Απεβίωσε ο Κωνσταντίνος Σαντορινιός, πατέρας του υφυπουργού Ναυτιλίας Νεκτάριου Σαντορινιού

Απεβίωσε σήμερα σε ηλικία 89 ετών, μετά από μάχη που έδωσε με σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, ο Κωνσταντίνος Σαντορινιός, πατέρας του σημερινού υφυπουργού Ναυτιλίας Νεκτάριου Σαντορινιού.

Ο Κωνσταντίνος Σαντορινιός, είχε μιλήσει στη ΡΟΔΙΑΚΗ με συνέντευξη που παραχώρησε στη Ροδούλα Λουλουδάκη τον Φεβρουάριο του 2015, αμέσως μετά την εκλογή του γιού του Νεκτάριου ως βουλευτή Δωδεκανήσου, αποτυπώνοντας τη ζωή, τα βάσανα, τον αγώνα και τις αγωνίες της οικογένειάς του.


Μιλήστε μας για εσάς, για τη διαδρομή της οικογένειά σας;
Γεννήθηκα το Γενάρη του 1929 στη Σύμη, τέσσερα αδέλφια είμαστε, όλα αγόρια. Ο παππούς της μάνας μου ήταν από τη Μόσχα, Λεόντιος στο όνομα, και τέσσερις γενιές πριν ο παππούς μας ήρθε από τη Σαντορίνη στη Σύμη. Στη Σύμη αν δεν μας πεις «του Λεμονιού» δεν μας βρίσκεις. Το 1940 τελείωσα το Δημοτικό, πήγα και γράφτηκα στο Γυμνάσιο μα δεν πήγα ποτέ διότι κηρύχτηκε ο πόλεμος. Η πρώτη μου δουλειά ήταν παιδάκι να κάνω θελήματα στους Ιταλούς, να τους αγοράζω τσιγάρα και τέτοια για να μας δίνουν να φάμε γιατί τότε μείναμε χωρίς πατέρα, ο πατέρας μας αποκλείστηκε με τα σφουγγαράδικα στη Βεγγάζη. Ήρθαμε στη Ρόδο, στο Παραδείσι να μείνουμε Βιλανόβα το λέγανε τότε, πλούσιο μέρος είχε τον κάμπο, είχε νερόμυλους, παρήγαγε ντομάτες, κολοκυθάκια, όλα τα ζαρζαβατικά.

Ο πατέρας σας γύρισε κάποτε;
Γύρισε όταν τελείωσε ο πόλεμος, το 1945 από τη Μέση Ανατολή. Ήμασταν πια μεγάλα τα παιδιά. Γύρισε για να φύγουμε να πάμε στην Αίγυπτο, στο Σουέζ, αλλά ήταν αριστερός και του πήραν το ναυτικό φυλλάδιο. ΄Εγινε ψαράς, έριχνε τους δυναμίτες για να πιάσει ψάρια, κι έτσι σκοτώθηκε.

Πώς έγινε, σε ποιες συνθήκες;
Ήμουν κι εγώ στη βάρκα, νέος 20 χρονών και τον κουβάλησα δυόμιση ώρες νεκρό με τα κουπιά στη στεριά. Στην κηδεία του δεν πήγα, ήμουν σε άλλο κόσμο, δεν καταλάβαινα τι είχε συμβεί. Αργότερα φάνηκε ότι εκείνη η αναλαμπή του όλμου που τον σκότωσε κατέστρεψε σιγά- σιγά και το δικό μου μάτι.

Πώς έζησε μετά η οικογένεια;
Ήμουν ο μεγαλύτερος. Ο μικρός ήταν μόλις εννιά χρονών. Μεγαλώναμε και δουλεύαμε από μικρά παιδιά. Κι ήταν κι η μάνα μας η Ειρήνη που δούλευε πιο πολύ απ΄ όλους. Από το Παραδείσι μέχρι τον Έμπωνα με τα πόδια, έπαιρνε πατάτες, κι έφερνε λάδι από κει. Μετά τον πόλεμο η Ρόδος άρχισε να έχει οικοδομική δραστηριότητα  και δούλεψα στις οικοδομές με τον δεύτερο αδελφό μου. Στη δεκαετία του ΄60 μέναμε πια στην Παλιά Πόλη, στην Οβριακή και έφτασα στο σημείο μαζί μ΄ ένα άλλο καλό παιδί Ροδίτη να κάνουμε εργολαβίες και να χτίζουμε στη Θεμιστοκλή Σοφούλη, στη Βορείου Ηπείρου, στη Διαγοριδών, στην Κέννεντι, γύρω-γύρω από το Μόντε Σμιθ δηλαδή και ψηλά στην Εθνικής Αντιστάσεως. Ήταν μετά το μεγάλο σεισμό του 1955 που είχανε πέσει κτήρια, και πολλά είχανε ρωγμές.

