Γράφει ο
ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΑΣΙΩΤΗΣ

Τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Στέλιου Κωτιάδη γίνονται σαράντα χρόνια από τον πρόωρο και ανέλπιστο θάνατό του. Είναι μια περίεργη αντίληψη που εξακολουθούμε να έχουμε οι νεοέλληνες, ότι για να τιμήσουμε κάποιον που υπηρέτησε με τον όρο της Μοναδικότητας στην ηθική της βάση, πρέπει να προηγηθεί η ακατανόητη διαδικασία της κατάψυξης της μνήμης, παραβλέποντας έτσι ότι οι επόμενες γενιές δεν μπορούν να έχουν τη δυνατότητα να ζήσουν φρέσκα τα γεγονότα και κατά συνέπεια να διδαχθούν από αυτά. Κι’ ύστερα, εμείς οι ίδιοι βρίσκουμε καταφύγιο στον βολικό αφορισμό που ορίζει ότι οι νέες γενιές δεν έχουν πρότυπα, αξίες και ιδανικά για να μελετήσουν, να παρακολουθήσουν και να ακολουθήσουν (υποκρισία ή ανεπάρκεια;)


Η άλλη εκδοχή είναι η προσφιλής - αλίμονο! - τακτική της ασέβειας και της αγνωμοσύνης, ό,τι πιο τραγικό χαρακτηρίζει τους μικρόνοες έναντι των μεγάλων και προικισμένων. Νομίζουν ότι μ’ αυτό τον τρόπο ή, έστω και φυλακισμένη στην κατάψυξη μνήμη θα εξασθενήσει και θα μεταβληθεί σε μια άλλου είδους προκρούστεια πρακτική! Παραβλέπουμε επίσης, ότι τέτοιοι ανίεροι και ποταποί τακτικισμοί ακυρώνουν στην πράξη το θεμελιώδες αξίωμα που προσδιορίζει, ότι στη ζωή το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς είναι το παρελθόν, σε αντίθεση με το αστραπιαία προσπελάσιμο παρόν και το απολύτως αβέβαιο μέλλον.

Αλλωστε, όσοι διέθεσαν τη ζωή τους, με καθαρότητα στην υπηρεσία του τόπου, η ηθική ικανοποίηση είναι το μόνο που περιμένουν δικαιωματικά, αν και οι περισσότεροι, διακρινόμενοι από σεμνότητα και ταπεινότητα, ποτέ δεν ζητούν τίποτα. Επαφίενται στην κρίση της κοινωνίας, αλλά αυτή η κρίση, προϊόντος του χρόνου, εξασθενεί, περνά στη σφαίρα των περιστασιακών αναμνήσεων και στο τέλος καταπλακώνεται από την ασήκωτη αμνησία. Θανατηφόρα η λήθη… Κάπως έτσι έρχεται η ώρα της Ιστορίας και αποφαίνεται, υποτίθεται (όπως σημειώνεται κι’ αλλού) αδέκαστα και με άλλα τέτοια ηχηρά.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι η Ιστορία γράφεται από τους νικητές, και επομένως, συμπεραίνουν, δεν είναι αντικειμενική στις κρίσεις τους και στην παράθεση των γεγονότων που πραγματεύεται. Εχουμε όμως και ουκ ολίγα παραδείγματα πολύ σοβαρά, δικά μας και πιο μακρινά, που η Ιστορία γράφτηκε από τους ηττημένους και έτσι επικράτησε!

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι στην Ιστορία εντοπίζεται η μήτρα της πλαστογραφίας και μάλιστα γιγαντωμένη σε τέτοιο βαθμό που η πραγματικότητα να αποτελεί παγιωμένο αντεστραμμένο είδωλο. Γι’ αυτό και νομίζω ότι έχουν δίκιο όσοι ειδικοί υποστηρίζουν πως η Ιστορία, για να προσεγγίζει όσο είναι δυνατό τα όρια της αντικειμενικότητας, δεν πρέπει να γράφεται ούτε σε πολύ μακρινό μέλλοντα χρόνο, αλλά ούτε και στο θερμό παρών. Είναι ίσως ο μόνος τρόπος για να μην μεταλλάσσονται τα γεγονότα και οι πρωταγωνιστές τους σε κακέκτυπες καρικατούρες, αλλά κυρίως για να μην οδηγείται η αλήθεια στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Η νεοπλασία στη συγγραφή της Ιστορίας έχει οδηγήσει σε τερατουργήματα, τα οποία κυριάρχησαν και ποτέ δεν πρόκειται να διορθωθούν. Μεγάλα γεγονότα και σημαντικές προσωπικότητες του δημόσιου βίου μπήκαν στα τάσια πειραγμένων ζυγαριών. Ετσι, άλλα υποτιμήθηκαν, άλλα υπερτιμήθηκαν και πολλά εξαφανίσθηκαν. Οι σκοπιμότητες καθορίζουν τα πάντα. Και πάντα έτσι θα γίνεται, όπως πολύ εύγλωττα μαρτυρούν τα γεγονότα της δικής μας περιόδου. Οσοι στο απώτερο αύριο γράψουν την Ιστορία του σήμερα, θα φροντίσουν πρωτίστως για το περιτύλιγμα. Ετσι όταν αφαιρεθεί το περιτύλιγμα και φανεί το περιεχόμενο, εμείς δεν θα είμαστε εδώ για να εκπλαγούμε. Όπως δεν έχουμε ερείσματα για να εκπλαγούμε για όσα γράφτηκαν για εποχές που εμείς δεν υπήρχαμε.

