«Εκεί πάνω, δεν ακούγεται καμιά φωνή»

Γράφει ο Σεραφείμ Αθανάσιος

Η διασκεδαστική ιστορία συνέβη σε Χωριό της Ρούμελης, πριν ογδόντα και πλέον χρόνια. Και για να φτιάξει η  διάθεσή σας συνιστώ-αν πέσει στα χέρια σας αυτό μου το γραπτό-να το διαβάσετε.

Κάποια Κυριακή μέλη εκκλησιαστικού συμβουλίου, υπεύθυνα για την φύλαξη των όποιων χρημάτων, διαπίστωσαν  ότι από το παγκάρι της εκκλησίας  έλειπαν χρήματα.

Μετά το πέρας της θείας λειτουργίας το είπαν στον ιερέα  και εκείνος  με νεύρα και «κατάρες», για εκείνον τον  «αθεόφοβο»,  μονολογούσε  λέγοντας.

Ακούς εκεί να κλέβει τον οίκον του Θεού, το… «ζωντόβολο». Απορώ πώς γλιτώνει και  την ώρα της κλοπής, δεν κόβονται τα χέρια του  σύρριζα. Δεν φοβάται-έλεγε και ξανάλεγε- την οργή του  Θεού, ο παλιάνθρωπος!

Οι Θεοφοβούμενοι σύμβουλοι / που  άλλοτε άκουγαν και άλλοτε όχι εκείνα που  μουρμούριζε  ο ιερέας/στο τέλος αυτής της μουρμούρας αποφάσισαν  να στήσουν «καραούλι»  για να πιάσουν  επ’ αυτοφώρω τον δράστη και να τον παραδώσουν στον Αστυνόμο, ο δε παπάς ανέλαβε τον ρόλο του χωροφύλακα.

Σε καθημερινή βάση  και για πολλές ώρες βρισκόταν κρυμμένος στο Ιερό, αυτή του δε την «σκοπιά» πέρα από τους εκκλησιαστικούς επιτρόπους την γνώριζε και η παπαδιά  του.

Όμορφη και πεντακάθαρη η εκκλησούλα του χωριού,  ιδιαίτερα από τότε που είχε αναλάβει  ως νεωκόρος  μια  εξίσου όμορφη  γυναίκα, η οποία με σχολαστική προσοχή και ευσέβεια προς τον ιερό χώρο λατρείας καθάριζε εσωτερικά και εξωτερικά τον ιερό Ναό και, όλοι οι κάτοικοι του χωριού είχαν να το λένε τόσο για την καθαριότητα  όσο και για την σεμνή και πάντα μελιστάλαχτη  νεωκόρο.

Μικρή η εκκλησούλα, στον εσωτερικό της όμως χώρο,  οι τεχνίτες  που την είχαν κτίσει είχαν προβλέψει και γυναικωνίτη στον οποίο εκκλησιαζόντουσαν οι γυναίκες.

Κάθε Κυριακή και όποια γιορτή έμπαιναν στην εκκλησούλα από την κυρία είσοδο, έπαιρναν το κεράκι τους από  το παγκάρι, που βρισκόταν  αριστερά της εισόδου, το άναβαν στο μανουάλι, ασπάζονταν την εικόνα, που βρισκόταν δίπλα του και,  ανέβαιναν τα 3-4 σκαλοπάτια του γυναικωνίτη και εκεί με την ησυχία τους  και θρησκευτική ευλάβεια ασπάζονταν όλες τις εικόνες  των Αγίων και παρακολουθούσαν τη θεία λειτουργία.

Και μια που γίνεται λόγος για τις γυναίκες αυτές,  ποτέ  δεν παρέμειναν στον κυρίως χώρο, ο οποίος ήταν  απαγορευτικός  για γυναίκες και τούτο γιατί δεν ήταν σωστό να  εκκλησιάζονται μαζί με τους άνδρες.

Τα…«στέρφα»-έλεγαν οι παλαιότεροι- πρέπει να μένουν μακριά από τα…«γαλάρια». Και αυτό, την εποχή εκείνη, το τηρούσαν απόλυτα, ιδιαίτερα στις «κλειστές» κοινωνίες των χωριών.