Και από τις οικοδομές πως ξεκινήσατε να φτιάχνετε ζαχαρωτά και καραμέλες;
Ο θείος μου στην Κύπρο είχε βιομηχανία ζαχαρωδών προϊόντων, λουκούμια, κουφέτα, καραμέλες, βανίλια (υποβρύχιο), αφρόζα  που έχει απαγορευτεί σήμερα.

Τι ήταν η αφρόζα;
Χωνευτικό που γινόταν από μείγμα ζάχαρης, σκόνη λεμονιού και σόδα μαζί με λίγο άρωμα. Λειτουργούσε ως χωνευτικό. Πήγαινες στο καφενείο, ζητούσες αφρόζα. Μετά αποσύρθηκε από την κυκλοφορία, αλλά στην πραγματικότητα είναι που δεν υπάρχουν τεχνίτες να τη φτιάξουν. Στείλαμε λοιπόν τον τρίτο μας αδελφό να μάθει την τέχνη στην Κύπρο. Εκείνος είναι ο τεχνίτης. Ξεκίνησε το 1961 ο Γιάννης, κι ακολουθήσαμε οι άλλοι δύο. Ο Λευτέρης γυρνούσε τα νησιά της Ρόδου και έκανε τις διανομές. Το Λευτερά τον ξέρουνε μέχρι σήμερα. Εγώ πήγαινα στα νησιά.

Πού ήταν η βιοτεχνία σας;
Στην Παλιά Αγορά, στην οδό Πυθαγόρα, απέναντι από το φούρνο του Καβούνια ενός από τους μεγαλύτερους στη Ρόδο τότε, και κοντά στα ποτά του Σιφωνιού, λίγο πιο κει ήταν η αμερικάνικη αγορά, πιο κάτω ήταν το εργαστήρι του Βάλλα, ένα ζαχαροπλαστείο με πάστες, παγωτά, κουραμπιέδες όλο το χρόνο… Περνούσες έξω από τη βιοτεχνία «Αφοι Σαντορινιού» και μοσχομύριζε ο τόπος. Καραμέλες και κουφέτα αμυγδάλου που δεν κάνει κανείς σήμερα στη Ρόδο. Όταν ήταν παραμονές γιορτών κόσμο να δεις να κυκλοφορεί στην αγορά… Γυρίζαμε με τ’ αυτοκίνητα και τα δίναμε τα ζαχαρωτά, κι εκείνη την εποχή υπήρχε κι ο Βλαστός με είδη γάμου που πουλούσε μαζί και τα δικά μας προϊόντα. Στην οδό Γαλλίας ήταν ο Βλαστός, αριστερά στη γωνία.

Πώς ήταν τα καζάνια σας, τα σύνεργά σας;
Τα καζάνια ήταν μπακιρένια, από κάτω η γκαζιέρα ήταν πάνω σε άξονα με λουριά. Μια κουφετιέρα είχε μέσα 40 κιλά κουφέτα και «γύριζε» μ’ αυτά. Σκεφτείτε πόσο μεγάλο ήταν το καζάνι. Είχαμε δύο κουφετιέρες και καθημερινά μπορούσες να παράγεις και ποσότητα για τέσσερις κουφετιέρες, αλλά συνήθως παράγαμε για δύο. Ήταν τα καζάνια για τα λουκούμια … Έριχνες ένα τσουβαλάκι ζάχαρη 30 κιλά, κι ήταν κι η μηχανή που «έδενε» το ζυμάρι, κι έκανε τις καραμέλες ό,τι γεύση ήθελες, ό,τι άρωμα ήθελες είτε από λάδι ήταν το άρωμα είτε από σκόνη. Είχαμε και την toffee την μαλακιά καραμέλα που έλιωνε στο στόμα… Τα αρώματά τους έρχονταν άλλα από την Αγγλία, άλλα από τη Γερμανία, και μερικά από την Ελλάδα.

