Ο Λίνδιος Τιμαχίδας ή Τιμαχίδης και το “Χρονικό της Λίνδου”

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Β’ ΜΕΡΟΣ

Οι ανασκαφές στη Λίνδο (1902-1914)
Και πριν από το 1902 και συγκεκριμένα το 1843, ήλθε για πρώτη φορά στη Ρόδο ο Γερμανός Αρχαιολόγος Ross, κι επειδή Κάστρο ήταν η Ακρόπολη της Λίνδου και τουρκοκρατίας, δεν κατόρθωσε να ανέβει στην Ακρόπολη.

Ένα χρόνο αργότερα, μπήκε μέσα και πήρε διάφορες σημειώσεις. Ακολούθησαν και άλλες επισκέψεις και έρευνες, όπως εκείνες του Geurin το 1856 και οι ανασκαφές από το 1859 μέχρι 1864 υπό των Κ.Α. Μπιλιότη και Α. Σάλτσμαν, μέχρι που το 1902 ήλθε και ασχολήθηκε συστηματικότερα η Δανική αρχαιολογική Αποστολή.

Οι ανασκαφές που έγιναν στη Λίνδο και στη νοτιοανατολική πλευρά της Ρόδου και που σχετίζονται κατά ένα μέρος με το “Χρονικό της Λίνδου”, με τα αναβήματα, τις στήλες που αναγράφονται αναλυτικά τα ονομάτα των Ιερέων του Ναού της Λινδίας Αθηνάς, ως και “αι επιφάνειαι” (“τα θαύματα”), τόσο ως προς την αντιμετώπισή τους κατά τις ανασκαφές, όσο και την παράνομη ληστρική μεταφορά τους στην Κοπεγχάγη, διήρκεσαν 12 χρόναι περίπου (1902-1914), με άδεια που παραχωρήθηκε, είτε απ’ ευθείας από το Σουλτάνο, είτε από τον τούρκο διοικητή (βοεβόδα) της Ρόδου.

Έτσι, τα 12 χρόνια των ανασκαφών κάλυψαν τα τελευταία 9,5 χρόνια (1902-Απρίλιος 1912) της τούρκικης σκλαβιάς και τα 2,5 (Μάιος 1912-1914) από τα πρώτα της ιταλικής κατοχής.

Τις ανασκαφές χρηματοδοτούσε η Δανική εταιρεία Carlsberg και τις διενήργησε αρχαιολογική αποστολή με επικεφαλής τους Δανούς Αρχαιολόγους  Κ.F. Kinch κα Chr. Blinkenberg. Εκτός από την περιοχή της Λίνδου: Άγιος Στέφανος, Ακρόπολη, Μυριάντρι, κ.λ.π., οι ίδιοι έκαναν ανασκαφές και στις θέσεις της Νότιας Ρόδου: Αψαχτηράς (Βάτι), Εξοχή (Λάρδος), Τσιγγάνα, Λέσκα, Βρουλιά (Λαχανιά και Κατταβιά).

Ο ευρύτερος χώρος του Αγίου Στεφάνου και του Αρχαίου Λινδιακού Θεάτρου, που διερευνήθηκαν αρχαιολογικά κατά την πρώτη δωδεκαετία του 20ού αιώνα, σύμφωνα με την άποψη του Αρχαιολόγου ΙωάννηΧ. Παπαχριστοδούλου, πρέπει, μάλλον, να βρισκόταν σε άμεση σχέση με το Ναό της Λινδίας Αθηνάς και τις θυσίες, ως και λοιπές ειδωλολατρικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούνταν.

Τα πορίσματα των ανασκαφών αυτών είναι αναλυτικά δημοσιευμένα στη σειρά LINDOS, 1-111 (1931-1960). Και οι τρεις τόμοι της σειράς αυτής βρίσκονται στη Βιβλιοθήκη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου και διατηρούνται σε καλή κατάσταση.

Είναι μια αξιόλογη εργασία, γραμμένη στη γαλλική γλώσσα, αλλά υπάρχουν και ορισμένα κεφάλαια γραμμένα παράλληλα και στην αρχαία ελληνική, όπως για παράδειγμα, μέρος του “Χρονικού της Λίνδου” και άλλα.

Κατά τις τότε ανασκαφές από τους Δανούς αρχαιολόγους Kinch και Blinkenberg, εκτός από το Χρονικό της Λίνδου ευρέθησαν και έτερα παρόμοια και μεταφέρθηκαν σε ξένα Μουσεία, τα οποία είναι ανάλογης ιστορικής αξίας αντικείμενα. Έτσι, μικρά μαρμάρινα κομμάτια αγαλμάτων, σχεδόν, όλων των εποχών, έχουν μεταφερθεί στο Μουσείο της Κωνσταντινούπολης και αλλού.

Αξιολογότατο είναι ένα κομμάτι του κορμού μιας αρχαϊκής κόρης, καθώς και γυναικεία κεφαλή της ελληνιστικής περιόδου, κεφαλή Αθηνάς του 4ου π.Χ. αιώνα, κεφαλή κολοσσιαίου αγάλματος της Αθηνάς του 2ου π.Χ. αιώνα, κεφαλή αλόγου του 2ου π.Χ. αιώνα, αγαλματίδιο Αθηνάς της ύστερης ελληνιστικής περιόδου κ.α.