Πέρασαν 3-4 ημέρες  που ο παπάς παρέμεινε με τις ώρες μέσα στο ιερό και επειδή δεν έβλεπε καμιά  ύποπτη κίνηση. μονολογούσε λέγοντας.

«Άδικα φώναζαν τα μέλη του συμβουλίου, μάλλον δεν υπάρχει κλέφτης και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να φωνάξω και τον αστυνόμο».

Αν - συνέχισε να σκέπτεται -   δεν δει και την άλλη μέρα κάτι το ύποπτο, θα σταματούσε την παρακολούθηση και θα ακολουθούσε το κανονικό του πρόγραμμα στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα γιατί τις ημέρες παρακολούθησης/ τις όποιες προσευχές και εκκλησιαστικούς κανόνες /τους  έλεγε από… μέσα του για να μη κάνει τον παραμικρό θόρυβο  και ο κλέφτης δεν πραγματοποιήσει την αφαίμαξη χρημάτων.

Όμως, εκεί που τα σκεπτόταν  αυτά,  το τι θα έκανε δηλαδή την άλλη μέρα, άκουσε  ένα μικρό θόρυβο στην πόρτα της εκκλησιάς και εκείνος «έπνιξε»  το βήχα που «γαργάλαγε» το λαιμό του.

Τι στο καλό, περίμενε τόσες μέρες να πιάσει τον κλέφτη και με τον ξερόβηχά του, πάνω στο έτοιμο,  θα «χάλαγε» όλη του την προσπάθεια.  Με δυσκολία όμως το κατόρθωσε και  αφού πήρε μια βαθιά αναπνοή, περίμενε  σιωπηλός.

Ανοίγει σιγά-σιγά η πόρτα του Ναού και νάάάσου  παρουσιάζεται ο… αφαιμάκτης!

Με προσοχή και μεγάλη δεξιοτεχνία χρησιμοποιώντας κάποιο σκληρό αντικείμενο άνοιξε το παγκάρι όχι από εκεί που ήταν κλειδωμένο με κλειδιά ασφαλείας αλλά  από κάποιο άλλο σημείο. Πήρε ότι πήρε από μέσα  και στη συνέχεια ως έμπειρος δεξιοτέχνης σιγά σιγά έκλεισε το συρτάρι και  με μια δρασκελιά ανέβηκε στο γυναικωνίτη επειδή και εκεί είχε μια πορτούλα διαφυγής του.

ΣΤΟΠ φωνάζει ο παπάς, σ’ έπιασα   άτιμε, κλέφτη του κερατά, μην κουνηθείς, εδώ σ’ έχω, σε είδα τι έκανες και αμέσως ειδοποιώ τον κ. Αστυνόμο να σε συλλάβει για την πράξη σου  και να σε κλείσει   στο μπουντρούμι, να σαπίσεις εκεί μέσα.

Τα έλεγε αυτά ο ιερέας  επειδή την  εποχή εκείνη  με τους αυστηρούς ποινικούς κώδικες που επικρατούσαν ακόμη και μικροκλέφτης/ με φυλάκιση-νομίζω- άνω των έξι μηνών έπαιρνε το δρόμο της ψειρούς και  εκεί μέσα τον  έτρωγαν… ψείρες και κοριοί επειδή δεν εξαγοραζόταν η ποινή του.

