και αθόρυβα άφησαν ελεύθερον τον Θ. Κωνσταντινίδη.  Όμως, ο συγκεντρώνων την αγάπη και εκτίμηση του ροδιακού λαού μέχρι το θάνατό του, το 1950, δεν έπαυσε να είναι χρήσιμος, ακόμη και υπό την ιδιότητα του θεράποντος ιατρού τόσο στο Βάτι, όσο και στις όμορες κοινότητες του χωριού του. Και να συντηρεί την οικογένειά του με τα έσοδα που είχε από τις δύο “μάντρες” αιγοπροβάτων που διατηρούσε η γυναίκα του Μαρία. Δοθέντος ότι, χωρίς αυτό το έσοδο δεν θα ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στα έξοδα σπουδών των γιών του Αχιλλέα και Αθηναγόρα στη Νομική Αθηνών του πρώτου και στο Πολυτεχνείο του δεύτερου. Αυτά μού είχεν εξομολογηθεί ο μακαρίτης πατέρας μου, που συνδεόταν με τον Θεόδωρο Κωνσταντινίδη.

Επίσης θα πρέπει να εξαρθεί ότι, εκτός των άλλων, μία από τις αλτρουϊστικές υπηρεσίες που προσέφερε στη Ρόδο ο Θεόδωρος Κωνσταντινίδης ήταν, όταν μεταφέρθηκε στο νησί (στη Ρόδο) προς το τέλος της δεύτερης του 20ού αιώνα (1918 - 1919) η ισπανική γρίπη και αργότερα η ελονοσία (malaria). Κατά τρόπον ανιδιοτελή ανάλωσε τον εαυτό του και περιφερόμενος με το “μουλάρι”, ως μεταφορικό μέσο, ανά την ύπαιθρο της Ρόδου, προσφέροντας όλην του την ιατρική και ανθρωπιστική συμπαράσταση.

Αιωνία του η μνήμη...