Πέραν τούτων, και σε άλλες χρονικές περιόδους, όπως για παράδειγμα, το σύμπλεγμα Φαρνέσιος ταύρος, έργο του 2ου π.Χ. αιώνα, των Τραλλιανών αδελφών, Απολλωνίου και Ταυρίσκου. Το άγαλμα αυτό βρέθηκε στη Ρώμη το 1.406 μ.Χ., μεταφέρθηκε στη Νεάπολη της Ιταλίας και σήμερα κοσμεί το Βουρβονικό Μουσείο (Μuseo di Burboni). Βλέπε Θεόδωρος Α. Αρχοντόπουλος, Αρχαιολογικός οδηγός Λίνδου. Αθήνα 1994.

Ακόμη και σήμερα στη Λάρδο, παρέμειναν από διατηρούμενες στο βάθος του χρόνου αφηγήσεις ότι ο «Κίγκ», έτσι αναφέρουν το Δανό αρχαιολόγο Kincho, βρήκε στην περιοχή “εξοχή”, κοντά στον Άη Γιώργη προς τους Πεύκους, πολλά χρυσά προσωπεία, μέσα σε τάφους των προϊστορικών χρόνων.

Εξάλλου, και στη Λίνδο ήταν κοινό μυστικό ότι κατά τις ανασκαφές, 1902-1914, στην Ακρόπολη, στο Μυριάντι, ως και σε άλλους χώρους της Κωμόπολης, βρέθηκαν μέσα σε πήλινα δοχεία (στάμνες) ποσότητες χρυσών νομισμάτων και άλλων αντικειμένων, τα οποία, ένα μέρος, είχε εντοπίστει κατά την εκσκαφή ένας εργάτης, τον οποίο στη Λίνδο αποκαλούσαν «Χρησταλία», αντί Χρήστος, που ήταν το όνομά του.

Μάλλον, ως φαίνεται, επειδή ήταν σωματώδης, βρισκόταν, δε, εν ζωή μέχρι το 1939. Απόσα θυμάμαι, δεν είχε συγγενείς στο χωριό, ήταν εργένης και φορούσε κόκκινο σκούφο (περισσότερο προς το «φέσι». Συντηρούνταν με χρήματα που έπαιρνε, ως αμοιβή αχθοφόρου (χαμαλιάτικα).

Ο «Χρηστάλας», καθώς έλεγαν οι ηλικιωμένοι της δεκαετίας του ‘30, μη γνωρίζοντας την αξίαν του θησαυρού που βρήκε σκάπτοντας με την αξίνη, παράδωσε τα ευρεθέντα πήλινα αγγεία στον επικεφαλής Δανό αρχαιολόγο επί των ανασκαφών, και ως έλεγαν στη Λίνδο, τον αποζημίωσε με τρεις κούτες χύμα τσιγάρα, που η καθεμιά περιείχε 50-60 κομμάτια.

Το Μάιο του 1912 η Δωδεκάνησος άλλαξε κατακτητή και η τουρκική διοίκηση αντικαταστάθηκε από την Ιταλική, η οποία διήρκεσε 33 χρόνια (1912-1945).

Τους πρώτους μήνες του 1914, ο Ιταλός κυβερνήτης, κατ’ εντολή, προφανώς, της κυβέρνησής του, σταμάτησε τις ανασκαφές, που είχαν αρχίσει από το 1902 οι Δανοί και έφεραν από την Ιταλία, μεταξύ των άλλων, και του Διεθνούς φήμης αρχαιολόγο Αμεντέο Μαγιούρη, ο οποίος συστηματικά επί πολλά χρόνια συνέχισε τις ανασκαφές, έδωσε βαρύτητα στη συντήρηση των αρχαιολογικών Μνημείων και οργάνωσε ορθολογικά την Αρχαιολογική Υπηρεσία Δωδεκανήσου.

Δυστυχώς, όμως, και οι “πολιτισμένοι” Ιταλοί επί τρείς δεκαετίες και πάνω που παρέμειναν στα νησιά μας, επιδόθηκαν με περισσή “μανία” για να καταληστεύσουν αγάλματα και λοιπά αρχαιολογικά αντικείνενα από τη Ρόδο, την Κω και υπόλοιπα νησιά του δωδεκανησιακού συμπλέγματος, μεταφέροντάς τα στα ιταλικά Μουσεία ή σε άλλα Ευρωπαϊκά. Τότε, δεν υπήρχε σοβαρή προστασία των αρχαιολογικών ευρημάτων τουλάχιστον, όσα έπρεπε.

Το τελευταίο αυτό γεγονός δεν πρέπει να μας προκαλεί σοβαρή εντύπωση, εάν λάβουμε υπόψη παρόμοια περίπτωση ότι και στην Αθήνα ακόμη, καθώς αναφέρει ο μακαρίτης Ομότιμος Καθηγητής της Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης, Καρπάθιος την καταγωγή, “...πριν ιδρυθούν τα Γενικά Αρχεία (1914), το Κράτος ιδέα δεν είχε γι’ αυτού του είδους την υπηρεσία την κρατική”.