Βέβαια την σήμερον ημέρα αυτά-τα τότε- σαν ψέματα φαίνονται επειδή: διαρρήκτες, εμπρηστές, έμποροι ναρκωτικών, ληστές και δολοφόνοι του κερατά με καταδίκες  10,20,25 ακόμη και  55 χρόνων  ή και ισοβίων δεσμών, με τον ευεργετικό νόμο Παρασκευόπουλου και λοιπών άρθρων, παραγράφων και εδαφίων αυτών,   ανενόχλητοι και προκλητικοί κακοποιοί διαπράττουν τα όποια αποτρόπαια εγκλήματά τους και σε λίγο καιρό  από την καταδίκη τους: ΤΣΟΥΠ σε κοντινό καφενεδάκι αστυνομικού τμήματος  πίνουν το φραπέ τους και το κάνουν επίτηδες για να «σκάσουν» εκείνους τους χωροφύλακες ή τους Διοικητές  αυτών  των υπηρεσιών που  με κίνδυνο  της ζωής τους «ξεροστάλιαζαν» για να ανακαλύψουν τους δράστες εγκλημάτων, να τους θέσουν σε παρακολούθηση, να τους στήσουν  κάπου καρτέρι και  να τους συλλάβουν, να τους οδηγήσουν στους φυσικούς τους δικαστές  να δικαστούν και να καταδικαστούν  για να βγουν όμως  σε λίγο για παγωμένο φραπέ ή βαρύ γλυκό, κλείνοντας το μάτι στο αστυνομικό που τον είχε συλλάβει με κίνδυνο της ζωής του.

Κύριε Παρασκευόπουλε μήπως ακούτε  και φωνές ή κλάματα θυμάτων αυτών των κακοποιών  γιατί από την άλλη πλευρά  υποθέτω  ότι οι  κάπου  δέκα (10) χιλιάδες μέχρι σήμερα απολυθέντες από τις φυλακές σίγουρα θα σας προσκυνούν! Επιστρέφω στον ιερέα.

Δεν υπήρχαν λοιπόν τότε τέτοιοι  ευεργετικοί νόμοι  και ο  υπηρέτης του Θεού ήξερε τι έλεγε στον αφαιμάκτη χρημάτων. Του τα έλεγε τρέμοντας από τα νεύρα του και προχωρώντας σταμάτησε  στο μέσον του ιερού Ναού.

Ο άλλος  ήρεμα πήρε μια στάση προσοχής και κοίταζε τον παπά μέσα στα  μάτια χωρίς να μιλάει.
Με περισσότερα τώρα νεύρα ο παπάς χειρονομούσε, φώναζε, κοίταζε τον κλέφτη και κάποια στιγμή, προσέχοντάς τον καλύτερα, στο πρόσωπό του, αναγνώρισε τον σύζυγο της νεωκόρου, ο οποίος κατά αραιά χρονικά διαστήματα επισκεπτόταν το χωριό γιατί έμεινε κοντά στα ζωντανά του.Ήταν βοσκός.

Μπα, αυτός  είναι ο κλέφτης, διερωτήθηκε. Συνήλθε όμως γρήγορα από την έκπληξή του  και άρχισε να του φωνάζει περισσότερο και να τον φοβερίζει με ποινές και εξευτελισμούς. Ο άλλος  όμως ούτε απαντούσε, ούτε κουνιόταν. Κουράστηκε  ο παπάς  και εκείνος /ο κλέφτης/ κατέβηκε από τον γυναικωνίτη.  

Δεν μου λες, παπά Γιώργη, πριν από λίγο μίλαγες;, λέει στον παπά. Και ο παπάς νευριασμένα:
Όχι μόνο μίλαγα, αλλά και τώρα σου λέω ότι θα σε κλείσω φυλακή. Και μη παριστάνεις το… χαζό.

Άκουσε παπά  να  σου πω. Δεν ξέρω εγώ τι λες και τι…δε  λες.  Κάνε ότι θέλεις  μόνο εδώ  νομίζω ότι κάτι…συμβαίνει. Σε πληροφορώ ότι εκεί που  στεκόμουνα στο γυναικωνίτη, έβλεπα  που με κοίταζες και  κούναγες τα χέρια σου, να ανοιγοκλείνεις το στόμα σου, να κουνιούνται  τα γένια σου  πάνω-κάτω, να γίνονται ολοκόκκινα τα μάγουλά σου, με τη διαφορά  όμως  δεν ακουγόταν η φωνή  σου! Μήπως  εδώ,  στην εκκλησούλα μας,  έχουμε κανένα θαύμα!