Ποια ήταν η συνταγή για το καλό λουκούμι;
Το λουκούμι θέλει τις σωστές αναλογίες, από τις οποίες να μην ξεφύγεις καθόλου, αυτό είναι το μυστικό. Η δική μας συνταγή ήταν του θείου μας του τεχνίτη από την Κύπρο, που υπάρχει μέχρι σήμερα ως βιοτεχνία: «Βιοτεχνία Αφοι Θεοδότου»… Το λουκούμι αμυγδάλου ήταν το καλύτερο και το πιο ακριβό, μετά το τριαντάφυλλο, το περγαμόντο και τα λουκούμια ήταν πασπαλισμένα ή με ζάχαρη άχνη ή με καρύδα. Στο κόψιμό του το λουκούμι το στρωνες ή με καρύδα ή με ζάχαρη άχνη και το κοβες πάνω εκεί. Το λουκούμι θέλει τρεις με τρεισήμισι ώρες να βράσει για να δέσει και να το ανακατεύεις συνέχεια, να γυρίζει η άγκυρα…

Και το μυστικό της καραμέλας ποιο είναι;
Ότι δουλεύεται ζεστή, άμα κρυώσει πάει τελείωσε. Έμπαινε κόσμος πολύς τότε στην Παλιά Αγορά, όσοι μένανε στην Μητρόπολη, στην Αγία Αναστασία, τον Άη Γιάννη, έμπαιναν από την Κόκκινη Πόρτα. Άλλοι έρχονταν από τα χωριά… και μέσα ζούσαν Έλληνες, Οθωμανοί, Εβραίοι, όλες οι φυλές….

Αργότερα, μετά το 1974 αλλάξατε εντελώς αντικείμενο, αρχίσατε να εμπορεύεστε τρόφιμα, να φέρνετε αντιπροσωπείες τροφίφων!
Είχα αντιπροσωπείες ειδών τροφίμων, λάδια, χαλβάδες, τυριά, όσπρια, ζυμαρικά, ό,τι έχει το παντοπωλείο μέσα, μέχρι απορρυπαντικά. Τη δύναμη που είχα τότε μου την έδινε η γυναίκα μου, τώρα δεν έχω. Αυτό είναι που με κάνει και κλαίω περισσότερο, που δεν ζει για να δει το γιό της.

Καλή σύντροφος;
Χρυσή σύντροφος, αυτή ήταν η Ασπασία.

Όταν σας είπε για πρώτη φορά ο γιός σας ο Νεκτάριος Σαντορινιός ότι θέλει να πολιτευτεί, τι του είπατε;
Είχα τις αντιρρήσεις μου, αλλά δεν μπορούσα να στερήσω και τη θέληση του παιδιού μου. Του είπα: φέρεις μεγάλη ευθύνη.

Τώρα που εξελέγη πρώτος βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ, τι σκέφτεστε;
Είναι μεγάλη η συγκίνηση για έναν πατέρα. Είναι μεγάλη η ευθύνη ενός πατέρα να αναθρέψει τα παιδιά του και μεγάλη συγκίνηση όταν βλέπει να βγαίνουν στην κοινωνία σωστά.

Ήσασταν κι εσείς αριστερός, ενεργός!
ΕΔΑίτης, μοίραζα ψηφοδέλτια της ΕΔΑ. Μια φορά το 1961 με το Λευτέρη μας κυνηγούσαν οι Ασφαλίτες να δουν πού θα μοιράσουμε τα ψηφοδέλτια. Τους παραπλανούσαμε… επήγαινες εσύ τα παιρνες και τα δινες σε άλλον, κι ο άλλος σε άλλον να μην ξέρουν οι Ασφαλίτες ποιος τα ΄χει στα χέρια του. Ήταν πολλοί τότε που κυνηγήθηκαν, ούτε δίπλωμα αυτοκινήτου δεν έπαιρνες αν ήσουν αριστερός.  

Περιμένατε ότι θα κυβερνήσει ποτέ η Αριστερά την Ελλάδα και μάλιστα ότι αυτό θα γίνει επί των ημερών σας;
Όχι, κι όχι μόνο εγώ όλοι οι αριστεροί. Είχε ξαναδώσει ένα δείγμα γραφής το 1958 η ΕΔΑ. Περάσαν πολλά χρόνια από τότε, άργησε, αλλά έγινε. Εγώ είμαι στο τέλος της ζωής  μου, θέλω τα παιδιά μου και τα παιδιά όλου του κόσμου να μην υποφέρουν όσα υποφέραμε εμείς και θέλω κι εγώ να πεθάνω όρθιος, να μην τα ταλαιπωρήσω. Κόψε όμως μερικά από μέσα που σου είπα, μην τα γράψεις όλα…