Ωστόσο, το πλέον τραγικό και απίστευτο ότι το Κράτος, όπως μαρτυρεί και ο Βλαχογιάννης, λίγα χρόνια πρωτύτερα είχε πωλήσει, “επί δημοπρασία”, το τεράστιο Αρχείο του Αγώνα της Παλιγγενεσίας, καθώς και το Αρχείο του Ιωάννη Καποδίστρια, του πρώτου Κυβερνήτη, 1827-1831, της Ελλάδας.
Να θεωρείται, δε, πολύ ευχάριστη η διαπίστωση ότι η διατήρηση αρχείων παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, αλλά και στη Δωδεκάνησο μεγάλη πρόοδο.

Ταυτόχρονα το θέμα που τίθεται στην παρούσα ιστορική συγκυρία είναι κατά πόσον η πλούσια πάσης φύσης αρχαιολογική, αρχειακή και λοιπή Πολιτιστική κληρονομιά της Ρόδου, της Κω, της Πάτμου και των λοιπών Δωδεκανήσων έχει εντοπιστεί επαρκώς, έχει αξιολογηθεί και ταξινομηθεί κατάλληλα, με την έννοια της διεκδίκησης επιστροφής της, τουλάχιστον, σ’ ένα μέρος, στα Δωδεκανησιακά Μουσεία από τα ξένα, που παράνομα μεταφέρθηκε σε χρόνους βίας και σκλαβιάς και εάν προγραμματισμένα, η προβολή της κληρονομιάς αυτής θα τύχει της πρέπουσας αξιοποίησης μελλοντικά.

Ο συμμαχικός δεσμός Ρόδου και Μεγ. Αλέξανδρου
Η Ρόδος, και κατά τα 13 χρόνια περίπου (336-323 π.Χ.) της Βασιλείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, βρισκόταν στην ακμή της, η δε Ροδιακή πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της προσπαθούσε να πολιτεύεται εξισορροπητικά μεταξύ των διαφόρων τότε άλλων ελληνικών πόλεων-κρατών.

Η ουδέτερη αυτή τακτική είχε ως αποτέλεσμα να σπεύδουν οι βασιλείς ή κυβερνήτες του ελληνικού χώρου και οι εκτός αυτού της εποχής  εκείνης, να ζητούν τη φιλία της. Ο ιστορικός Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης, επικροτώντας την πολιτική αυτή αναφέρει ότι οι Ρόδιοι με τη στάση τους αυτή απέναντι στους εμφύλιους πολέμους των άλλων Ελλήνων, πρωτοστατούσαν όχι μόνο για τη δική τους Ελευθερία αλλά και των Πανελλήνων. (“Οι Ρόδιοι διατελούσι πρωτοστατούντες μόνον της αυτών, αλλά και της των άλλων Ελλήνων Ελευθερίας”).

Και σύμφωνα με το Σιβύλλειον χρησμό, “Και συ Ρόδος, κόρη του Θεού και φωτός, έση επί μακρόν χρόνον ανεξάρτητος και αποκτήση απείρους θησαυρούς”.

Μεταξύ αυτών που επιζητούσαν την εύνοια των Ροδίων ήταν και ο Μακεδόνας Στρατηλάτης. Αλλά και οι Ρόδιοι εκτιμούσαν και εβοηθούσαν, διατηρούντες πάντοτε την αυτονομία τους, το γιο του Φιλίππου Αλέξανδρο το Μέγα, στη μεγάλη, δε, μάχη των Γαυγαμήλων, 331 π.Χ., αναφέρεται ότι οι Λίνδιοι πρόσφεραν στον Αλέξανδρο χρυσοΰφαντο μανδύα από το θησαυροφυλάκιο του Ναού της Λινδίας Αθηνάς.

Περί αυτού, συμπίπτει και η διαπίστωση που προέρχεται από τον Πλούταρχο, που λέει ότι στη μάχη αυτή ο Αλέξανδρος φορούσε ένα μανδύα, παλαιό έργο του Ελίκωνα από την Κύπρο, δώρο των Ροδίων. Ταυτόχρονα, ο Αλέξανδρος και αυτός έμπρακτα εκδήλωσε την τιμή και την αγάπη του προς τη Ρόδο.

Έτσι, ήρθε ο ίδιος στο νησί, επισκέφθηκε το Ναό της Λινδίας Αθηνάς, καθώς αναφέρεται από ιστορικούς (Διόδωρος Σικ. 20, 81’) και πήρε τους καλύτερους Ρόδιους στρατιώτες, που ήσαν οι σφενδονήτες.
Να τονιστεί επί του προκειμένου ότι και προηγούμενα, το 414 η Ρόδος κατά την εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία, συμμετείχε με ανάλογα πλοία και σφενδονήτες.

(Αύριο το τελευταίο μέρος)