Μου κάνει εντύπωση πως σε λίγα μέτρα απόσταση δεν ακούγονται  φωνές !  Αν θέλεις ανέβα  και εσύ επάνω στο γυναικωνίτη, να φωνάζω εγώ από κάτω και να κάνουμε πάλι μια δοκιμή.

Αν είναι θαύμα να το πούμε στους συγχωριανούς μας και στον Αστυνόμο για να ζητήσει  ενισχύσεις στα μέτρα τάξεως που θα χρειαστούν γιατί εδώ θα έρθει και ο Δεσπότης και ένα σωρό άλλοι  που θα γίνονται  αγρυπνίες. Ως προς τα άλλα που μου λες ότι θα κάνεις!

Ε, δεν θα μου πάρει και το κεφάλι  ο κ. Αστυνόμος,  ο οποίος απ’ ότι μου λέει  η  δικιά μου χαμηλοβλεπούσα  που τον βλέπει κάθε  Κυριακή στην Εκκλησία φαίνεται να είναι ένας πολύ καλός άνθρωπος!

Βρέθηκα στην ανάγκη  πήρα ό,τι πήρα και θα πληρώσω για την πράξη μου, αυτά θα πω στην απολογία μου και θα γλιτώσω και κανένα  χαστούκι.

Λες να συμβαίνει  εδώ κανένα θαύμα και να λέει αλήθεια ο κλεφταράς! Είπε αυτά τα λόγια στον εαυτό του ο παπάς και με δυσπιστία ανέβηκε τα λίγα σκαλοπάτια του γυναικωνίτη.

Πριν όμως ανεβεί, ο κλέφτης του είχε πει που ακριβώς να σταθεί  και σε στάση προσοχής να τον κοιτάζει την ώρα που θα του μιλάει.

Σταμάτησε ακριβώς εκεί που του είχε πει ο βοσκός. Έλαβε την ίδια στάση προσοχής και κοίταζε προς το ιερό.

Ο Γιάννης- έτσι τον έλεγαν το βοσκό- πήρε την  ανάλογη στάση που είχε και προηγούμενα ο ιερέας και άρχισε τον …εξάψαλμο.

Παπά Γιώργη, άκουσε  προσεκτικά τι θα σου πω. Έμαθα ότι έπιασες φιλενάδα τη γυναίκα μου, τη νεωκόρο.
Σταμάτα γρήγορα αυτή τη σχέση γιατί θα σε…στραγγαλίσω, εγώ δεν αστειεύομαι ! Θα σε… σφάξω όπως σφάζω τα αρνιά!

Βρήκες την ευκαιρία επειδή συνεχώς απουσιάζω κοντά στα ζωντανά μου  και τσιλιμπουρδίζεις  με την προκομένη μου.

Θα σας σφάξω και  τους δυο  και θα κρεμάσω τα κεφάλια σας στο καμπαναριό για να τα φάνε τα κοράκια, τραγόπαπα!  

Εάν τα κατάλαβες καλά αυτά που σου λέγω και δεν έχεις αντιρρήσεις, συνέχισε  να στέκεσαι  στη στάση της προσοχής, όπως είσαι τώρα.

Μην κουνιέσαι δηλαδή καθόλου και εγώ θα καταλάβω ότι με …κατάλαβες και συμφωνείς  μαζί μου στο  να μη σε σφάξω και πως θα σταματήσεις όχι μόνο τα  τσιλιμπουρδήματά σου αλλά και στο να με αποκαλείς κλέφτη!

Σε αντίθετη περίπτωση, έχεις δηλαδή αντιρρήσεις και αρχίσεις να κουνιέσαι, τότε δε θα βγεις ζωντανός από δω μέσα, θα σε σφάξω σαν  κατσίκι! Διάλεξε  λοιπόν τη σιωπή, δηλαδή το θαύμα ή τη …σφαγή σου!
Έλεγε όλα αυτά ο Γιάννης, νευρίαζε, χειρονομούσε  αλλά κάποτε σταμάτησε να μιλά και …περίμενε.

