Γιώργος Τσοπανάκης: Τα χρόνια της αθωότητας

Ηλίας Κωτιάδης

 

Εδώ και αρκετό καιρό μου ζήτησε ο Μιχάλης αν έχω κάποιες φωτογραφίες του Γιώργου, γιατί ετοιμάζεται ένα αφιέρωμα στην εφημερίδα και αυθόρμητα του είπα ότι θα βρω και ακόμα ότι θα έγραφα και εγώ μερικές αράδες. Του είπα μάλιστα ότι έχω βρει και τον τίτλο “τα χρόνια της αθωότητας”. 

Ο Μιχάλης ευγενικά μου υπενθύμισε ότι το dead line έρχεται και εγώ δεν είχα βρει παρά μόνο δύο φωτογραφίες, μία στον γάμο μου που απέρριψα και αυτή που υπάρχει στο σημερινό κείμενο του Γιώργου, της αδερφής μου Εύης και μένα  απ’ το αεροδρόμιο των Μαριτσών  την εποχή της ΤΑΕ προδρόμου της Ολυμπιακής, όταν μας έπαιρνε ο θείος Σάββας στην εβδομαδιαία του αποστολή, αυτής της παραλαβής του πατέρα μου από την Αθήνα που μας έφερνε σοκολάτες και φιστίκια Αιγίνης εξού και η προθυμία μας να πάμε στ’ αεροδρόμιο.

Η προσπάθεια της αναζήτησης των φωτογραφιών δημιούργησε διάφορα ερωτηματικά και κυρίως το πώς είναι δυνατόν να μην έχεις φωτογραφίες μαζί μ’ έναν άνθρωπο που τουλάχιστον επί πολλά χρόνια βλεπόσουνα σχεδόν καθημερινά παίζοντας, διαβάζοντας, τρώγοντας, μαλώνοντας, κάνοντας όνειρα στο σπίτι μας ή περισσότερο στο δικό τους, της πάντα ανοιχτόκαρδης και φιλόξενης θείας Έλλης που μαζί την θεία Αθανασία και την Κατερίνα  μας καλοδεχόντουσαν.  

Το σπίτι με τη μεγαλειώδη αλάνα, όπου γινόταν το κέντρο των παιδικών μας εξορμήσεων μαζί με τους γείτονες τους Ασπράκηδες και Παρασκευάδες, αλλά και τους Μοντεσμίτες, που έλεγε ο άλλος αδικοχαμένος φίλος, ο Λούης.

Και τα καλοκαίρια αυτά της Σαλάκου, της στρωματσάδας, του κρυφτού και του κυνηγητού, του άπαξ της βδομάδας θερινού περιφερόμενου σινεμά, όπου κουβαλούσαμε τις καρέκλες μας στην κεντρική πλατεία του χωρίου  για να παρακολουθήσουμε τα ελληνικά δράματα και τις κωμωδίες.  

Ποδόσφαιρο με φωνές που δεν άφηναν τους μεγαλύτερους να κοιμηθούν μαζί με τον μικρότερο αδελφό του Δημήτρη και τα ξαδέλφια του Νίκο και Σάββα και καυγάδες για παίκτες και ομάδες.  Όλοι εναντίον του Γιώργου που ήταν ο μοναδικός ΑΕΚτζής της παρέας.

Και μετά ο χωρισμός και οι καλοκαιρινές επαφές μόνο, μια και εγώ πήγα Γυμνάσιο στην Αθήνα.  Μια και τα ενδιαφέροντα άλλαξαν, απαξιώθηκε και η καλοκαιρινή Σάλακος, εκτός από ένα μεγαλειώδες φοιτητικό πάρτη και αυτό όμως χωρίς φωτογραφίες.  Εάν γινόταν σήμερα, το facebook θα είχε πάρει φωτιά.  
Μεγαλώναμε και οι συνθήκες της δουλειάς του καθενός μας έκαναν λίγο απόμακρους μα πάντα όταν βρισκόμασταν ξεχώριζε ο κάθε τρίτος ότι μας συνέδεε κάτι βαθύτερο.

Ο Γιώργος τράβηξε τον δρόμο της δικηγορίας, τον οποίο τελικά δεν άντεξε, όχι αδίκως, με αυτά που  μας εξηγούσε. Πόσοι άλλοι δεν το έχουν σκεφτεί, αλλά δεν το τόλμησαν, όπως εκείνος. Ανακατεύτηκε με την πολιτική, γιατί αγαπούσε τον τόπο και όχι για προσωπικές φιλοδοξίες.  Φιλοξένησε στο σπίτι του ένα παιδί από την σφαδασμένη τότε Γιουγκοσλαβία, τον Ντάνιελ, ξεπερνώντας πολλά οικογενειακά προβλήματα, ένας από τους λίγους Ροδίτες που το έκανε τότε.

Ο Γιώργος τα έβαλε με την οικογένειά του για να είναι δίκαιος. Το τελευταίο το γνωρίζω από προσωπικές εμπειρίες όταν εγώ και εκείνος θα έπρεπε να λύσουμε κάποια θέματα που οι πατεράδες μας άφησαν ανοιχτά.  Στα συγκριτικά λίγα χρόνια της ζωής του άφησε δείγματα δίκαιου δικαστή και όχι δικηγόρου. Ακόμα ενός ανθρώπου με μεγάλες κοινωνικές ευαισθησίες, πραγματικού φίλου και συγγενή.