Με τον τρόπο αυτό διαιωνίζεται η σαθρή άποψη περί αντικειμενικής Ιστορίας, που μη μπορώντας να αποδείξουμε την υποκειμενικότητά της, συναρμολογούμεθα και συρόμαστε όλοι στις ράγες του ίδιου συρμού.

Οσοι γλίτωσαν από αυτή την κατασκευή, ήταν ή απλώς τυχεροί, ή γιατί οι συγγραφείς της Ιστορίας δεν μπορούσαν να κάνουν το άσπρο μαύρο…

Τώρα τι σχέση έχουν όλα αυτά τα περίπλοκα με τον Στέλιο Κωτιάδη; Είναι το προφανές ερώτημα, η πρόδηλη και κατανοητή απορία.

Εχουν σχέση.
Εχουν σχέση με την αξιολόγηση της πολιτείας του αείμνηστου υπουργού.
Εχουν σχέση με την εποχή του.
Εχουν σχέση με τους συμπρωταγωνιστές του.
Εχουν σχέση με το έργο και την προσφορά του.
Εχουν σχέση με την μέχρι τώρα αξιολόγησή του.
Εχουν σχέση με τον ψυχικό του κόσμο.
Εχουν σχέση με τη στάση του ως εξέχοντος μέλους μιας κοινωνίας.
Εχουν σχέση με το πνευματικό του επίπεδο, τη συγκρότησή του και το αντίκρυσμα αυτών στον δημόσιο βίο.
Εχουν σχέση με την ανατολή της νέας εποχής στη Δωδεκάνησο μετά την απελευθέρωση.
Εχουν σχέση με την απήχησή του και τα ερείσματά του στα λαϊκά κυρίως στρώματα.
Εχουν σχέση με την αίσθηση του καθήκοντος προς την πατρίδα και τους Δωδεκανήσιους.
Εχουν σχέση με τη συνέπεια και τη σταθερότητα στις πολιτικές του θέσεις.
Εχουν σχέση με όλους εμάς, ιδίως δε με τους νέους που σήμερα με όλα όσα συμβαίνουν, έχουν χάσει το μπούσουλα και πελαγοδρομούν σε επικίνδυνες ατραπούς.
Εχουν σχέση με το (ζοφερό) μέλλον και τους τωρινούς πολιτικούς μας, καθώς και με το χάσμα που τους χωρίζει από την εποχή του Στέλιου Κωτιάδη, αλλά και τον ίδιο.
Εχουν σχέση με την πρόοδο και την ανάπτυξη.
Εχουν σχέση με την βούληση και την ικανότητα να χτίζεις επί ερειπίων και να ανοίγεις δρόμους.

Όλα αυτά συνοψίζονται σε λίγες μόνο λέξεις: ήθος, εντιμότητα, ακεραιότητα, ανιδιοτέλεια, αξιοσύνη, προσφορά με κόπο και μόχθο. Δηλαδή, με όλα όσα σήμερα έχουν ισοπεδωθεί και έχουν υποκατασταθεί από τους αντίστροφους ορισμούς τους.
Σε καμιά εποχή ο κόσμος δεν ήταν αγγελικός, αλλά η σημερινή παρακμιακή πορεία μόνο με την περίοδο του μεσοπολέμου μπορεί να συγκριθεί.

Στην περίοδο που αναφερόμαστε τα παρακμιακά φαινόμενα είχαν το ανάστημα ποώδους φυτού. Σήμερα ψήλωσαν σαν κυπαρίσσια ορθόκλαδα με ρίζες βαθιές ώστε να μην τα λυγίζει κανένας αέρας. Ηταν δύσκολη περίοδος, αλλά ο κόσμος δεν είχε χάσει τη ψυχή του, τα ιδανικά του, τα πιστεύω του, τις αξίες που πρέσβευε.

Σήμερα όλα είναι επίπεδα, με ροπή προς τον κατήφορο. Και δυστυχώς η κακοποιημένη Ιστορία δεν μπορεί να βοηθήσει, γιατί τα παραδείγματα των (όποιων) Κωτιάδηδων είναι κουκουλωμένα από τις πρακτικές των αθάνατων ειδών των τσαρλατάνων και των κομπογιαννιτών, με τους οποίους, πολιτικά, όλοι έχουμε κάποια συγγένεια, εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας, μηδέ ημών των δημοσιογράφων εξαιρουμένων, φυσικά.

Όλα πλέον πωλούνται στις λαϊκές αγορές εν είδει ζαρζαβατικών, φορτωμένων μάλιστα με μπόλικα φυτοφάρμακα.

Υ.Γ.: Τον θάνατο του Στέλιου Κωτιάδη τον πληροφορήθηκα ένα βράδυ του Ιουλίου 1971, όταν έπεσε στα χέρια μου ένα μονόστηλο στην εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς» στη Θεσσαλονίκη, όπου εργαζόμουν ως «δόκιμος» διορθωτής. Θυμάμαι ακόμη το ρίγος και την ανατριχίλα που ένιωσα. Το «γιατί», το κατάλαβα πολλά χρόνια αργότερα…