Ο παπάς ακούγοντας το «κατηγορώ» του Γιάννη  είχε αποσβολωθεί. Τον έπιασε  πανικός και κρύος ιδρώτας. Τρομοκρατήθηκε, γούρλωσε  τα μάτια του  και δεν ήξερε τι να κάνει. Σταμάτησε να λειτουργεί το μυαλό του. Είχε βλέπετε και λερωμένη τη φωλιά του! Παρέμεινε ακίνητος και ούτε ανάσα έπαιρνε!

Έχε γούστο αυτός ο… αγροίκος να πραγματοποιήσει τις απειλές του και να με σφάξει σαν αρνί, μέσα στον οίκο του Θεού!

Χριστέ μου τι να κάνω; Δώσε μου σε παρακαλώ  φώτιση!  Και… του δόθηκε.
Κοίταζε προς τον Γιάννη  που τώρα ήταν ήρεμος.
Περίμενε λίγο ακόμα ακίνητος και σε στάση προσοχής.

Ο Γιάννης του έκανε νόημα να κατεβεί  τα σκαλοπάτια.
Μπρος  βαθύ και πίσω… ρέμα! Έκανε   το σταυρό του και με τη δύναμη του Θεού, αποφάσισε να κατέβει από το γυναικωνίτη.

Πήγε τρικλίζοντας  κοντά στο Γιάννη  που τον κοίταζε  μέσα στα μάτια.
Γιάννη,  μπορώ να σου μιλήσω;
Ναι, σε ακούω.

Ομολογώ ότι έχεις δίκιο. Πρέπει κάποιο θαύμα να συμβαίνει γιατί εκεί πάνω «Δεν ακουγόταν η φωνή σου, μίλαγες;».

Με την απάντηση του παπά ότι εκεί πάνω «δεν ακούγεται τίποτα» ικανοποιήθηκε όχι μόνο ο Γιάννης αλλά και ο παπάς του οποίου η καρδιά σταμάτησε να κτυπά γρήγορα από  φόβο, επειδή ένα χαμόγελο φάνηκε  στα χείλη του Γιάννη.

Το «θαύμα» έγινε και ο καθένας τράβηξε το… δρόμο του χωρίς να πουν  περισσότερα..
Ο παπάς πήγε  σπίτι του και χάρηκε πολύ η παπαδιά του όταν της είπε ότι δεν θα κάνει ξανά  το χωροφύλακα, επειδή μάλλον-της είπε- κάποιο λάθος έκαναν οι υπεύθυνοι του Ναού. Δεν   υπήρξε δηλαδή κανένας κλέφτης.

Ο Γιάννης, ο  πανέξυπνος  εκείνος βοσκός,  χωρίς πολλές φασαρίες  έπεισε την  όμορφη συμβία του  στο να βρει κάποια δικαιολογία  και να σταματήσει την προσφορά υπηρεσιών της ως νεωκόρος και να πάψει να προσεύχεται κατ’ ιδίαν και αν θέλει -της είπε- «μπορεί να πηγαίνει  στην εκκλησία  με τις άλλες γυναίκες του χωριού και όχι μόνη της».

Την αγαπούσε ο  δυστυχής  και δεν ήθελε να τη χάσει αλλά ούτε και να την κουτσομπολεύουν οι κουτσομπόλες του χωριού.

Τα μέλη του εκκλησιαστικού συμβουλίου που είχαν διαπιστώσει  έλλειμμα χρημάτων ο παπάς  τα έπεισε  ότι μάλλον θα είχαν κάνει λάθος, στο «μέτρημα».

Και αυτό στην πορεία  επιβεβαιώθηκε γιατί  δεν υπήρξε άλλη κλοπή.

Ο Γιάννης ήταν ο μοναδικός  δράστης,  που στη συνέχεια του είχε δοθεί …άφεση  αμαρτιών!

Θαύμα λοιπόν στην  καθαρή εκκλησούλα του μικρού χωριού της Λοκρίδας,   που  για την ηρεμία όλων… «δεν ακούστηκε τίποτα».

Αδυναμίες ανθρώπων, ακόμη και με σχήμα ιερέων  που, ο Μεγαλοδύναμος, πάντα συγχωρεί!